Θεσσαλονίκη: Θολώνει το τοπίο στην υπόθεση εκβίασης επιχειρηματία

Ασαφής ο ρόλος των κατηγορουμένων σύμφωνα με τη κατάθεση του φερόμενου ως θύματος

Θεσσαλονίκη: Θολώνει το τοπίο στην υπόθεση εκβίασης επιχειρηματία

Νέα δεδομένα φαίνεται να εισφέρει στην υπόθεση εκβίασης επιχειρηματία στη Θεσσαλονίκη το υπόμνημα που κατέθεσε ενώπιον της ανακρίτριας το φερόμενο ως θύμα, την Πέμπτη 23 Απριλίου, ημέρα κατά την οποία είχαν κληθεί να απολογηθούν και οι τρεις συλληφθέντες. Βάσει πληροφοριών, το περιεχόμενο της κατάθεσης διαφοροποιείται σε κρίσιμα σημεία από την αρχική εικόνα της υπόθεσης, δημιουργώντας νέα ερωτήματα ως προς τον ακριβή ρόλο των εμπλεκομένων.

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο μάρτυρας Σ. περιγράφει ότι όλα ξεκίνησαν από ένα απειλητικό τηλεφώνημα που δέχθηκε στις 16 Απριλίου, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να ταυτοποιήσει με βεβαιότητα τον καλούντα. Όπως αναφέρει, σε κατάσταση έντονης ανησυχίας επιχείρησε να αναζητήσει βοήθεια σε πρόσωπα του κύκλου του, επιλέγοντας αρχικά να επικοινωνήσει με τον V., πελάτη της επιχείρησής του. Κατά τα λεγόμενά του, ο τελευταίος φέρεται να του ανέφερε ότι το άτομο που τον κάλεσε «εκτελεί συμβόλαια», παραπέμποντάς τον σε τρίτο πρόσωπο, τον Ν., ως γνώστη αντίστοιχων καταστάσεων.

Αρμόδιες πηγές επισημαίνουν ότι η συγκεκριμένη αναφορά θεωρείται κομβική, καθώς επιχειρεί να μετατοπίσει το βάρος της πρωτοβουλίας των επαφών στο ίδιο το φερόμενο θύμα, το οποίο εμφανίζεται να αναζητά διαμεσολάβηση και όχι να προσεγγίζεται εξαρχής από τους κατηγορουμένους.

Η συνάντηση με τον Ν., σύμφωνα πάντα με πληροφορίες, πραγματοποιήθηκε σε πάρκο στην περιοχή της Καλαμαριάς, όπου φέρεται να συζητήθηκαν εκ νέου οι απειλές. Ο μάρτυρας υποστηρίζει ότι ο Ν.S. εμφανίστηκε επιφυλακτικός, δηλώνοντας ότι δεν γνωρίζει καλά το πρόσωπο που φέρεται να τον εκβίαζε, αν και το χαρακτήρισε επικίνδυνο. Παρά ταύτα, κατόπιν προτροπής του ίδιου του μάρτυρα, φέρεται να επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον άγνωστο, σε μια προσπάθεια διαμεσολάβησης.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η συνομιλία φέρεται να πραγματοποιήθηκε σε ανοιχτή ακρόαση, με τον άγνωστο να απαιτεί την καταβολή σημαντικού χρηματικού ποσού, συνοδεύοντας το αίτημα με απειλές για εμπρησμό οχήματος και κατοικίας. Ο Σ. φέρεται να απάντησε ότι θα προσπαθήσει να συγκεντρώσει το ποσό, ζητώντας χρονική προθεσμία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, κατά αρμόδιες πηγές, το γεγονός ότι στο υπόμνημα δεν αποδίδεται με σαφήνεια ενεργός ρόλος διαπραγμάτευσης στους κατηγορουμένους, καθώς ο μάρτυρας δηλώνει ότι δεν γνωρίζει εάν η μείωση του απαιτούμενου ποσού προέκυψε λόγω παρέμβασης τρίτου ή λόγω της δικής του αδυναμίας να ανταποκριθεί. Παράλληλα, αναφέρει ότι δεν του υποδείχθηκε συγκεκριμένο πρόσωπο για την παράδοση των χρημάτων, αν και ο ίδιος εκτιμά ότι αυτή θα γινόταν μέσω του Ν.S., στοιχείο που, σύμφωνα με νομικούς κύκλους, αφήνει περιθώρια ερμηνειών.

Όπως προκύπτει από την κατάθεση, ο μάρτυρας φέρεται να επιχείρησε να συγκεντρώσει το χρηματικό ποσό απευθυνόμενος σε συγγενείς και συνεργάτες, χωρίς επιτυχία. Υπό το βάρος των εξελίξεων και έπειτα από σχετικές παραινέσεις, αποφάσισε τελικά να προσφύγει στις αστυνομικές αρχές και να καταγγείλει την υπόθεση.

Στη συνέχεια, και σε συνεννόηση με την αστυνομία, σύμφωνα με πληροφορίες φέρεται να οργανώθηκε ελεγχόμενη συνάντηση στο κατάστημά του. Σύμφωνα με πληροφορίες, στον χώρο εμφανίστηκαν τρία άτομα, μεταξύ των οποίων οι Φ. και Μ., ενώ ο μάρτυρας είχε στην κατοχή του φάκελο με χρήματα. Ωστόσο, πριν ολοκληρωθεί οποιαδήποτε συναλλαγή, αστυνομικοί επενέβησαν και προχώρησαν στις συλλήψεις.

Αρμόδιες πηγές τονίζουν ότι το πλέον κρίσιμο στοιχείο της νέας κατάθεσης είναι η ρητή αναφορά του μάρτυρα ότι διατηρεί μόνο «υποψία» περί ενδεχόμενης συνεργασίας των κατηγορουμένων με το πρόσωπο που τον απείλησε, χωρίς να είναι σε θέση να το επιβεβαιώσει. Η διατύπωση αυτή, όπως σημειώνουν νομικοί κύκλοι, ενδέχεται να επηρεάσει την αξιολόγηση της υπόθεσης ως προς το στοιχείο της συγκρότησης και συμμετοχής σε οργανωμένη εκβιαστική δράση.

Το υπόμνημα του φερόμενου θύματος έρχεται σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία η υπόθεση έχει ήδη λάβει ευρύτερες διαστάσεις, καθώς εξετάζεται σε συνδυασμό με περιστατικά εμπρησμού και πυροβολισμών που σημειώθηκαν τις προηγούμενες ημέρες στη Θεσσαλονίκη. Βάσει πληροφοριών, οι αρχές επιχειρούν να χαρτογραφήσουν τυχόν διασυνδέσεις, χωρίς μέχρι στιγμής να έχουν καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα.

Η έρευνα βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, με το ενδιαφέρον να επικεντρώνεται πλέον στην αξιολόγηση των νέων στοιχείων και στις απολογίες των κατηγορουμένων, που αναμένεται να ρίξουν περαιτέρω φως στην υπόθεση.