Το «δις εξαμαρτείν» και το δίδαγμα της ενότητας
Αρθρογραφεί στο TheOpinion o Στέργιος Τζίλιας, Μέλος της Πολιτικής Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική όπου η ιστορία μοιάζει να επαναλαμβάνεται. Όχι επειδή οι συνθήκες είναι ίδιες, αλλά επειδή οι επιλογές των πρωταγωνιστών ακολουθούν το ίδιο μοτίβο. Η πολιτική διαδρομή του Αντώνη Σαμαρά προσφέρει, κατά την άποψή μου, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Οι αρχαίοι Έλληνες το είχαν συμπυκνώσει σε μία φράση: «Το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού». Το ίδιο λάθος δεν το επαναλαμβάνει ο σοφός άνθρωπος. Όταν όμως ένα πολιτικό μοτίβο επανέρχεται μετά από τριάντα και πλέον χρόνια, δεν μπορεί να θεωρηθεί συγκυρία, αλλά συνειδητή πολιτική επιλογή.
Η πρώτη ρήξη (1992–1993)
Ο Αντώνης Σαμαράς, υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, διαφώνησε με τον πρωθυπουργό για τον χειρισμό του ονοματολογικού ζητήματος των Σκοπίων. Τον Απρίλιο του 1992 αποπέμφθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών. Τον Οκτώβριο του 1992 παραιτήθηκε από τη βουλευτική του έδρα και αποχώρησε από τη Νέα Δημοκρατία, ενώ τον Ιούνιο του 1993 ίδρυσε την Πολιτική Άνοιξη. Η ίδρυση της Πολιτικής Άνοιξης και οι μετακινήσεις βουλευτών από τη Νέα Δημοκρατία οδήγησαν σταδιακά στην αποδυνάμωση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας της κυβέρνησης, η οποία τον Σεπτέμβριο του 1993 έχασε τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της Βουλής και οδηγήθηκε σε πρόωρες εκλογές.
Η ουσία δεν ήταν η διαφωνία. Στη δημοκρατία οι διαφωνίες είναι θεμιτές. Η ουσία ήταν ότι η προσωπική απόφαση οδήγησε στην αποδυνάμωση της ίδιας της παράταξης.
Η δεύτερη ευκαιρία
Η επιστροφή του το 2004 αποτέλεσε την αρχή μιας πλήρους πολιτικής αποκατάστασης. Πέντε χρόνια αργότερα εξελέγη πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και, το 2012, σε μία από τις δυσκολότερες στιγμές της χώρας, με τη συμμετοχή της στο ευρώ υπό αμφισβήτηση, ανέλαβε την πρωθυπουργία.
Η Νέα Δημοκρατία δεν περιορίστηκε στο να τον συγχωρήσει. Του επέστρεψε την πολιτική του υπόσταση, του εμπιστεύθηκε την ηγεσία της και, τελικά, τον ανέδειξε στο ύπατο αξίωμα του Πρωθυπουργού. Πρόκειται για μία από τις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις πολιτικής επανένταξης και αποκατάστασης στη μεταπολιτευτική περίοδο.
Η δεύτερη ρήξη
Τον Νοέμβριο του 2024 ο Σαμαράς διαγράφηκε εκ νέου από τη Νέα Δημοκρατία, ύστερα από δημόσια κριτική στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Η ίδια η ανακοίνωση της Νέας Δημοκρατίας σημείωσε τότε ότι επρόκειτο για τη δεύτερη φορά που ο Σαμαράς έθετε εαυτόν εκτός κόμματος, μετά το 1993.
Το 2026, σε μια περίοδο έντονης πολιτικής πίεσης για τη Νέα Δημοκρατία, ο πρώην πρωθυπουργός επανέρχεται δημόσια και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ίδρυσης νέου κόμματος.
Εάν τελικά προχωρήσει στη δημιουργία νέου κόμματος, είναι εύλογο να αναμένεται ότι θα επιδιώξει την προσέλκυση ψηφοφόρων από τον ίδιο πολιτικό χώρο. Το πολιτικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας εξέλιξης θα μπορούσε να είναι η αποδυνάμωση της Νέας Δημοκρατίας. Η ιστορική εμπειρία, στην Ελλάδα και διεθνώς, δείχνει ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν ένας πολιτικός χώρος διασπάται, περιορίζεται και η εκλογική του επιρροή.
