Ο πρώην δήμαρχος της Θεσσαλονίκης και η άγνωστη σχέση του με το πολύνεκρο ναυάγιο «Χειμάρρα»
Οι Βρετανοί τον τίμησαν με το Μετάλλιο Εξαίρετων Πράξεων.
Συνολικά 79 χρόνια συμπληρώθηκαν αυτές τις ημέρες από τη μέρα που η Ελλάδα «πάγωσε» στο άκουσμα μιας τραγικής είδησης: ήταν ένα ναυάγιο, το ναυάγιο του πλοίου «Χειμάρρα», το οποίο έμελλε να αποτελεί το πλέον πολύνεκρο ναυάγιο στη νεότερη ιστορία της ελληνικής ακτοπλοΐας.
Συνολικά 383 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στα παγωμένα νερά στον Ευβοϊκό κόλπο, σε ένα ναυάγιο που για τον λόγο αυτό χαρακτηρίστηκε «Ελληνικός Τιτανικός», μία μέρα μετά τη γιορτή του Αγίου Αθανασίου στις 19 Ιανουαρίου του 1947.
Ένας από τους διασωθέντες ήταν ο επί σειράν ετών αείμνηστος δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίνος Κοσμόπουλος, ο οποίος ελάχιστες φορές – και ποτέ στην οικογένειά του – διηγήθηκε έστω και κομμάτι των τραγικών αναμνήσεων που είχε από αυτή την τραγωδία. Πήγαινε όμως ως το τέλος της ζωής του την ημέρα της γιορτής του Αγίου Αθανασίου να ανάψει ένα κερί για τα θύματα, λέει στο TheOpinion η κόρη του Ιωάννα Κοσμοπούλου, διοικήτρια σήμερα στο νοσοκομείο «Άγιος Παύλος». «Γνωρίζαμε ότι ήταν στο ναυάγιο αυτό, αλλά σε μας δεν διηγήθηκε ποτέ τι έζησε. Όλοι ξέραμε, συγγενείς, φίλοι, οικογένεια. Πάντα πηγαίναμε να ανάψουμε ένα κεράκι, αλλά δεν θέλησε ποτέ να διηγηθεί τι είδε, τι έζησε», θυμάται η κ. Κοσμοπούλου.
Πώς βρέθηκε ο Κωνσταντίνος Κοσμόπουλος σε εκείνο το καράβι; Η ίδια γράφει σε ανάρτησή της:
«19 Ιανουαρίου 1947, την επομένη του Αγίου Αθανασίου, 4:10 τα ξημερώματα βυθίζεται στον νότιο Ευβοϊκό κόλπο ο ελληνικός “Τιτανικός”, η “Χειμάρρα’’, παρασέρνοντας στον βυθό 385 ψυχές. Ανάμεσά τους πολλά γυναικόπαιδα, πολιτικοί κρατούμενοι και χωροφύλακες συνοδοί. Ανάμεσα στους 160 επιζώντες ένας 19χρονος τότε πρωτοετής φοιτητής της Νομικής που πήγαινε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα για να συναντήσει τον πατέρα του, ο πατέρας μας.
Η ιστορία του πιο πολύνεκρου ναυαγίου της ελληνικής ακτοπλοΐας γνωστή. Η επιβίωση του πατέρα μας σε αυτό στους πολλούς άγνωστη. Ο ίδιος δεν μας αφηγήθηκε ποτέ το γεγονός. Γνωρίζαμε την ιστορία από τις θείες και τη γιαγιά μας. Ούτε μίλησε ποτέ δημόσια γι’ αυτό, παρά μόνο μία φορά πριν 30 περίπου χρόνια στον τότε Διευθυντή του ΜΠΕ Σπύρο Κουζινόπουλο. Το κομμάτι από την τότε αφήγησή του που παραθέτω, ίσως αποτελεί μια ερμηνεία για τη μετέπειτα σιωπή του:
«Πήδηξα στη θάλασσα όταν το βαπόρι άρχισε να μπατάρει. Δεν θα ξεχάσω τη νεκρική σιγή που επικράτησε για ένα λεπτό όταν το πλοίο εξαφανίστηκε από την επιφάνεια της θάλασσας. Μετά άρχισαν τα ουρλιαχτά. Άλλοι δεν είχαν σωσίβια, άλλοι δεν ήξεραν κολύμπι. Αρπάζονταν ο ένας από τον άλλο και παρασέρνονταν στο τέλος μαζί στον βυθό. Η θάλασσα είχε γεμίσει από ναυαγούς. Παλεύανε λίγο με το νερό και βουλιάζανε. Στα αυτιά μου έχω τις φωνές τους, “κρυώνω, κρυώνω”. Οι περισσότεροι ναυαγοί ύστερα από λίγη ώρα σιωπούσαν για πάντα…
Ευτυχώς, εγώ βρήκα ένα μεγάλο σανίδι να επιπλέει δίπλα μου, αρπάχτηκα από αυτό και κατάφερα να επιζήσω, κολυμπώντας 7 με 9 ώρες. Μαζί μας ήταν και μία Αγγλίδα στρατιωτική νοσοκόμα, η οποία επέζησε από το ναυάγιο αλλά έξι μήνες μετά αρρώστησε από πνευμονία και δυστυχώς πέθανε…».
