«Μνήμη ή εκκαθάριση;» – Οι ηθοποιοί της «Πλατφόρμας» στο TheOpinion

Ο Βασίλης Βασιλείου, η Στέλλα Νικολαΐδου, ο Μιχάλης Στεφανίδης και ο Χρήστος Τζιώτας είναι οι τέσσερις πρωταγωνιστές της θεατρικής «Πλατφόρμας», και μιλούν στο TheOpinion και στη Δέσποινα Δαϊλιάνη.

«Μνήμη ή εκκαθάριση;» – Οι ηθοποιοί της «Πλατφόρμας» στο TheOpinion

Η Εταιρεία Θεάτρου αντίqρηση παρουσιάζει το έργο του Νίκου Νικήτογλου, «Η Πλατφόρμα», σε σκηνοθεσία Νικόλα Μαραγκόπουλου, κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο Θέατρο ΑΥΛΑΙΑ.

Σε έναν κόσμο ψηφιακής υπερδιέγερσης, στον οποίο ζούμε για να ξεχνάμε και ξεχνάμε να ζήσουμε, ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν έναν τρόπο για να απαλλαγούν από τον θόρυβο του διαδικτύου και το βάρος του ψηφιακού τους αποτυπώματος.

Αυτό, ακριβώς, υπόσχεται «Η Πλατφόρμα». Μέσα σε έναν κλειστό χώρο, χωρίς διαφυγή, οι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με την απόλυτη πρόκληση: τη διαγραφή του τραύματος και την «ασφάλεια» που προσφέρει η λήθη.

Με αφορμή αυτήν τη σύγχρονη υπαρξιακή αλληγορία, οι συντελεστές της παράστασης μοιράστηκαν στο TheOpinion τον τρόπο που χρησιμοποιούν τα ψηφιακά μέσα και η συζήτηση επεκτάθηκε στη συναισθηματική αποξένωση, στην αναζήτηση μιας υγιούς διεξόδου από τη διαρκή ψηφιακή διάσπαση και σε όσα αντιπροσωπεύει «Η Πλατφόρμα» για τον καθένα από αυτούς.

Ποια είναι η προσωπική σας σχέση με τον ψηφιακό κόσμο και με ό, τι αυτός συνεπάγεται; Νιώσατε έστω και λίγο «άβολα» για κάποια από τις συνήθειές σας μετά από την επαφή σας με τη συγκεκριμένη παράσταση, με την «Πλατφόρμα»;

Βασίλης Βασιλείου: Η αλήθεια είναι πως είμαι ένας άνθρωπος, ο οποίος ασχολείται πολύ με τα social media. Περνάω αρκετό χρόνο, κοιτώντας την οθόνη του κινητού μου. Πολλές φορές, συνειδητοποιώ ότι σπαταλάω την ώρα μου, κάνοντας απλώς ατελείωτο scroll.

Στις πρόβες αλλά και σε όλη τη δημιουργική διαδικασία, κατάλαβα ότι, αυτός ο ψηφιακός κόσμος που μπαίνω και αναλώνομαι καθημερινά, επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την ψυχολογία μου, τον τρόπο που σκέφτομαι και πώς βλέπω τους άλλους ανθρώπους.

Στέλλα Νικολαΐδου: Χιουμοριστικά θα πω ότι με σώζει η άγνοια! Ανήκω σε μια γενιά που πρόλαβε να μπορεί να λειτουργήσει και χωρίς τον ψηφιακό κόσμο, και, ως έναν βαθμό, αρνείται να ταυτιστεί με όλη αυτήν την καινούργια πραγματικότητα. Σαφώς χρησιμοποιώ την τεχνολογία, αλλά η συμμετοχή μου, τουλάχιστον στα social media, είναι μικρή και, συνήθως, με μια αυτοσαρκαστική διάθεση.

