Το ντοκιμαντέρ ως αφορμή για να μιλήσουμε για την Θεσσαλονίκη
Το 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ ανοίγει με ένα ερώτημα για τον ρόλο του κινηματογράφου, της μνήμης και των πολιτιστικών συνεργασιών στην πόλη
«Σε έναν κόσμο γεμάτο ανησυχία, αμφιβολία, πόλεμο και φόβο σημασία έχει να είμαστε ενωμένοι. Κι εδώ στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, στην πόλη της Θεσσαλονίκης αυτό που μας ενώνει είναι ο πολιτισμός και οι συνεργασίες».
Με αυτά τα λόγια ο καλλιτεχνικός διευθυντής της διοργάνωσης Ορέστης Ανδρεαδάκης άνοιξε την τελετή έναρξης του 28ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, προκαλώντας έμμεσα -τουλάχιστον στην υποφαινόμενη – ένα ερώτημα που ξεπερνά τα όρια μιας κινηματογραφικής εκδήλωσης. Μπορεί πράγματι ο πολιτισμός να λειτουργήσει ως κοινός τόπος; Και ειδικότερα: μπορεί να ενώσει μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη; Μπορεί να αποτελέσει το ισχυρότερο «όπλο» της για το μέλλον;
Η ίδια η τελετή έναρξης φάνηκε να υπαινίσσεται μια πιθανή απάντηση. Η βραδιά είχε μια εμφανή παιχνιδιάρικη διάθεση, με το κοινό να καλείται συμμετάσχει στα γυρίσματα μιας ταινίας που θα αφηγείται την ιστορία του ίδιου του φεστιβάλ. Η επιλογή αυτή λειτουργεί και σαν μια μεταφορά: μια ιστορία αγάπης για το σινεμά που εκτυλίσσεται μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα. Μια ιστορία που αφορά μια κοινότητα ανθρώπων που συναντιούνται γύρω από την ίδια εμπειρία θέασης.
Το μήνυμα της συνεργασίας αποτυπώθηκε και με έναν συμβολικό τρόπο, πάντα με ανάλαφρη διάθεση και χιούμορ, πάνω στη σκηνή. Σε ρόλο «οικοδεσποτών» της βραδιάς εμφανίστηκαν δύο πρόσωπα που εκπροσωπούν σημαντικούς πολιτιστικούς φορείς της πόλης: ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ, Αστέρης Πελτέκης, και ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, Χρίστος Γαλιλαίας. Η παρουσία τους υπενθύμισε ότι ο πολιτισμός στη Θεσσαλονίκη λειτουργεί μέσα από δίκτυα συνεργασιών και θεσμών που συναντιούνται σε κοινά εγχειρήματα.
Το ίδιο το φεστιβάλ δείχνει αυτή τη διάθεση διαλόγου και μέσα από το πρόγραμμά του. Τα αφιερώματα που αξιοποιούν αρχειακό υλικό ανοίγουν συζητήσεις γύρω από την ιστορική μνήμη και τη σχέση της με το παρόν. Παράλληλα, πρωτοβουλίες όπως η πλατφόρμα Filmography, που καταγράφει και αναδεικνύει την ελληνική κινηματογραφική παραγωγή, δείχνουν μια διοργάνωση που αντιλαμβάνεται τον ρόλο της πέρα από τη διάρκεια των προβολών. Αντίστοιχα, υπάρχουν οι προβολές με προσβασιμότητα, οι οποίες διευρύνουν ουσιαστικά το κοινό της φεστιβαλικής εμπειρίας, συμπεριλαμβάνοντας θεατές και θεάτριες που διαχρονικά ήταν λιγότερο ή περισσότερο αποκλεισμένοι.
Το πρόγραμμα της φετινής διοργάνωσης ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή την εικόνα. Με έναν εντυπωσιακό αριθμό παγκόσμιων και διεθνών πρεμιέρων, το φεστιβάλ φιλοδοξεί να παρουσιάσει ταινίες με έντονο πολιτικό αποτύπωμα, δείχνοντας την πρόθεση να ανοίξει συζητήσεις για ζητήματα εξουσίας, ιστορίας και κοινωνίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ντοκιμαντέρ της έναρξης, «Ρώτα την Τζιν», που καταγράφει τη δικαστική μάχη της δημοσιογράφου Ε. Τζιν Κάρολ απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ.
Σε αυτό το σημείο επιστρέφει το αρχικό ερώτημα. Μπορεί ο πολιτισμός να αποτελέσει έναν κοινό τόπο για τη Θεσσαλονίκη; Μπορεί να λειτουργήσει ως μια δύναμη που ενώνει θεσμούς, δημιουργούς και κοινό γύρω από μια κοινή προοπτική για την πόλη; Το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ δείχνει ότι μια τέτοια δυνατότητα υπάρχει: με τον διεθνή χαρακτήρα του, τις συνεργασίες του και την επιμονή του σε ένα κινηματογραφικό είδος που συνομιλεί άμεσα με την πραγματικότητα, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για έναν ουσιαστικό πολιτιστικό διάλογο.
Η απάντηση όμως θα δοθεί με τον χρόνο. Το μέλλον θα δείξει αν τέτοιες διοργανώσεις θα αφήσουν ένα πραγματικά σταθερό αποτύπωμα στην πόλη. Το ζητούμενο βρίσκεται στο αν η Θεσσαλονίκη θα αξιοποιήσει αυτές τις στιγμές πολιτιστικής έντασης ως μέρος μιας ευρύτερης πολιτιστικής ταυτότητας. Γιατί η αξία τέτοιων θεσμών δεν μετριέται μόνο από τις ημέρες της διοργάνωσης ούτε από την αύξηση της επισκεψιμότητας. Μετριέται από το ίχνος που αφήνουν στην καθημερινή ζωή της πόλης και στη σχέση της με τον πολιτισμό.