Στις 29 Νοεμβρίου 2019, που ο “Ηρακλής” γιόρταζε τα 110 χρόνια του, έκανε ένα ιδιαίτερο αφιέρωμα στον πατέρα μας και το ναυάγιο της Χειμάρρας. Μου έκανε τότε εντύπωση που από όλες τις στιγμές της έντονης παρουσίας του στα αθλητικά δρώμενα οι υπεύθυνοι επέλεξαν ειδικά αυτό. Ίσως γιατί ποτέ δεν ανέφερε ότι ο ίδιος είχε σώσει την Αγγλίδα νοσοκόμα και γι’ αυτό λίγα χρόνια αργότερα οι Βρετανοί τον τίμησαν με το Μετάλλιο Εξαίρετων Πράξεων. Αυτός ήταν ο πατέρας μας!»
Γράφει μεταξύ άλλων ο ίδιος ο Σπύρος Κουζινόπουλος στο farosthermaikou.blogspot.com:
«Το ατμόπλοιο, είχε ναυπηγηθεί στη Γερμανία το 1905, με την ονομασία «Χέρτα», στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιήθηκε ως πλωτό νοσοκομείο και είχε παραχωρηθεί στην Ελλάδα, το 1946, όταν πλέον ήταν παμπάλαιο, ηλικίας 41 χρόνων, στο πλαίσιο των λεγόμενων … “Γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων”. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1946, μετά από σύντομες επισκευές στον Πειραιά, μετονομάστηκε και άρχισε να χρησιμοποιείται ως επιβατικό, μόλις, όμως, για τέσσερις μήνες, όταν και παρέσυρε στον υγρό του τάφο 383 ανθρώπους.
Απέπλευσε στις 8:30 το πρωί της 18ης Ιανουαρίου 1947, από τη Θεσσαλονίκη για τον Πειραιά, με 544 επιβάτες και 86 άνδρες πλήρωμα. Ήταν η περίοδος που η χώρα ζούσε τον αδελφοκτόνο Εμφύλιο Πόλεμο και η θαλάσσια διαδρομή από Θεσσαλονίκη προς Αθήνα θεωρούνταν από τις πιο ασφαλείς, καθώς τόσο το σιδηροδρομικό όσο και το οδικό δίκτυο της χώρας ήταν σε κακή κατάσταση, αν όχι ανύπαρκτα, ενώ δεν παρείχαν και ασφάλεια λόγω της δράσης των ανταρτικών τμημάτων, των παρακρατικών οργανώσεων αλλά και των κυβερνητικών δυνάμεων.
Οι εκδοχές του ναυαγίου
Στις 4:10 τα ξημερώματα της 19ης Ιανουαρίου το «Χειμάρρα» ενώ έπλεε στον Νότιο Ευβοϊκό προσέκρουσε λόγω της πυκνής ομίχλης στις βραχονησίδες «Βερδούγια», μεταξύ Νέων Στύρων και Αγίας Μαρίνας. Είναι η επικρατέστερη εκδοχή του ναυαγίου, γιατί υποστηρίχθηκαν και άλλες απόψεις, όπως ότι η πρόσκρουση έγινε σε μαγνητική θαλάσσια νάρκη ή ότι υπήρξε σαμποτάζ, που όμως δεν επιβεβαιώθηκαν.
