Βία και παραβατικότητα μεταξύ ανηλίκων: Ο ρόλος των ενηλίκων – Συνηγορία υπέρ των πρώτων

Αρθρογραφεί στο The Opinion o Νίκος Ζηλίκης, Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής Παιδιού-Εφήβου Α.Π.Θ.

Βία και παραβατικότητα μεταξύ ανηλίκων: Ο ρόλος των ενηλίκων – Συνηγορία υπέρ των πρώτων
Εικόνα: Unsplash

Αρθρογραφεί στο The Opinion o Νίκος Ζηλίκης, Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής Παιδιού-Εφήβου Α.Π.Θ.

Το τελευταίο διάστημα, όλο και περισσότερο στα ΜΜΕ πρώτο θέμα, ή μεταξύ των πρώτων, αλλά σχεδόν καθημερινά, αποτελούν οι αναφορές σε περιστατικά βίας μεταξύ ανηλίκων. Αναπόφευκτα, ενισχύεται η ήδη υπάρχουσα γενικότερη αντίληψη περί όλο και μεγαλύτερης συχνότητας εμφάνισης φαινομένων βίας και παραβατικότητας μεταξύ των ανηλίκων/νέων. Είναι όμως έτσι;

Προφανώς, η μόνη έγκυρη γνώση για το φαινόμενο αυτό, όπως και γενικότερα, δεν γίνεται παρά να προέρχεται από επιστημονικές έρευνες και από τεκμηριωμένες πηγές.

Και στη χώρα μας έχουμε την τύχη να διαθέτουμε δεδομένα, και μάλιστα πολύ πρόσφατα, από εγκυρότατη πηγή, συγκεκριμένα, από το ΕΠΙΨΥ, μέσα από τη συμμετοχή του στο διεθνές ερευνητικό πρόγραμμα HBSC/WHO, δηλαδή του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

Σε όλους τους δείκτες της επιθετικής συμπεριφοράς και του εκφοβισμού, η Ελλάδα βρίσκεται κοντά ή/και κάτω από το μέσο όρο των συνολικά 41 χωρών που συμμετέχουν σ’ αυτό το ερευνητικό πρόγραμμα.

Πιο ανησυχητικά είναι τα φαινόμενα πιο έντονης/άγριας βίας, η «κάθοδος» σε μικρότερες ηλικίες, ο αυξανόμενος διαδικτυακός εκφοβισμός, όπως και η αύξηση του ποσοστού των κοριτσιών σε βίαιες/παραβατικές συμπεριφορές. (για πιο αναλυτικά δεδομένα, βλ. σχετική παραπομπή του ΕΠΙΨΥ, με ελεύθερη πρόσβαση).

Όπως τονίζει και ο καλός και πολύ έμπειρος συνάδελφος Στ. Στυλιανίδης σε πολύ πρόσφατο άρθρο του (2024), απαραίτητη προϋπόθεση για τον σχεδιασμό οποιασδήποτε παρέμβασης είναι η κατανόηση του φαινομένου, μέσα από εμπεριστατωμένες έρευνες και όχι βάσει αριθμητικών δεδομένων επιφανειακού χαρακτήρα ή εντυπώσεων μέσα από αναφορές στα ΜΜΕ.

Αυτό τονίζει και ο άλλος συνάδελφος και κατ’ εξοχήν έμπειρος επί του θέματος, ο Γ. Νικολαΐδης από το Ίδρυμα Υγείας του Παιδιού. Επίσης, όλοι όσοι εργαζόμαστε στον τομέα της ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων, γνωρίζουμε, ότι, όπως και στην περίπτωση της κακοποίησης/παραμέλησης ανηλίκων, που συνδέεται αιτιολογικά με την παραβατικότητα, και εδώ ισχύει το φαινόμενο του παγόβουνου, με την έννοια ότι τα γνωστά περιστατικά είναι μόνο η κορυφή του.

Η φύση του προβλήματος

Πολύ περισσότερο από τις τυπικές ψυχικές διαταραχές, η παραβατικότητα των ανηλίκων έχει μια πολυπαραγοντική αιτιολογία. Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να είναι:

-Ατομικοί: η ιδιοσυγκρασία του παιδιού, η αναπτυξιακή του πορεία, η ύπαρξη δυσμενών ή/και τραυματικών εμπειριών και ενδεχόμενη ενεργός ψυχοπαθολογία.