Σε μια περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και διεθνών προκλήσεων, κάθε διάσπαση του κυβερνητικού χώρου αντικειμενικά αυξάνει τον κίνδυνο πολιτικής αστάθειας και καθιστά δυσκολότερη τη διαμόρφωση σταθερής κυβερνητικής πλειοψηφίας. Η ιστορία έχει αποδείξει ότι σε τέτοιες συνθήκες δεν κερδίζει μόνο όποιος αποχωρεί· κερδίζουν πρωτίστως οι πολιτικοί αντίπαλοι.
Μπορεί, λοιπόν, μια παράταξη να αντέξει μία διάσπαση; Τα γεγονότα του 1993 απέδειξαν ότι μπορεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν χρειάζεται να το ζήσει ξανά.
Το πραγματικό δίδαγμα
Για πολλούς νεοδημοκράτες, τα γεγονότα του 1993 αποτέλεσαν μια βαθιά πολιτική ρήξη με την παράταξη, αφήνοντας ένα τραύμα που σημάδεψε εκείνη την περίοδο. Και όμως, το 2004 τον δέχθηκαν πίσω. Το 2009 τον εμπιστεύθηκαν ως αρχηγό. Το 2012 τον ανέδειξαν Πρωθυπουργό.
Δεν κρίνονται όμως μόνο τα γεγονότα από μόνα τους. Κρίνεται και το αν οι άνθρωποι διδάχθηκαν από αυτά.
Η Νέα Δημοκρατία απέδειξε ότι γνωρίζει να συγχωρεί. Ο ελληνικός λαός απέδειξε ότι μπορεί να δώσει δεύτερες ευκαιρίες. Το ερώτημα είναι αν εκείνος που τις έλαβε απέδειξε ότι τις άξιζε.
Γιατί οι πολίτες μπορούν να συγχωρήσουν ένα πολιτικό λάθος. Δυσκολεύονται όμως να συγχωρήσουν την επανάληψή του. Και όπως δίδαξαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι, «το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού».
Το πραγματικό ζητούμενο, όμως, δεν αφορά μόνο τον Αντώνη Σαμαρά. Αφορά και όλους όσοι αυτοπροσδιορίζονται ως νεοδημοκράτες ή ανήκουν στον ευρύτερο κεντροδεξιό χώρο. Τα γεγονότα του 1993 υπενθυμίζουν ότι οι εσωτερικές ρήξεις μπορεί να έχουν συνέπειες που ξεπερνούν τα πρόσωπα και επηρεάζουν συνολικά την πορεία της παράταξης και, τελικά, τη σταθερότητα της χώρας.
Η Νέα Δημοκρατία υπήρξε διαχρονικά η μεγάλη παράταξη της κεντροδεξιάς. Η δύναμή της δεν βρισκόταν ποτέ στις προσωπικές διαδρομές, αλλά στην ικανότητά της να ενώνει ανθρώπους με κοινές αρχές και κοινό προσανατολισμό. Γι’ αυτό και η μεγάλη πρόκληση της επόμενης ημέρας δεν είναι η δημιουργία νέων διαχωριστικών γραμμών, αλλά η συσπείρωση όλων όσοι πιστεύουν στις αξίες αυτής της πολιτικής οικογένειας και στην ανάγκη πολιτικής σταθερότητας.
Ως μέλος της Πολιτικής Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας θεωρώ ότι η ιστορική μνήμη δεν είναι άσκηση νοσταλγίας. Είναι προϋπόθεση πολιτικής ευθύνης. Η ενότητα δεν είναι απλώς μια κομματική επιλογή· είναι όρος για να μπορεί η μεγάλη κεντροδεξιά παράταξη να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της πατρίδας και των πολιτών.
Η ιστορία της Νέας Δημοκρατίας είναι μεγαλύτερη από κάθε πρόσωπο. Επιβίωσε από κρίσεις, διασπάσεις και δύσκολες στιγμές, επειδή οι δυνάμεις της ενότητας υπερίσχυσαν τελικά των προσωπικών στρατηγικών. Αυτό είναι, πιστεύω, το διαχρονικό δίδαγμα για κάθε νεοδημοκράτη σήμερα.