Η σφοδρή πρόσκρουση, προκάλεσε εισροή υδάτων και σοβαρό πρόβλημα στο πηδάλιο του πλοίου, με αποτέλεσμα να παραμείνει ακυβέρνητο. Το πλήρωμα του «Χειμάρρα» δεν φρόντισε να διατηρήσει την τάξη κατά την εγκατάλειψη του σκάφους, που έγινε τελείως ανεξέλεγκτα.
Αν και το επιβατηγό βυθίστηκε μιάμιση ώρα αργότερα και σε απόσταση μόλις ενός μιλίου από την ακτή της Αγίας Μαρίνας, ο πανικός που επικράτησε κατά την εγκατάλειψη του πλοίου, το φοβερό ψύχος και τα ισχυρά θαλάσσια ρεύματα της περιοχής, είχαν ως αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους τουλάχιστον 383 άνθρωποι. Ανάμεσά τους πολλά γυναικόπαιδα, πολιτικοί κρατούμενοι και χωροφύλακες συνοδοί.
Οι ανακρίσεις τις επόμενες μέρες έδειξαν ότι ο ασύρματος του πλοίου δε λειτούργησε για να δώσει το στίγμα και να εκπέμψει SOS, καθώς με την έκρηξη καταστράφηκαν οι λυχνίες του πομπού. Επικράτησε μεγάλη σύγχυση και πανικός. Οι λέμβοι και σχεδίες βυθίζονταν από το μεγάλο αριθμό των επιβαινόντων ή ανατρέπονταν πριν ακόμη επιβιβαστούν σ’ αυτές οι ναυαγοί. Στο πλοίο επέβαιναν και πολλοί οπλίτες, οι οποίοι έπεφταν στη θάλασσα με τα ρούχα, με αποτέλεσμα να πνίγονται αμέσως στα παγωμένα νερά. Από τις ανακρίσεις επίσης προέκυψε ότι οι ένοπλοι χωροφύλακες και οπλίτες που επέβαιναν στη “Χειμάρρα” – 203 τον αριθμό – δεν επειθάρχησαν στις διαταγές του πλοιάρχου και κατέλαβαν πρώτοι τις ναυαγοσωστικές λέμβους, αφήνοντας στο πλοίο αβοήθητους γυναίκες και παιδιά.
Η φοβερή εμπειρία του Ντίνου Κοσμόπουλου
Ένας από τους λιγοστούς που επέζησαν από εκείνη τη φοβερή ναυτική τραγωδία, ήταν ο 19χρονος τότε πρωτοετής φοιτητής της Νομικής και αργότερα δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Ντίνος Κοσμόπουλος, που μετέβαινε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα για να συναντήσει τον πατέρα του. Σε μία συνομιλία που είχαμε πριν είκοσι πέντε περίπου χρόνια, όταν ο Κων.Κοσμόπουλος ήταν μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής κι εγώ Γενικός Διευθυντής του Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων, λίγη ώρα πριν αρχίσει μία από τις συνεδριάσεις του ΜΠΕ, που γινόταν τότε στο γνωστό «πατάρι» της οδού Αγγελάκη, ο τότε δήμαρχος μας είχε περιγράψει τη φοβερή εμπειρία της διάσωσής του από το ναυάγιο του «Χειμάρρα»:
