Εικόνα εγκατάλειψης στον Λόφο της Τούμπας – «Γκρίζα ζώνη» μεταξύ υπηρεσιών η περιοχή (ΦΩΤΟ)
Στάση αναμονής για την ολοκλήρωση μελέτης της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας για τον δημοφιλή χώρο με την εντυπωσιακή θέα στην πόλη.
Εικόνα εγκατάλειψης στην περιοχή του Λόφου της Τούμπας καταγγέλλουν στο TheOpinion οι κάτοικοι και μιλούν για «γκρίζα ζώνη» μεταξύ των υπηρεσιών, ενώ έθεσαν το θέμα και κατά την πρόσφατη συναντησή τους με τον δήμαρχο, Στέλιο Αγγελούδη.
Ο παλαιότερος οικισμός της Θεσσαλονίκης έχει ανακαλυφθεί στο Λόφο της Τούμπας ή -όπως τον γνωρίζουν οι περίοικοι- της Τουμπίτσας, με το σημείο να έχει χαρακτηριστεί ως αρχαιολογικός χώρος.

Πρόκειται για ένα υπερυψωμένο κατά 23 μέτρα και εμβαδόν περί τα 30 στρέμματα λοφίσκο που περικλείεται από τις οδούς Εμπεδοκλέους, Κυκλαμίνων και Καλαβρύτων και αποτελεί «πόλο έλξης» για κατοίκους ολόκληρης της Θεσσαλονίκης.
Όπως καταγράφεται και στις φωτογραφίες αναγνωστών του TheOpinion, άγρια χόρτα, σκουπίδια, ξύλα και μπουκάλια βρίσκονται διάσπαρτα σε όλη την έκταση του λόφου.

Στο κεντρικό τμήμα του υπάρχει περίφραξη με συρματόπλεγμα και μία τεράστια λαμαρίνα η οποία καλύπτει το σημείο ανασκαφών που πραγματοποιεί για χρόνια το Τμήμα Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ο κάτοικος της περιοχής Νίκος Θωμάς, μιλά στο TheOpinion, για τις χρόνιες προσπάθειες των περίοικων προκειμένου ο χώρος να προστατευτεί.
«Εδώ και χρόνια, ακόμη με την προ προηγούμενη διοίκηση, είχαμε κάνει μία προσπάθεια να μαζέψουμε υπογραφές πολιτών που μένουν στην περιοχή για τη βελτίωση της εικόνας του χώρου, που αποτελεί σημείο έλξης για δεκάδες κατοίκους της πόλης. Να καθαριστεί, αν είναι δυνατόν να περιφραχτεί. Δεν έγινε τίποτα. Η δεύτερη παρέμβαση αφορούσε τα δέντρα. Άρχισαν να χαλάνε τα πεύκα από βαμβακάδα, μία ασθένεια που “ασπρίζει” το δέντρο και ξεραίνεται. Μετά από πολλή προσπάθεια ήρθαν και έκοψαν περί τα δέκα πεύκα, τα οποία είχαν ξεραθεί εντελώς. Επίσης προσπαθήσαμε τουλάχιστον το καλοκαίρι να έρχονται να μας καθαρίζουν τις πρασινάδες που το καλοκαίρι ξεραίνονται για να μην καούμε. Αν πάρουν φωτιά και τα περίπου 20 πεύκα, κινδυνεύουμε να καούμε. Η προσπάθεια επίσης που γίνεται από κάποιους εθελοντές της περιοχής είναι να ανεβαίνουν δύο με τρεις φορές το εξάμηνο για να καθαρίζουν το χώρο, γιατί ουσιαστικά δεν υπάρχει ούτε καθαριότητα του χώρου από το δήμο», δηλώνει αρχικά.

Παράλληλα, μιλά για μία «γκρίζα ζώνη» μεταξύ αρχαιολογικής υπηρεσίας και δήμου Θεσσαλονίκης.
«Από τον κεντρικό δήμο λένε ότι η ευθύνη είναι της αρχαιολογικής υπηρεσίας και ότι δεν τους επιτρέπεται κάποια παρέμβαση», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Αναφερόμενος στις λαμαρίνες υπογραμμίζει πως «τα κτίσματα που υπάρχουν από κάτω είναι χωμάτινα και θα καταστραφούν είτε με τη βροχή είτε με τον αέρα είτε με τον ήλιο. Μάλλον, δε θα υπάρχουν χρήματα για να κάνουν κάτι πιο σταθερό ή να βάλουν λαμαρίνες διαφανείς ή ένα σκέπαστρο όπως στη Σαντορίνη. Είναι σπίτια που έμενε κόσμος μέχρι 2 και 3 ορόφων, τα οποία είναι όμως χωμάτινα και αν εκτεθούν στις καιρικές συνθήκες θα καταστραφούν. Βρήκαν έναν πρόχειρο και μάλλον πιο φθηνό τρόπο για να τα προστατέψουν».

Ο ίδιος επισημαίνει πως πρόκειται για έναν δημοφιλή χώρο για τους Θεσσαλονικείς όλων των ηλικιών, οι οποίοι ιδίως κατά τους εαρινούς και θερινούς μήνες τον επισκέπτονται, ενώ παράλληλα τονίζει πως στο παρελθόν το σημείο επισκέπτονταν και χρήστες ναρκωτικών ουσιών, λόγω έλλειψης αστυνόμευσης.
«Τα αιτήματά μας ουσιαστικά αφορούσαν την τοποθέτηση περίφραξης, καλύτερο φωτισμό και καθαριότητα του χώρου», τονίζει.
Τι λέει ο δήμος
Το εν λόγω ζήτημα άνοιξε και πάλι κατά τη διάρκεια της πρόσφατης πρώτης «Ώρας των δημοτών» που πραγματοποίησε στο Πολιτιστικό Κέντρο της Τούμπας ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Στέλιος Αγγελούδης.
Ωστόσο, πρόκειται για αρχαιολογικό χώρο ο οποίος βρίσκεται στην αρμοδιότητα των Αρχαιολογικών Υπηρεσιών και του υπουργείου Πολιτισμού και -όπως γνωστοποιήθηκε στη συνάντηση με τους κατοίκους έπειτα από επικοινωνία της διευθύντριας μελετών του δήμου και της διευθύντριας της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας- εκπονείται μελέτη για την αξιοποίηση του χώρου, ενώ σε επόμενο στάδιο θα αναζητηθούν οι πόροι προκειμένου αυτή να υλοποιηθεί.
Ο χώρος έχει χαρακτηριστεί αρχαιολογικός, καθώς σχετικές έρευνες που άρχισαν το 1984 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα, αποκάλυψαν ένα αρχαίο κτίριο, με την αρχαιότερη φάση του οικισμού που βρισκόταν στο σημείο να τοποθετείται στο τέλος της πρώιμης εποχής του χαλκού(περίπου στα 2200 π.Χ).