Θέλω να πω ότι σίγουρα δεν θα μετρήσω τα like, δεν θα ανακοινώσω την κάθε μου διάθεση ή τις τοποθεσίες που επισκέφτηκα, ούτε θα χρησιμοποιήσω φίλτρα —άσε που δεν ξέρω πώς να το κάνω! Οπότε, με αυτήν την έννοια, δεν υπάρχει κάποιος «ψηφιακός εαυτός» που να αντικαθιστά ή να εξισώνεται με τον «υπαρκτό εαυτό».

Αυτό, όμως, που συνειδητοποίησα πολύ καθαρά μετά την παράσταση, είναι μια φράση που λέει ο Μαξ στο έργο, όταν τον ρωτούν αν πάσχει από αϋπνία: «Μερικές φορές ξεχνιέμαι με το κινητό και περνάει η ώρα». Είναι μια μορφή εθισμού.

Μιχάλης Στεφανίδης: Όπως και να το κάνουμε, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι ψηφιακές κοινωνικές συναναστροφές έχουν εισβάλει για τα καλά στη ζωή και στην καθημερινότητά μας. Η προσωπική μου σχέση με τον ψηφιακό κόσμο είναι άλλοτε τυπική κι άλλοτε καταχρηστική.

Συχνά, συνειδητοποιώ ότι αφιερώνω πολύ χρόνο ενασχόλησης με gadgets: με το κινητό μου, τον υπολογιστή μου, τα ακουστικά μου. Άλλες φορές, πιάνω τον εαυτό μου να αργεί πάρα πολύ να κοιμηθεί εξαιτίας του scrolling σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, όπως το instagram.

Υπήρξαν, λοιπόν, αρκετές περιπτώσεις, κατά τις οποίες το κείμενο αλλά και η ίδια η παράσταση με έφεραν σε «άβολη» θέση. Διαπίστωσα πόσος χρόνος χάνεται μέσα στη μέρα —όχι μόνο στη δική μου, αλλά και στων ανθρώπων γενικότερα— λόγω της ενασχόλησης με την ψηφιακή μας εικόνα, με το πώς θέλουμε να δείχνουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά και με το πόση ενέργεια καταναλώνουμε, μπαίνοντας στη λούπα της ψηφιακής συνήθειας.

Χρήστος Τζιώτας: Δεν θα έλεγα ότι έχω νιώσει «άβολα». Επισκέπτομαι καθημερινά τις ψηφιακές πλατφόρμες. Αρκετές φορές, μάλιστα, καταναλώνω πολύ χρόνο.

Ωστόσο, αυτό με εκνευρίζει. Είναι τελείως «έξω» από μένα.

Οι χαρακτήρες που υποδύεστε, επιζητούν τη λήθη. Πώς, όμως, θα καταφέρουμε να σταθούμε δίπλα στον συνάνθρωπό μας, αν περιέλθουμε σε αυτήν;

Στέλλα Νικολαΐδου: Υποδύομαι τη Μιράντα, η οποία δημιούργησε τη δυνατότητα της ψηφιακής και συνολικής λήθης. Η Μιράντα πιστεύει πως υπάρχει ένα σημείο, όπου η μνήμη παύει να είναι εμπειρία και γίνεται «θόρυβος».

Η λήθη, κατά έναν τρόπο, είναι παραίτηση· όχι με την έννοια της αποτυχίας, αλλά με αυτήν της ανακούφισης από τη συνεχή προσπάθεια. Η επιλογή της λήθης, όμως, πέρα από την απελπισία και την ψυχολογική εξάντληση, κρύβει και μια εγωιστική πλευρά: την πλευρά που θέτει ως προτεραιότητα την απόλυτη αυτοπροστασία και την τοποθετεί πάνω από οποιαδήποτε συμπαράσταση ή παρουσία δίπλα σε κάποιον άλλον.

Μιχάλης Στεφανίδης: Ο χαρακτήρας που υποδύομαι είναι η Σύλβια. Η κύρια δουλειά της στον χωροχρόνο της παράστασης είναι να προσφέρει τη λήθη στους ανθρώπους, παίρνοντας ως αντάλλαγμα τη μνήμη και, ως επακόλουθο, την ταυτότητά τους.

