Πώς θα είναι η Θεσσαλονίκη σε 30 χρόνια
Τέσσερις ακαδημαϊκοί του ΑΠΘ επιχειρούν να φανταστούν πώς θα είναι η πόλη μετά από τρεις δεκαετίες.
Ο χρόνος αλλάζει τις πόλεις όπως το νερό λειαίνει την πέτρα — αργά, αλλά ασταμάτητα. Στη Θεσσαλονίκη, η αίσθηση του χρόνου συχνά μοιάζει να παλινδρομεί ανάμεσα στην αναμονή και στην υπόσχεση. Τέσσερις ακαδημαϊκοί του ΑΠΘ επιχειρούν να φανταστούν πώς θα είναι η πόλη μετά από τρεις δεκαετίες.
Η Δρ. Δέσποινα Δ. Ζαβράκα, Επίκουρη Καθηγήτρια Αρχιτεκτονικού Σχεδιασμού, βλέπει στο παράλιο μέτωπο τον καθρέφτη αυτής της διαρκούς μετάβασης:
«Δεν είναι παλιό ούτε καινούργιο, δεν είναι χώρος στάσης ούτε χώρος κίνησης», σημειώνει. Το περιγράφει ως «έναν ζωντανό, ανοιχτό χώρο που τον ζυγίζουμε με κάθε πέρασμα». Για εκείνη, το 2055 το παραλιακό μέτωπο θα έχει μετατραπεί σε «μια κοινή αστική ταυτότητα, μια μεγάλη γειτονιά της Θεσσαλονίκης».
Η Ευαγγελία Αθανασίου, καθηγήτρια στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ, σε μία κριτική για τις πολιτικές του σήμερα για τον δημόσιο χώρο, προβάλλει μια πιο δυστοπική εικόνα. Η πλατεία Αριστοτέλους του μέλλοντος θα είναι «η εμβληματική πλατεία μιας πόλης κλιματικά ουδέτερης», με μηδενικό ισοζύγιο εκπομπών, διαρκώς μετρήσιμο σε οθόνες στο κέντρο της. Κι όμως, θα είναι «περιφραγμένη για να προστατέψει την ιστορικότητα των κτιρίων της». Οι συγκεντρώσεις θα απαγορεύονται, η ζέστη θα είναι αφόρητη και «η θάλασσα θα έχει ήδη εξαφανίσει το ξύλινο ντεκ του 2025».
Ο Ιωάννης Κατσογιάννης, καθηγητής Τεχνολογίας Περιβάλλοντος στο Τμήμα Χημείας, ΑΠΘ, προειδοποιεί ότι η λειψυδρία θα αποτελέσει «σοβαρή απειλή για την αστική και αγροτική ανάπτυξη». Η αύξηση της θερμοκρασίας και η μείωση των βροχοπτώσεων θα πιέσουν τους υδάτινους πόρους, απειλώντας ακόμη και την καλλιέργεια ρυζιού στη δυτική πεδιάδα. Η εξοικονόμηση και επαναχρησιμοποίηση νερού θα είναι μονόδρομος.
Τέλος, ο συγκοινωνιολόγος Γιάννης Πολίτης προβλέπει δύο πιθανά σενάρια για τις μετακινήσεις. Είτε η περιφέρεια θα ερημοποιηθεί, με αυξημένη συμφόρηση στο κέντρο, είτε η μετανάστευση και η μείωση πληθυσμού θα μειώσουν την πίεση χωρίς ουσιαστική πολιτική παρέμβαση. Σε κάθε περίπτωση, «η αξία του χρόνου» — το ποσό που κάποιος είναι διατεθειμένος να πληρώσει για ταχύτερη μετακίνηση — θα αυξάνεται διαρκώς.
Τριάντα χρόνια μετά, η Θεσσαλονίκη ίσως παραμείνει η ίδια: μια πόλη που κινείται, αλλά και περιμένει.