Στις Βρυξέλλες ο Μητσοτάκης για το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με βαριά ατζέντα
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συμμετέχει σήμερα, Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026, στη Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες, σε μια από τις πιο κρίσιμες ευρωπαϊκές συνεδριάσεις των τελευταίων μηνών, καθώς η Ένωση καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα την κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, την αβεβαιότητα γύρω από την Ουκρανία, τις πιέσεις στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, την ασφάλεια και άμυνα, αλλά και το μεταναστευτικό.
Η επίσημη ατζέντα της Συνόδου περιλαμβάνει, μεταξύ ακόμη την ανταγωνιστικότητα και την ενιαία αγορά, το επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο, καθώς και τα ζητήματα ασφάλειας, άμυνας και μετανάστευσης.
Η συνεδρίαση πραγματοποιείται σε μια συγκυρία έντονης γεωπολιτικής ρευστότητας, με την πολεμική κρίση στο Ιράν και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή να έχει ήδη προκαλέσει ανησυχία στην Ευρώπη για τις επιπτώσεις στις τιμές της ενέργειας, στην ενεργειακή ασφάλεια και συνολικά στη σταθερότητα της περιοχής. Ο ίδιος ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα, στην επιστολή πρόσκλησης προς τους ηγέτες, υπογράμμισε ότι η στρατιωτική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή προκαλεί παγκόσμια αστάθεια και ότι οι αρνητικές συνέπειες γίνονται ήδη αισθητές στην Ευρώπη, τόσο σε γεωπολιτικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο.
Σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναμένεται να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στις οικονομικές συνέπειες της κρίσης, επιμένοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να αξιοποιήσει την εμπειρία της ενεργειακής κρίσης του 2022, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η βασική ελληνική θέση είναι ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να αιφνιδιαστεί ξανά, αλλά να διαθέτει έτοιμο μηχανισμό άμεσης αντίδρασης, με προσωρινά, στοχευμένα και αποτελεσματικά εργαλεία στήριξης, εφόσον η κρίση αποκτήσει μεγαλύτερη διάρκεια ή βάθος. Ο πρωθυπουργός, μιλώντας προ ημερών στο Bloomberg στην Αθήνα, είχε τονίσει ότι η ΕΕ πρέπει να έχει έτοιμη μια «εργαλειοθήκη» παρεμβάσεων, ώστε να μην χαθεί πολύτιμος χρόνος, όπως είχε συμβεί το 2022 με την καθυστέρηση στη λήψη μέτρων για την ενέργεια.
Στο ίδιο πλαίσιο, η ελληνική πλευρά αναμένεται να αναδείξει ότι πυξίδα των αποφάσεων δεν μπορεί να είναι μόνο οι γενικοί δείκτες ανταγωνιστικότητας, αλλά πρωτίστως η αγοραστική δύναμη των πολιτών. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ήδη επισημάνει ότι η «άλλη όψη» της ανταγωνιστικότητας είναι η ανθεκτικότητα της καθημερινότητας των ευρωπαϊκών νοικοκυριών, προειδοποιώντας ότι μία νέα ενεργειακή αναταραχή θα μπορούσε να πυροδοτήσει ανατιμήσεις, πληθωριστικές πιέσεις και επιβράδυνση των επενδύσεων. Με αυτή τη λογική, η Αθήνα στηρίζει κατ’ αρχήν τις ευρωπαϊκές ιδέες για ένα συντονισμένο πλαίσιο αντίδρασης, αλλά επιμένει ότι οποιαδήποτε πρωτοβουλία πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη διαφορετική αφετηρία της σημερινής κρίσης, με ήδη υψηλές τιμές φυσικού αερίου και ρύπων, ώστε να μη δημιουργηθεί νέο πρόσθετο βάρος για επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Ιδιαίτερο βάρος αποκτά στη σημερινή Σύνοδο και η συζήτηση για τον γεωπολιτικό ρόλο της Ανατολικής Μεσογείου. Η Αθήνα αναμένεται να επισημάνει ότι η αμυντική στήριξη που παρείχε η Ελλάδα στην Κυπριακή Δημοκρατία, και στη συνέχεια η κινητοποίηση και άλλων