Καταδικάστηκε ο γιατρός για την υπόθεση δωροληψίας – Όσα είπαν κατηγορούμενος και μάρτυρες – Το χρονικό της υπόθεσης
Σε ποινή φυλάκισης ενός έτους με τριετή αναστολή και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ καταδικάστηκε ο γιατρός που ενεπλάκη σε υπόθεση δωροληψίας
Σε ποινή φυλάκισης ενός έτους με τριετή αναστολή και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ καταδικάστηκε ο γιατρός που ενεπλάκη σε υπόθεση δωροληψίας, σύμφωνα με απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε το πρωί της Δευτέρας ενώπιον του δικαστηρίου, όπου αρνήθηκε τις σε βάρος του αποδιδόμενες πράξεις.
Τι υποστήριξε ο κατηγορούμενος ενώπιον του δικαστηρίου
Αναφερόμενος στην ημέρα του επίμαχου περιστατικού, ο κατηγορούμενος υποστήριξε πως μετέβη απευθείας στο γραφείο του και στη συνέχεια στο χειρουργείο, όπου πραγματοποίησε δύο αρθροσκοπήσεις. Όπως είπε, ακολούθως προσήλθε η καταγγέλλουσα και ολοκληρώθηκε η διαδικασία της βιοψίας. Στη συνέχεια μετέβη σε θάλαμο ασθενών, όπου, όπως ανέφερε, απομάκρυνε τους συνοδούς, πραγματοποίησε τις απαραίτητες αλλαγές και ενέργειες και πριν μεταβεί στον επόμενο θάλαμο, τους ενημέρωσε ότι μπορούν να αποχωρήσουν.
Σχετικά με την επίμαχη συναλλαγή, ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι είδε τον γιο της ασθενούς να τον ακολουθεί, θεωρώντας ότι επιθυμεί απλώς να ενημερωθεί για την πορεία της. Καθώς του παρείχε σχετική ενημέρωση, ο τελευταίος φάνηκε αδιάφορος. Τότε, όπως υποστηρίζει, δέχθηκε τηλεφωνική κλήση, την οποία και απάντησε, ενώ ο γιος εισήλθε στο γραφείο του και, χωρίς καμία λεκτική συνεννόηση, άφησε χρήματα και αποχώρησε βιαστικά. Όπως ανέφερε, του φώναξε «περίμενε», χωρίς όμως ανταπόκριση.
Αμφισβητώντας τη βασιμότητα των κατηγοριών, ο κατηγορούμενος δήλωσε: «Ποια παράνομη πράξη τελείται με ανοιχτές πόρτες; Το γραφείο είναι κοινόχρηστο, οι πόρτες είναι ανοιχτές και υπάρχει διαρκής κινητικότητα. Αν ήθελα να τελέσω παράνομη πράξη, δεν θα το έκανα σε τέτοιο χώρο».
Τέλος, ο γιατρός δήλωσε ότι συμπονά την ασθενή και εύχεται να ξεπεράσει την ασθένειά της, ενώ αναφέρθηκε και σε προσωπικά βιώματα, λέγοντας ότι τα τελευταία πέντε χρόνια έχει έρθει σε επαφή με τον καρκίνο μέσα στην ίδια του την οικογένεια. «Την πήρα από το χέρι και τη βοήθησα. Ποιος μπορεί να πιστέψει ότι θα έκανα κάτι τέτοιο; Είμαι αθώος», κατέληξε.
Τι ανέφεραν μάρτυρας και αστυνομικός
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, εξετάστηκαν μαρτυρικές καταθέσεις που σχετίζονται με περιστατικό φερόμενου χρηματισμού ιατρού σε δημόσιο νοσοκομείο. Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε ένας εκ των μαρτύρων, ο ίδιος και ο αδελφός του παρέδωσαν στον κατηγορούμενο ιατρό το ποσό των 300 ευρώ, το οποίο είχε προηγουμένως σημανθεί από τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές. Όπως ανέφερε, «η μητέρα μου ήταν κατακεκλιμένη μετά από βιοψία και δεν μπορούσε να μετακινηθεί. Εγώ, μαζί με τον αδελφό μου, παραδώσαμε το ποσό των 300 ευρώ στον ιατρό. Τον κατηγορούμενο δεν τον είχαμε συναντήσει ποτέ προηγουμένως». Πρόσθεσε ότι στις 18 του μηνός συνόδευσε τη μητέρα του στο νοσοκομείο, ενώ κατά την πρώτη της επίσκεψη είχε μεταβεί με τη συνοδεία της αδελφής του. Το πρόσωπο που, σύμφωνα με τον μάρτυρα, είχε συστήσει τον κατηγορούμενο στη μητέρα του, καταθέτει ως μάρτυρας υπεράσπισης.
Στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης κατέθεσε και αστυνομικός, ο οποίος είχε προηγουμένως συμμετάσχει σε επιχείρηση ελεγχόμενης παράδοσης χρημάτων. Όπως προέκυψε από την κατάθεσή του, ο ασθενής που συμμετείχε στην επιχείρηση εισήλθε στο γραφείο του κατηγορούμενου και παρέδωσε το ποσό των 300 ευρώ, αποτελούμενο από προσημειωμένα χαρτονομίσματα. Κατά την έξοδό του, ο ασθενής ενημέρωσε τον αστυνομικό ότι το ποσό είχε παραδοθεί, γεγονός που ενεργοποίησε την άμεση επέμβαση της αστυνομίας. Μετά την εξακρίβωση των στοιχείων ταυτότητας, ο ιατρός ερωτήθηκε εάν έλαβε το χρηματικό ποσό και απάντησε θετικά, επιδεικνύοντας τα χαρτονομίσματα τα οποία ταυτοποιήθηκαν ως προσημειωμένα. Ο ίδιος φέρεται να ισχυρίστηκε ότι δεν ζήτησε χρήματα από τον ασθενή, αλλά ότι εκείνος τού τα προσέφερε αυτοβούλως.
Στο νοσοκομείο ο ιατρός κατά τη πρώτη ημερομηνία της δίκης
Υπενθυμίζεται πώς ο 60χρονος ορθοπεδικός οδηγήθηκε μετά την σύλληψη του στον εισαγγελέα και σε βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα της δωροληψίας υπαλλήλου. Ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε να δικαστεί στο Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης την Παρασκευή 1 Απριλίου, ωστόσο δεν εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου. Εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος ανέφερε ότι ο εντολέας του αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας και δεν ήταν σε θέση να παραστεί στη δικάσιμο.
Κατά τη διαδικασία, η σύζυγος του κατηγορούμενου κατέθεσε στο δικαστήριο ότι ο σύζυγός της εισήχθη σε δημόσιο νοσοκομείο με συμπτώματα πόνου στο στήθος. Σύμφωνα με την ίδια, ο γιος τους την ενημέρωσε ότι ο 60χρονος νοσηλεύεται στην Καρδιολογική Κλινική. Υποβλήθηκε αίτημα αναβολής της υπόθεσης με την αιτιολογία ότι ο κατηγορούμενος επιθυμεί να παρευρεθεί αυτοπροσώπως στη δίκη, προκειμένου – όπως μεταφέρθηκε – να υποστηρίξει ότι είναι αθώος. Το αίτημα έγινε δεκτό με την επιβολή χρηματικής εγγύησης ύψους 800 ευρώ.
Το χρονικό της υπόθεσης
Η υπόθεση ήρθε στο φως ύστερα από καταγγελία 56χρονης ασθενούς, σύμφωνα με την οποία ο γιατρός φέρεται να ζήτησε χρηματικό ποσό ως αντάλλαγμα για την κάλυψη αναλωσίμων υλικών σε επικείμενη ιατρική πράξη (βιοψία), η οποία επρόκειτο να διενεργηθεί σε δημόσιο νοσηλευτικό ίδρυμα. Κατόπιν της καταγγελίας, οργανώθηκε επιχείρηση από την Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος, στο πλαίσιο της οποίας τα χρήματα προσημειώθηκαν και παραδόθηκαν στον γιατρό, ο οποίος συνελήφθη με τη διαδικασία του αυτοφώρου κατά τη στιγμή της συναλλαγής.
Από την έρευνα προέκυψε ότι πρόκειται για υπότροπο, καθώς ο ίδιος γιατρός είχε καταδικαστεί τον Οκτώβριο του προηγούμενου έτους από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης για συναφές αδίκημα. Ειδικότερα, του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης δέκα μηνών με τριετή αναστολή για δύο από τις τέσσερις περιπτώσεις δωροδοκίας που περιλαμβάνονταν στη δικογραφία, ενώ για τις υπόλοιπες είχε αθωωθεί.
Κατά την προανακριτική διαδικασία, η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι ο γιατρός, σε συνάντηση στο ιατρείο του, ενημέρωσε την ίδια και τον γιο της πως εφόσον η επέμβαση γινόταν σε ιδιωτική κλινική, το κόστος θα ανερχόταν έως και τις 20.000 ευρώ. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, στη συνέχεια τους ενημέρωσε πως, σε περίπτωση που επιλέξουν να προχωρήσουν στην επέμβαση εντός του δημόσιου νοσοκομείου, θα απαιτείτο η συμμετοχή εξωτερικού συνεργάτη, ο οποίος θα έπρεπε να πληρωθεί από την ίδια.
Με απόφαση του νοσοκομείου τέθηκε σε αναστολή καθηκόντων, μετά την προ ημερών σύλληψή του.