Κάθε άνθρωπος που επισκέπτεται την πλατφόρμα πρέπει να αποστερηθεί της μνήμης του, έτσι ώστε να προχωρήσει στο τελικό στάδιο: στην απώλεια των αναμνήσεων, στην απόλυτη ηρεμία. «Η Πλατφόρμα» μεταφράζει τη μνήμη ως «θόρυβο», τον οποίο οι άνθρωποι θέλουν να εξαλείψουν.

Η παράσταση μάς αποκαλύπτει πως για να έχει επιτυχημένη έκβαση η διαδικασία, θα πρέπει να υπάρξει και απώλεια οποιασδήποτε κοινωνικής συναναστροφής. Ο άνθρωπος, πλέον, θα μπορεί να είναι ήρεμος, αλλά θα πρέπει να είναι και μόνος του. Δεν θα μπορεί να συνυπάρξει, να φροντίσει, να συναναστραφεί με τον συνάνθρωπό του.

Πολλές από τις τύψεις, που νιώθει κάποιος, προέρχονται από γεγονότα που συνέβησαν σε διαπροσωπικές σχέσεις και, συνήθως, επιζητά να τα ξεχάσει, να τα διαγράψει από τη μνήμη του. Επιπρόσθετα, η ανάγκη για το συνεχές «φαίνεσθαι», εξαιτίας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, προκαλεί μια αναπόφευκτη κούραση, την οποία ο καθένας θέλει να αποβάλει. Έτσι, λοιπόν, η ανάγκη για οποιαδήποτε συνύπαρξη ή συναναστροφή περνάει σε δεύτερη μοίρα.

Χρήστος Τζιώτας: Λειτουργώ πολύ με τη μνήμη, αναζητώ τα παλιά παντού. «Πάω πίσω, για να πάρω φόρα να πάω μπροστά». Δεν θα επέλεγα τη λήθη, ακόμα κι αν «η μνήμη δεν είναι πάντα ευλογία», όπως λέει ο ήρωας που υποδύομαι στο έργο.

Δεν ξέρω αν μπορείς να σταθείς χωρίς μνήμη. Ακόμα και τότε, όμως, θέλω να πιστεύω ότι μένει η αίσθηση των πραγμάτων, των προσώπων, των εικόνων…

Βασίλης Βασιλείου: Ο ρόλος που υποδύομαι, ο Μαξ, πηγαίνει στην πλατφόρμα για να διαγράψει το ψηφιακό του αποτύπωμα και να ηρεμήσει από τον «θόρυβο».

Δεν μπορεί να σκεφτεί τον συνάνθρωπό του, γιατί το δικό του εσωτερικό έχει «σκοτεινιάσει» τόσο πολύ, που όλα τα υπόλοιπα είναι, πλέον, περιττά. Το μόνο που πιστεύει πως θα τον σώσει, είναι η λήθη.

Μπαίνοντας, όμως, στη λήθη, θεωρώ ότι δεν μπορούμε να σταθούμε ο ένας πλάι στον άλλον.

Με ποιον τρόπο, τελικά, μπορούμε να προστατευτούμε από τον «θόρυβο» που προκαλείται, χωρίς να καταλήξουμε σε έναν κλειστό χώρο που στερείται διεξόδου;

Μιχάλης Στεφανίδης: Ο άνθρωπος είναι πολύ δύσκολο να καταφέρει να προστατευτεί από τον «θόρυβο» με τις συνήθειες που έχει αποκτήσει. Οι υποχρεώσεις, οι ανθυγιεινές πρακτικές, το υπερφορτωμένο πρόγραμμα της καθημερινότητας αλλά και η επιβολή μιας συνεχούς ψηφιακής και τεχνολογικής εξέλιξης προκαλούν ένα ύψιστο βάρος.

Όταν αυτό το βάρος φτάσει σε έναν βαθμό που ο άνθρωπος δεν μπορεί να ανταπεξέλθει, θα πρέπει να υπάρξει και μια άλλου είδους διαχείριση από τον ίδιο. Είναι πολύ εύκολο να εξαρτάσαι από την εικόνα σου στον ψηφιακό κόσμο, κάτι που στην πορεία θα «καταπιεί» την ουσιαστική σου ταυτότητα.

Το στοίχημα, λοιπόν, είναι να αποφασίσουμε συνειδητά κατά πόσο θα επιτρέψουμε στους ψηφιακούς «κανόνες» να μας καθορίσουν.

Χρήστος Τζιώτας: Πιστεύω πως αν κάποιος θέλει να προστατευτεί από τον «θόρυβο», θα βρει τον τρόπο, ακόμα κι αν παραμείνει μέσα σ’ αυτόν.

Βασίλης Βασιλείου: Νομίζω ότι ο μοναδικός δρόμος για να αποφύγουμε αυτόν τον συνεχή «θόρυβο», είναι να είμαστε «ανοιχτοί» στην αγάπη και στο βλέμμα των αγαπημένων μας, και να συνεχίζουμε να νιώθουμε, ακόμα κι αν αυτό, πολλές φορές, γίνεται ανυπόφορο.

Στέλλα Νικολαΐδου: Ο «θόρυβος» είναι κάτι που μας επιβάλλεται με την υπερπληροφόρηση, με τις συνεχείς εναλλαγές εικόνων και βίντεο που δεν αντέχουμε να διαρκούν πάνω από τρία λεπτά, με τις στοχευμένες διαφημίσεις που μας ωθούν στην υπερκατανάλωση. Ταυτόχρονα, είναι και κάτι που ακούσια επιτρέπουμε να μας βαρύνει, όταν καταφεύγουμε σε συγκρίσεις, σε επιδιώξεις τεχνητών προτύπων ή σε αναρτήσεις που κρύβουν απλώς μια ανάγκη επιβεβαίωσης.

Θα έλεγα —με φόβο να ακουστεί κοινότοπο— ότι η απάντηση κρύβεται στην αληθινή επικοινωνία, στην παιδεία και στην εφαρμογή του «παν μέτρον άριστον».

Τι σηματοδοτεί «Η Πλατφόρμα» για τον καθένα από εσάς;

Χρήστος Τζιώτας: Αυτό το διάστημα βρίσκομαι μες στην «Πλατφόρμα», οπότε την απάντησή μου τη δίνω από σκηνής.

Βασίλης Βασιλείου: «Η Πλατφόρμα» σηματοδοτεί, για μένα, την ανάγκη του ανθρώπου να υπάρχει, να είναι αρεστός και να σκέφτεται ότι είναι σημαντικός, έστω και για ένα ζευγάρι μάτια.

Όταν αυτό σταματάει να συμβαίνει και «περνάει στην άβυσσο», τότε ο καθένας ψάχνει μια… πλατφόρμα, έναν χώρο που θα τον αγαπήσουν όπως είναι.

Στέλλα Νικολαΐδου: «Η Πλατφόρμα» είναι η λύτρωση από τον «θόρυβο». Η ανακούφιση, όταν δεν πονάς πια. Η ανάγκη για μια δεύτερη ευκαιρία. Η αποκάλυψη μιας άλλης πραγματικότητας. Η ενσάρκωση της φιλοδοξίας για το δικαίωμα του ανθρώπου να έχει έλεγχο πάνω στα ίχνη που αφήνει πίσω του.

Και για μένα, προσωπικά, μια καταπληκτική εμπειρία με φοβερούς συνεργάτες!

Μιχάλης Στεφανίδης: «Η Πλατφόρμα» είναι ένας φανταστικός χώρος, που θέτει το εξής ερώτημα: «Μνήμη ή εκκαθάριση;». Το δίλημμα είναι τόσο μεγάλο, που προβληματίζει ακόμα και τον πιο σίγουρο θεατή.

Προσωπικά, μου ανοίγει ένα κεφάλαιο με άπειρα ερωτήματα που αφορούν την ουσία του ανθρώπου, την εξέλιξή του, τους παράγοντες των επιθυμιών του, τον αντίκτυπο των επιλογών του. Χωρίς ταυτότητα, το μόνο που μένει είναι η αναπνοή. Χωρίς συναίσθημα, το μόνο που μένει είναι η κίνηση.