-Οικογενειακοί: έχουν να κάνουν με την «κρίση» του θεσμού της οικογένειας και τις βαθιές αλλαγές του οικογενειακού πλαισίου με τις νέες μορφές οικογένειας. Συχνά, πίσω από την παραβατικότητα των ανηλίκων υπάρχει ένα δυσλειτουργικό οικογενειακό πλαίσιο.

-Σχολικοί: Το σχολείο αποτελεί τον δεύτερο σημαντικότερο κοινωνικό θεσμό μετά την οικογένεια και ο ρόλος του, εκτός από το εκπαιδευτικό μέρος, είναι σημαντικός και για την κοινωνικοποίηση των παιδιών. Εντούτοις, και εδώ υπάρχουν σοβαρές αλλαγές, συγκεκριμένα σε ότι αφορά στη δυναμική του τριγώνου Σχολείο-Παιδί-Οικογένεια προς μια μάλλον προβληματική κατεύθυνση. Εδώ, βέβαια, πρέπει να δούμε και τον ρόλο της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής στον χώρο της Παιδείας.

-Κοινωνικοί – Θεσμικοί: Όλοι οι προαναφερθέντες παράγοντες λειτουργούν εξ ορισμού μέσα σε ένα πλαίσιο που καθορίζουν οι θεσμοί και το εκάστοτε κοινωνικο-πολιτισμικό περιβάλλον. Μέσα σ’ αυτά και οι πολιτικές της κάθε εποχής.

Όλοι αυτοί οι παράγοντες είναι δημιουργήματα των ενηλίκων και μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον γεννιώνται, ανατρέφονται, μεγαλώνουν και ενηλικιώνονται τα παιδιά της κάθε κοινωνίας. Και μέσα από μια τέτοια προοπτική οφείλουμε να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τα όποια φαινόμενα μας απασχολούν σε σχέση με τα ανήλικα μέλη της κοινωνίας μας.

Δεν αρχίζουμε λοιπόν από τα παιδιά, σχεδόν δαιμονοποιώντας τα ως εάν να είναι ο «εσωτερικός εχθρός», αλλά προσπαθούμε να τα καταλάβουμε. Κάτι που δεν κάνουμε όσο θα έπρεπε, ενίοτε δε, καθόλου.

Δυστυχώς, ο ρόλος των ΜΜΕ, αντί για παιδευτικός που θα έπρεπε να είναι, υποκύπτει στη λογική του εντυπωσιασμού, του υπερ-ερεθισμού μέσω της βίας, προβάλλοντας ότι «πουλάει», το οποίο αποτελεί μόνο ένα μέρος του προβλήματος. Για παράδειγμα, υπερπροβάλλεται η ενδοσχολική βία (bullying) ενώ η βαριά νεανική παραβατικότητα είναι αλλού.

Από την άλλη, η σχεδόν καθημερινή προβολή και δημοσιοποίηση κάθε μικροπαραβατικής συμπεριφοράς, σε τελική ανάλυση, κάνει αυτό που επιδιώκουν οι ίδιοι οι «δράστες» μέσω των αναρτήσεων από τα κινητά τους, να το μάθουν όσο πιο πολλοί γίνεται. Συν το ότι έχουν ως αποτέλεσμα την απευαισθητοποίηση στην βία.

Η αντιμετώπιση του προβλήματος

Θα αναφέρουμε και πάλι ότι το πρόβλημα είναι υπαρκτό, όμως οφείλουμε να το δούμε στις πραγματικές του διαστάσεις, τόσο ως προς την φύση όσο και ως προς την έκταση του. Η πολυπαραγοντική φύση της αιτιολογίας του επιβάλλει μια πολύπλευρη και πολυεπίπεδη στρατηγική αντιμετώπισης.

Πολύπλευρη, σημαίνει τη συμμετοχή όλων των θεσμικά εμπλεκομένων φορέων που να καλύπτουν όλες τις πτυχές του προβλήματος: παιδεία, ψυχική υγεία, οικογένεια, σχολείο, αστυνομία, δικαιοσύνη, από το επίπεδο της κυβέρνησης με τα αρμόδια υπουργεία μέχρι τον τελευταίο πυρήνα των τοπικών κοινωνιών.

Σε κεντρικό επίπεδο, θεωρώ ότι είναι αναγκαία η σύσταση μιας διεπιστημονικής επιτροπής με εκπροσώπους θεσμικών φορέων που να καλύπτουν όλους τους προαναφερθέντες τομείς.