«Εκείνο το μοιραίο βράδυ, δεν είχε θαλασσοταραχή, παρά μόνο λίγο κύμα. Ήταν χειμώνας και η θάλασσα ήταν παγωμένη. Εγώ, όπως και οι περισσότεροι επιβάτες, κοιμόμασταν, όταν μας ξύπνησε ένα δυνατό τράνταγμα. Άνοιξα τα μάτια και είδα ότι επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι. Ήταν θυμάμαι γύρω στις 4 τα ξημερώματα. Ανεβήκαμε στο κατάστρωμα, αλλά δεν βρισκόταν κανείς να μας δώσει οδηγίες τι να κάνουμε. Το πλήρωμα τα είχε χάσει, ενώ δεν υπήρχαν και τα ανάλογα σωστικά μέσα. Το βαπόρι δεν βάστηξε ούτε μια ώρα. Πήδηξα στη θάλασσα όταν άρχισε να μπατάρει. Δεν θα ξεχάσω τη νεκρική σιγή που επικράτησε για ένα λεπτό όταν το πλοίο εξαφανίστηκε από την επιφάνεια της θάλασσας. Μετά άρχισαν τα ουρλιαχτά. Άλλοι δεν είχαν σωσίβια, άλλοι δεν ήξεραν κολύμπι. Αρπάζονταν ο ένας από τον άλλο και παρασέρνονταν στο τέλος μαζί στο βυθό. Η θάλασσα είχε γεμίσει από ναυαγούς. Παλεύανε λίγο με το νερό και βουλιάζανε. Στα αυτιά μου έχω τις φωνές τους, “κρυώνω, κρυώνω”. Οι περισσότεροι ναυαγοί ύστερα από λίγη ώρα σιωπούσαν για πάντα»… Ευτυχώς, εγώ βρήκα ένα μεγάλο σανίδι να επιπλέει δίπλα μου, αρπάχτηκα από αυτό και κατάφερα να επιζήσω, κολυμπώντας 7 με 9 ώρες. Μαζί μας ήταν και μία Αγγλίδα στρατιωτική νοσοκόμα, η οποία επέζησε από το ναυάγιο αλλά έξι μήνες μετά αρρώστησε από πνευμονία και δυστυχώς πέθανε…
Είχε φτάσει πια μεσημέρι, όταν μας μάζεψαν κάτι καΐκια από τη Ραφήνα και μας πήγαν στα Στύρα Ευβοίας, όπου μας φιλοξένησαν κάποιοι καλοί άνθρωποι με τους οποίους κράτησα επαφή για κάμποσο καιρό. Τις πρώτες ώρες, το σπίτι μου και η γειτονιά μου με έκλαιγαν, γιατί θεωρούσαν ότι είχα πνιγεί. Ευτυχώς, αν και ήταν μια δύσκολη στιγμή της ζωής μου, δεν μου άφησε σημάδια. Απλώς, αναπόφευκτα κάθε φορά που ακούω για κάποιο ναυάγιο, δεν μπορώ παρά να θυμηθώ εκείνες τις στιγμές»… Την αγγλίδα νοσοκόμα, την είχε σώσει ο ίδιος ο Ντίνος Κοσμόπουλος, γιαυτό και λίγα χρόνια αργότερα οι Βρετανοί τον τίμησαν με το Μετάλλιο Εξαίρετων Πράξεων.
Ένα συγκινητικό περιστατικό
Ο αξέχαστος Ντίνος Κοσμόπουλος μας αφηγήθηκε με συγκίνηση και ένα περιστατικό, αρκετά χρόνια αργότερα, όταν μια κυρία από τη Φλώρινα χτύπησε κάποια στιγμή την πόρτα του, στο δημαρχείο Θεσσαλονίκης. «Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από το ναυάγιο όταν αντίκρισα αυτήν τη γυναίκα που σώθηκε μαζί μου. Είχε κρατηθεί από ένα βαρέλι και μετά την πήραμε στην ίδια σανίδα. Κάθισε στο γραφείο μου, τα λέγαμε με τις ώρες και κλαίγαμε μαζί καθώς θυμόμασταν λεπτομέρειες από την περιπέτεια που ζήσαμε. Ήταν συγκινητικό»… Το ατμόπλοιο «Χειμάρρα», που είχε ναυπηγηθεί το 1905, χρησιμοποιούνταν από τους Γερμανούς στη διάρκεια του πολέμου ως πλωτό νοσοκομείο. Ενώ η βύθισή του στο νότιο Ευβοϊκό, παρασέρνοντας στον υγρό τάφο 383 άτομα, υπήρξε το πλέον πολύνεκρο ναυάγιο ελληνικού πλοίου που δεν προκλήθηκε από πολεμικές ενέργειες. Είχε προηγηθεί στις 27 Σεπτεμβρίου 1943, την περίοδο της κατοχής, η βύθιση στο Αργοστόλι του επιβατηγού «Αρντένα» με 700 νεκρούς»