κρατών-μελών, συνιστά έμπρακτη εκδήλωση ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Ο πρωθυπουργός είχε αναφέρει στη δημόσια συζήτησή του με το Bloomberg ότι η Ελλάδα ήταν η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που ανταποκρίθηκε στο αίτημα της Κύπρου, αποστέλλοντας δύο φρεγάτες και τέσσερα F-16, ενώ παράλληλα ανταποκρίθηκε και σε αίτημα της Βουλγαρίας για υποστήριξη στην αεράμυνα. Κατά την ελληνική προσέγγιση, αυτή η στάση καταδεικνύει όχι μόνο την επιχειρησιακή αξία της αλληλεγγύης, αλλά και τη στρατηγική βαρύτητα της Ανατολικής Μεσογείου για την ίδια την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Αυτό ακριβώς είναι και το επιχείρημα πίσω από την πάγια θέση της Αθήνας ότι η αμυντική στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να έχει πραγματικά προσέγγιση «360 μοιρών». Με άλλα λόγια, η Ευρώπη δεν μπορεί να σχεδιάζει την ασφάλειά της μόνο με το βλέμμα στραμμένο στα ανατολικά της σύνορα, αλλά οφείλει να ενσωματώνει πλήρως και τις απειλές που αναδύονται στο νότιο μέτωπο. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η ανασφάλεια στην ευρύτερη περιοχή και το παράδειγμα της Κύπρου ως κράτους-μέλους που βρίσκεται σε άμεση γειτνίαση με τις εστίες έντασης, ενισχύουν ακριβώς αυτή την ελληνική θέση, η οποία βρίσκει πλέον περισσότερο ακροατήριο σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Σε ό,τι αφορά το Ιράν, ο πρωθυπουργός αναμένεται να επαναλάβει ότι στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να είναι η αναζήτηση διπλωματικής λύσης που θα αντιμετωπίζει συνολικά το πρόβλημα, με έμφαση τόσο στο πυρηνικό όσο και στο βαλλιστικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Η ελληνική θέση παραμένει σαφής: αποκλιμάκωση, σταθερότητα και πολιτική διέξοδος, χωρίς στρατιωτική εμπλοκή της χώρας μας στις επιχειρήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη. Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ήδη ξεκαθαρίσει ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να συμμετάσχει σε ενδεχόμενη επιχείρηση στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ, όσο διαρκούν πολεμικές επιχειρήσεις, ενώ υπογράμμισε ότι μια τέτοια προοπτική δεν φαίνεται να συγκεντρώνει ουσιαστική ευρωπαϊκή βούληση.
Παράλληλα, η Αθήνα αναμένεται να αναδείξει και τη συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από την ευρωπαϊκή επιχείρηση «ΑΣΠΙΔΕΣ» στην Ερυθρά Θάλασσα, επισημαίνοντας ότι το προηγούμενο δεν επιτρέπει υπερβολικές προσδοκίες για μια ταχεία και μαζική ευρωπαϊκή στρατιωτική κινητοποίηση σε νέα μέτωπα. Ο πρωθυπουργός σημείωσε χαρακτηριστικά ότι στην επιχείρηση αυτή έφτασαν τελικά να συνεισφέρουν με ναυτικές δυνάμεις ουσιαστικά μόνο η Ελλάδα και η Ιταλία, γεγονός που αποτυπώνει τα όρια της ευρωπαϊκής στρατηγικής ετοιμότητας όταν καλείται να περάσει από τις διακηρύξεις στις επιχειρησιακές αποφάσεις.
Υπό αυτό το πρίσμα, η σημερινή παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στις Βρυξέλλες αποκτά ευρύτερη σημασία. Η ελληνική παρέμβαση δεν περιορίζεται σε μια διαχείριση της συγκυρίας, αλλά επιχειρεί να συνδέσει την άμεση κρίση με μια συνολικότερη ευρωπαϊκή συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα, την ενεργειακή επάρκεια, την ασφάλεια και τη στρατηγική αυτονομία της Ένωσης. Το μήνυμα της Αθήνας είναι ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να λειτουργεί με καθυστερημένα αντανακλαστικά ούτε να περιμένει την πλήρη εκδήλωση μιας κρίσης για να κινητοποιηθεί. Αντιθέτως, πρέπει να διαθέτει πολιτική ετοιμότητα, οικονομικά εργαλεία και γεωπολιτική αντίληψη που να ανταποκρίνονται στη νέα εποχή πολλαπλών και ταυτόχρονων κινδύνων