Αντίθετα, αυτό που βλέπουμε, όπως στο πρόσφατο υπουργικό συμβούλιο, είναι μια μονόπλευρη αντιμετώπιση με τη λογική της καταστολής και αυστηροποίησης των ποινών με πρωτοβουλία των υπουργείων Δικαιοσύνης και Προστασίας του Πολίτη.

Χαρακτηριστικά, ο πρωθυπουργός, στο υπουργικό συμβούλιο όπου συζητήθηκε το θέμα της παραβατικότητας των νέων είπε: «Δεν μπορούμε να υποκαταστήσουμε την οικογένεια, βασικό πυρήνα ανατροφής των παιδιών, έχουμε τη δυνατότητα να αυστηροποιήσουμε τις ποινές». Κύριε πρωθυπουργέ, μπορούμε και οφείλουμε, όχι να υποκαταστήσουμε, αλλά να στηρίξουμε την οικογένεια.

Πολυεπίπεδη, σημαίνει σε όλα τα επίπεδα, από την πρόληψη, την άμεση παρέμβαση, μέχρι και πιο επεξεργασμένα προγράμματα, βασισμένα πάντα σε ερευνητικά δεδομένα.

Αυτό σημαίνει και την εμπλοκή και συμμετοχή κατάλληλων υπηρεσιών και δομών, όπου είναι απαραίτητη η συμπληρωματική παρουσία του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα. Αυτό που βλέπουμε για την ώρα είναι ότι όλη η χρηματοδότηση πηγαίνει σε ΜΚΟ/ΑΜΚΕ, ενώ οι κατ’ εξοχήν υπηρεσίες που μπορούν να προσφέρουν ουσιαστική πρόληψη, δηλαδή, οι Υπηρεσίες Ψυχιατρικής Παιδιού και Εφήβου του Δημόσιου Τομέα, δεν έχουν καμία στήριξη εδώ και πολύ καιρό. Εδώ, θα ήθελα και μια πιο δυναμική παρέμβαση της Παιδοψυχιατρικής Εταιρείας Ελλάδος, η οποία, γενικά, κάνει σωστές τοποθετήσεις. Με την προϋπόθεση, η κυβέρνηση να της προσφέρει τον θεσμικό ρόλο που δικαιούται.

Εν κατακλείδι

Στην αναγκαστικά περιορισμένη αυτή τοποθέτηση, προσπάθησα να αναδείξω τις βασικές, κατά τη γνώμη μου, παραμέτρους του προβλήματος της βίας/παραβατικότητας στους ανηλίκους.

Αν δώσουμε βάρος στην κατανόηση του προβλήματος, αυτονόητα το βάρος πέφτει στην πρόληψη, κάτι που μας οδηγεί στις υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας από τις μικρές ηλικίες και στην στήριξη της οικογένειας. Για τους ήδη μεγάλους εφήβους/νέους, λύση δεν είναι η τιμωρητική αντιμετώπιση που οδηγεί στην περιθωριοποίηση και στην δαιμονοποίηση των νέων, αλλά μια προσέγγιση που θα προσπαθεί να τους κατανοήσει και να τους δώσει μια «δεύτερη ευκαιρία», όπως εξ ορισμού θεωρείται η εφηβεία.

Αλλά, γι’ αυτό, προϋπόθεση είναι η ύπαρξη εξειδικευμένων υπηρεσιών και δομών και όχι ευκαιριακών «λύσεων» μέσω ληξιπρόθεσμων χρηματοδοτήσεων διαφόρων προγραμμάτων.

Παραπομπές

Στυλιανίδης Στ. (2024) Όψεις νεανικής παραβατικότητας: Να καταλάβουμε πριν παρέμβουμε. Σύναψις, τ.72, σελ. 40-50.

Φωτίου Α, Καναβού Ε, Σταύρου Μ, & Κοκκέβη Ά. (2024). Βίαιοι καυγάδες και εκφοβισμός στους εφήβους στην Ελλάδα. Σειρά Tευχών Αποτελεσμάτων από την Πανελλήνια Έρευνα για τις Συμπεριφορές που Συνδέονται με την Υγεία των Έφηβων-Μαθητών (Έρευνα HBSC/WHO). Αθήνα: ΕΠΙΨΥ, Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας, Νευροεπιστημών & Ιατρικής Ακριβείας «ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΦΑΝΗΣ».