Κ. Πιερρακάκης: Η Θεσσαλονίκη εκφράζει αυτό που θέλουμε να γίνει η Ελλάδα (ΦΩΤΟ-VIDEO)

Κ. Πιερρακάκης: Η Θεσσαλονίκη εκφράζει αυτό που θέλουμε να γίνει η Ελλάδα (ΦΩΤΟ-VIDEO)

«Η Θεσσαλονίκη εκφράζει ίσως σήμερα περισσότερο από ποτέ αυτό που θέλουμε να γίνει η Ελλάδα: μια χώρα πιο παραγωγική, πιο σύγχρονη, πιο ισχυρή και πιο αισιόδοξη», ανέφερε, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακακης στην ομιλία του στην εκδήλωση με θέμα «Το Μέλλον της Ελληνικής Οικονομίας» που διοργάνωσε το Οικονομικό Επιμελητήριο Κεντρικής Μακεδονίας στο συνεδριακό κέντρο Ιωάννης Βελλίδης.

Στο επίκεντρο της ομιλίας του βρέθηκε η «μεγάλη μετάβαση» που, όπως υπογράμμισε, πραγματοποιεί η χώρα και πρέπει να ολοκληρώσει: η μετάβαση από την οικονομία της κρίσης και της επιβίωσης σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, βασισμένο στις επενδύσεις, την εξωστρέφεια, την τεχνολογία και τη γνώση.

Ο κ. Πιερρακάκης αναφέρθηκε αρχικά στη διαδρομή που ακολούθησε η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, υπενθυμίζοντας ότι μετά την οικονομική κρίση ακολούθησε μια σειρά από αλλεπάλληλες κρίσεις: η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, ο πόλεμος στην ευρωπαϊκή γειτονιά, οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή και η γενικότερη αστάθεια ενός κόσμου που αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα.

Παρά το δυσμενές διεθνές περιβάλλον, όπως είπε, η Ελλάδα κατάφερε να σταθεί όρθια. Και αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν έγινε τυχαία. «Αυτή τη φορά υπήρχε σχέδιο, πυξίδα, σταθερότητα και ηγεσία. Υπήρχε πολιτική βούληση να αλλάξουν πράγματα που για δεκαετίες θεωρούσαμε σχεδόν αδύνατο να αλλάξουν», σημείωσε.

 Κάνοντας έναν απολογισμό της πορείας από το 2019 έως σήμερα, ο υπουργός περιέγραψε μια χώρα που τότε προσπαθούσε ακόμη να επουλώσει τις πληγές της κρίσης. Οι επενδύσεις στην Ελλάδα βρίσκονταν στο 11% του ΑΕΠ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν περίπου 21%, η ανεργία άγγιζε το 17%, το τραπεζικό σύστημα παρέμενε εγκλωβισμένο στα κόκκινα δάνεια και η διεθνής εμπιστοσύνη προς τη χώρα ήταν εύθραυστη.

Σήμερα, όπως υπογράμμισε, η εικόνα είναι διαφορετική. Οι επενδύσεις έχουν φτάσει στο 17% του ΑΕΠ, η ανεργία έχει υποχωρήσει κοντά στο 8%, έχουν δημιουργηθεί περίπου 500.000 νέες θέσεις εργασίας και η Ελλάδα έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα. «Έχουμε ακόμα δρόμο να καλύψουμε, αλλά τον καλύπτουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις πρόωρες αποπληρωμές χρέους, απαντώντας εμμέσως στην κριτική της αντιπολίτευσης. Όπως είπε, πίσω από αυτή την επιλογή υπάρχει ένα βαθύ πολιτικό μήνυμα, καθώς η σημερινή κυβέρνηση, αντί να μεταφέρει βάρη στις επόμενες γενιές, επιχειρεί να τα μειώσει. Σύμφωνα με τον ίδιο, κάθε δισεκατομμύριο που αποπληρώνεται πρόωρα εξοικονομεί περίπου 30 εκατομμύρια ευρώ σε τόκους, ενώ μέχρι σήμερα έχουν αποπληρωθεί 26,5 δισ. ευρώ και έχουν εξοικονομηθεί πάνω από 800 εκατομμύρια ευρώ.

Ο κ. Πιερρακάκης στάθηκε και στο ορόσημο του 2032, το οποίο στο παρελθόν παρουσιαζόταν ως πιθανή «βόμβα» για το ελληνικό χρέος. Όπως είπε, με τις κινήσεις που έχουν γίνει, η χώρα απομακρύνει αυτόν τον κίνδυνο και ενισχύει τη δημοσιονομική της αξιοπιστία. «Γινόμαστε η πρώτη κυβέρνηση που παίρνει βάρη από τους ώμους των επόμενων γενιών. Και αυτό είναι μια μεγάλη παρακαταθήκη», τόνισε.

Σημαντικό μέρος της τοποθέτησής του αφιερώθηκε και στο τραπεζικό σύστημα. Το 2019, όπως σημείωσε, η πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα ήταν αρνητική. Σήμερα, η χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις αυξάνεται, με την Ελλάδα να καταγράφει, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μέσο ετήσιο ρυθμό πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις 10,9% την περίοδο 2022-2025. «Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια οικονομία που παλεύει απλώς να επιβιώσει και σε μια οικονομία που ξαναβρίσκει τη δυνατότητα να χρηματοδοτεί την ανάπτυξή της», ανέφερε.

Ωστόσο, όπως διευκρίνισε, οι αριθμοί αυτοί δεν αποτελούν απλώς λογιστικές ασκήσεις ή στοιχεία οικονομικών εκθέσεων. Είναι, όπως είπε, η βάση πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί μια πιο δίκαιη κοινωνία. «Χωρίς ισχυρή οικονομία δεν υπάρχει κοινωνική πολιτική. Δεν υπάρχουν καλύτεροι μισθοί χωρίς δημοσιονομική σταθερότητα. Δεν υπάρχει προστασία χωρίς ανθεκτική οικονομία», σημείωσε.

Ο υπουργός υπογράμμισε ότι η ανθεκτικότητα της χώρας ήταν ένας σημαντικός σταθμός, αλλά όχι ο τελικός προορισμός. Ο μεγάλος στόχος της επόμενης δεκαετίας, όπως είπε, είναι η παραγωγική ανασυγκρότηση της Ελλάδας. Δηλαδή η συνολική αλλαγή του οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου ανάπτυξης.

«Για δεκαετίες η Ελλάδα αναπτυσσόταν μέσα από τον δανεισμό και την κατανάλωση. Αυτή η πορεία κατέρρευσε. Σήμερα ξεκινάμε κάτι διαφορετικό: μια οικονομία που θα παράγει, θα εξάγει, θα δημιουργεί μεγαλύτερη αξία και θα στηρίζεται στην τεχνολογία, την καινοτομία, την εξωστρέφεια και τη γνώση», τόνισε.

Ως ενδείξεις αυτής της αλλαγής ανέφερε τις μεγάλες επενδύσεις σε υποδομές, data centers, ψηφιακές υπηρεσίες, βιομηχανία, ενέργεια, ηλεκτρικές διασυνδέσεις, logistics, εξαγωγές, λιμάνια και μεταποίηση. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις εξαγωγές, οι οποίες από το 20% του ΑΕΠ το 2009 έχουν πλέον υπερδιπλασιαστεί και βρίσκονται στο 42%, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να διαμορφώνεται στο 51%.

«Το μοντέλο αλλάζει. Δεν έχει αλλάξει πλήρως ακόμη. Έχουμε δουλειά μπροστά μας», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η Ελλάδα, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, δεν συζητά πώς θα καταναλώσει περισσότερο, αλλά πώς θα παράγει περισσότερο, πώς θα δημιουργήσει αξία και πώς θα μετατρέψει τη γνώση σε παραγωγική δυναμική.

Στο επίκεντρο αυτής της νέας εποχής, όπως είπε, βρίσκεται η τεχνητή νοημοσύνη. Ο κ. Πιερρακάκης περιέγραψε τη σημερινή τεχνολογική αλλαγή ως τη μεγαλύτερη ίσως μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση, καθώς η ψηφιακή, η φυσική και η βιολογική σφαίρα συγκλίνουν, με την τεχνητή νοημοσύνη να αναδεικνύεται σε κυρίαρχη τεχνολογία.

«Το μέλλον ή το σχεδιάζεις ή το υφίστασαι», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να παρακολουθήσει παθητικά τις εξελίξεις, αλλά να διεκδικήσει ρόλο κόμβου ψηφιακών υπηρεσιών και καινοτομίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Στο σημείο αυτό αναφέρθηκε στο gov.gr, στην ψηφιακή οργάνωση του εμβολιασμού, στη μετάβαση στα δίκτυα 5G και γενικότερα στη δυνατότητα του ελληνικού κράτους να αλλάζει γρήγορα όταν υπάρχουν σχέδιο και πολιτική βούληση. Όπως είπε, μέσα σε λίγα χρόνια το κράτος πέρασε σε μεγάλο βαθμό από τη λογική της γραφειοκρατίας στη λογική της εξυπηρέτησης του πολίτη, με περισσότερες από 2.000 ψηφιακές υπηρεσίες διαθέσιμες.

Παράλληλα, αναγνώρισε ότι υπάρχουν ακόμη υπηρεσίες που δεν έχουν ψηφιοποιηθεί, επισημαίνοντας όμως ότι ο στόχος είναι η πλήρης μετάβαση σε ένα κράτος πιο απλό, πιο διαφανές και πιο παραγωγικό. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο, όπως είπε, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην προώθηση μεγάλων ψηφιακών έργων, όπως ο ψηφιακός φάκελος ασθενούς και η ολοκλήρωση του Κτηματολογίου.

«Το ψηφιακό κράτος είναι οριζόντια πολιτική. Είναι το θεμέλιο της νέας παραγωγικής Ελλάδας», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η επόμενη μεγάλη πρόκληση είναι η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης στην υγεία, την εκπαίδευση, τη Δικαιοσύνη, τη δημόσια διοίκηση και τις επιχειρήσεις, ιδίως τις μικρομεσαίες.