Θέλουμε, λοιπόν, να απαλλαγούμε από την ταυτότητά μας για να εξασφαλίσουμε σίγουρη ηρεμία ή να συνεχίσουμε να ζούμε, κουβαλώντας ό, τι μας πονάει;

Αν έξω από την αίθουσα του θεάτρου υπήρχε πράγματι μια τέτοια… πλατφόρμα, πόσοι από τους θεατές πιστεύετε ότι θα έμπαιναν μέσα, αποχωρώντας από την παράσταση; Ή και όχι;

Βασίλης Βασιλείου: Θέλω να πιστεύω ότι κανένας από τους θεατές μας δεν θα μπει σε μια πλατφόρμα, γιατί είμαστε οι μνήμες μας, οι εκδρομές που έχουμε κάνει ως παιδιά και τα τραύματα που είναι χαραγμένα μέσα μας.

Στέλλα Νικολαΐδου: Το θέμα δεν είναι πόσοι θα έμπαιναν στην πλατφόρμα, αλλά πόσοι —και είναι, πραγματικά, αρκετοί— ταυτίζονται με κάποια από τα σημεία που θίγει η παράσταση.

Νομίζω ότι ο καθένας θα βρει κάτι που θα του θυμίσει στοιχεία της ζωής του και, σίγουρα, θα προβληματιστεί για το πού θα έφτανε για να τα διαγράψει.

Μιχάλης Στεφανίδης: Πιστεύω πως, ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων, θα επισκεπτόταν την πλατφόρμα στην πραγματική ζωή. Δυστυχώς, όσο απαισιόδοξο και να ακούγεται, η ανθρώπινη ψυχή, μπουχτισμένη πια, λυγίζει ολοένα και περισσότερο.

Πιστεύω, λοιπόν, πως κάποιοι θα παραμελούσαν ή θα απαρνούνταν την ταυτότητά τους, με αντάλλαγμα τη σίγουρη ηρεμία και την απαλλαγή από κάθε σκέψη.

Βέβαια, για να προσθέσω και μια νότα αισιοδοξίας, νομίζω ότι ο περισσότερος κόσμος θα μπορούσε να μπει στη διαδικασία να αναθεωρήσει για την ταυτότητά του και, έτσι, να την προστατεύσει με πιο ισχυρό τρόπο.

Χρήστος Τζιώτας: Ελπίζω κανένας!

Πληροφορίες

«Η Πλατφόρμα» του Νίκου Νικήτογλου

Θέατρο ΑΥΛΑΙΑ (Τσιμισκή 136, Πλατεία ΧΑΝΘ)

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: κάθε Δευτέρα & Τρίτη στις 21:30

Ηλεκτρονική προπώληση εισιτηρίων: more.com

Διάρκεια: 75 λεπτά

Η παράσταση πραγματοποιείται με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού

Ταυτότητα παράστασης

Συγγραφέας: Νίκος Νικήτογλου

Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Νικόλας Μαραγκόπουλος

Πρωτότυπη μουσική σύνθεση: Θοδωρής Παπαδημητρίου

Σκηνικά – Κοστούμια: Νίκη Αγγελίδου

Κινησιολογία: Αλέξης Τσιάμογλου

Video artist: Θανάσης Ανδρεάδης

Sound design: Ορέστης Καραμανλής

Φωτισμοί: Σωτήρης Ρουμελιώτης

Φωτογραφίες: Τάσος Θώμογλου

Βοηθός σκηνοθέτη: Νίκη Ζερβού

Οργάνωση παραγωγής: Δόμνα Χουρναζίδου

Υπεύθυνη επικοινωνίας: Αλεξάνδρα Κασιούμη

Παραγωγή: Εταιρεία Θεάτρου αντίqρηση

Επί σκηνής

Βασίλης Βασιλείου

Στέλλα Νικολαΐδου

Μιχάλης Στεφανίδης

Χρήστος Τζιώτας