Ο κ. Πιερρακάκης συνέδεσε την οικονομική και τεχνολογική μετάβαση με τη γεωπολιτική πραγματικότητα. Όπως είπε, η Ευρώπη έχει εισέλθει σε μια εποχή όπου η «γεωπολιτική αθωότητα» έχει παρέλθει. Το κρίσιμο ερώτημα, κατά τον ίδιο, είναι αν η Ευρώπη θα είναι πρωταγωνίστρια ή θεατής στη νέα εποχή.

Για να συμβεί το πρώτο, όπως ανέφερε, η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερες επενδύσεις, καινοτομία, τεχνολογική αυτονομία και κινητοποίηση ευρωπαϊκών κεφαλαίων, ιδίως στην ενέργεια και τις υποδομές. Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη να προχωρήσει η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, ώστε η Ευρώπη να πάψει να λειτουργεί ως 27 κατακερματισμένες αγορές και να κινηθεί πιο ουσιαστικά ως ενιαία οικονομική δύναμη.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ελλάδα αντιμετωπίζεται πλέον διεθνώς ως αξιόπιστη χώρα. Και αυτή η αξιοπιστία, όπως είπε, είναι εθνικό κεφάλαιο που χτίζεται δύσκολα και χάνεται εύκολα. «Η μάχη της εποχής μας δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά και γεωπολιτική», τόνισε, υπογραμμίζοντας ότι μια αδύναμη οικονομία δύσκολα μπορεί να στηρίξει ισχυρή εξωτερική πολιτική, αξιόπιστη άμυνα και αποτελεσματική προστασία των εθνικών συμφερόντων.

Στο πλαίσιο αυτό, η οικονομική ισχύς συνδέεται άμεσα με την εθνική ισχύ. Η Ελλάδα, όπως είπε, πρέπει να κινείται με αυτοπεποίθηση, να γνωρίζει τη γεωπολιτική της αξία, να αξιοποιεί τη στρατηγική της θέση και να συμμετέχει στις μεγάλες ευρωπαϊκές αποφάσεις ως δύναμη σταθερότητας, αξιοπιστίας και συνεργασίας στην ευρύτερη περιοχή.

Ξεχωριστή θέση στην ομιλία του είχε η Θεσσαλονίκη. Ο κ. Πιερρακάκης τόνισε ότι η πόλη μπορεί να αποκτήσει ρόλο πρωταγωνιστή στη νέα οικονομική γεωγραφία της περιοχής, καθώς διαθέτει λιμάνι, πανεπιστήμια, εξωστρέφεια, γεωστρατηγική θέση και ανθρώπινο δυναμικό. Μπορεί, όπως είπε, να γίνει σημείο συνάντησης των Βαλκανίων, της Ανατολικής Μεσογείου και της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Σε αυτό το πλαίσιο ενέταξε τα μεγάλα έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη: το μετρό, το Flyover, την αναβάθμιση του λιμανιού, την ανάπλαση της ΔΕΘ, το Thess INTEC και το νέο Παιδιατρικό Νοσοκομείο στο Φίλυρο. Όλα αυτά, όπως ανέφερε, αποτελούν τμήματα ενός ενιαίου σχεδίου για τη Θεσσαλονίκη του 2030.

Παράλληλα, σημείωσε ότι στην Κεντρική Μακεδονία υλοποιούνται έργα ύψους 13,4 δισ. ευρώ, συνολικά 856 παρεμβάσεις, οι οποίες σημαίνουν νέες δουλειές, επενδύσεις, παραγωγή και νέα δυναμική για ολόκληρη τη Βόρεια Ελλάδα.

Κλείνοντας, ο κ. Πιερρακάκης υπογράμμισε ότι η περιφερειακή ανάπτυξη δεν είναι μόνο οικονομικός στόχος, αλλά εθνικός. «Μια ισχυρή Ελλάδα δεν μπορεί να είναι μια Ελλάδα πολλαπλών ταχυτήτων», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι η ανάπτυξη δεν θα έρθει μόνο από τα μεγάλα έργα, αλλά και από τις μικρές καθημερινές αλλαγές που βελτιώνουν τη ζωή των πολιτών, κρατούν τους νέους στον τόπο τους και δημιουργούν δυνατότητες σε κάθε περιφέρεια.

Το μήνυμά του ήταν ότι η χώρα δεν αρκεί να διατηρήσει τη σημερινή δυναμική. Πρέπει να επιταχύνει. «Η Ελλάδα έχει δύο επιλογές: ή θα κινηθεί με αυτοπεποίθηση, ταχύτητα και στρατηγικό σχέδιο ή θα κοιτά διαρκώς τον εαυτό της στον καθρέφτη και θα μείνει πίσω», ανέφερε, κλείνοντας με αιχμή κατά του λαϊκισμού, τον οποίο -όπως είπε- η χώρα έχει πληρώσει πολύ ακριβά στο παρελθόν.