Μπόρα στη Θεσσαλονίκη! Η περιπέτεια του περήφανου Φελιζόλ!
Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο Σάββας Ιωακειμίδης, MArch Eng, CEO της arxicon.com.
Λοιπόν, για να τα λέμε όλα λοιπόν, όπως έχουν. Είμαι ο Φελιζόλ. Η ένδοξη ιστορία των προγόνων μου με βαραίνει. Από μικρός αναρωτιόμουν αν θα καταφέρω να κάνω παρέα και εγώ με τα βιβλία και τα περίπτερα της έκθεσης βιβλίου στο Θερμαϊκό κάθε Ιούνιο. Ήθελα να ξέρω αν θα κολυμπήσω κι εγώ δίπλα στις πλωτές γλάστρες της ανθοέκθεσης, στην Αγγελάκη.
Ήμουν λοιπόν ένα απλό και τίμιο τετράγωνο κομμάτι φελιζόλ (3αρι) καβάλα στην καρότσα ενός αγροτικού οχήματος. Ο οδηγός ο οποίος ήτο ένας γνήσιος Μελένιος των φελιζόλ, με μετέφερε, από το υπέροχο, το σχεδόν ποιητικό, εργοτάξιο του Fly Over μας, στο Γήπεδο της Τούμπας το απόγευμα της Κυριακής 11 Μαΐου 2025. Ποιος ξέρει τι λαμπρό μέλλον με περίμενε εκεί. Ίσως να γινόμουν μέρος ενός συνθήματος. Ίσως να γινόμουν διακοσμητικό σε κάποιο καφενείο, σε μια προθήκη ενός αθλητικού μουσείου. Φευ! Η μοίρα μου, είχε άλλα σχέδια.
Στο ύψος του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας της Θεσσαλονίκης μας, τι ειρωνεία στ’ αλήθεια για ένα κομμάτι διογκωμένο πολυστυρένιο, μία ριπή ανέμου, ένας παιχνιδιάρης Βαρδάρης, με άρπαξε και με εκτόξευσε μακριά από τους συγγενείς μου. Βρέθηκα να πετάω κάπου ανάμεσα στο Μουσείο και στον θεωρητικό Ζωολογικό Κήπο της πόλης μας, ελεύθερος.
Ελεύθερος! Τι όμορφα περίπλοκη λέξη! Από εκείνη τη στιγμή έζησα την πλήρως μποέμικη ζωή μου. Πέρασα μέρες νωχελικές, μέρες ενδιαφέρουσες, έξω από το θέατρο Δάσους, συγχρωτίστηκα με την ιντελιγκέντσια της πόλης στα καφέ του Κέδρινου Λόφου, αναζήτησα τη θεία φώτιση στον προαύλιο χώρο του Ιερού Ναού του Αποστόλου Παύλου (βοήθειά μας) και τέλος, τις τελευταίες εβδομάδες, είχα αράξει στο Κτήμα της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Ανδρών Θεσσαλονίκης. Από εκεί, κυρίες και κύριοι, είχα κυριολεκτικά την πόλη πιάτο. Την καλύτερη θέα. Έβλεπα τα πάντα, έκτος απ’ αυτό που ερχόταν.
Ξάφνου, μπουρίνι. Όχι αστεία. Μία καταιγίδα βιβλικών διαστάσεων, λες και ο ουρανός αποφάσισε να ξεπλύνει όλες τις αμαρτίες της πόλης μας, αλλά ξέχασε και πάλι να μας ενημερώσει με 112. Με τα πρώτα θολά νερά, ήρθαν και οι νέες μου παρέες. Όλη η αφρόκρεμα της αστικής ρύπανσης: παλιά καπάκια από μπουκάλια νερού (όχι εκείνα τα πεισματάρικα που δε φεύγουν με τίποτα από τα πλαστικά μπουκάλια), σακούλες ανοιχτές, με και χωρίς βρεγμένα σκουπίδια (ίου), άδεια ποτήρια freddo, καλαμάκια (όχι τα χοιρινά, τα άλλα, τα πλαστικά). Ενωμένοι ως μία γροθιά, ως μία νέα λεγεώνα, αυτή των αποβλήτων, μπουκάραμε στο Νοσοκομείο Άγιος Δημήτριος. Γιατροί, επισκέπτες, όσοι ασθενείς μπορούσαν, έτρεχαν όλοι πανικόβλητοι προσπαθώντας να μη βραχούν. Εμείς; Αταράξ. Την πορεία μας.
Η Ελένης Ζωγράφου, αυτή η υπέροχη λιθόστρωτη κατηφόρα, δίπλα στα Κοιμητήρια της Ευαγγελίστριας, αποδείχθηκε ιδανική πίστα κατάβασης. Κάθε κυβόλιθος κι ένα εμπόδιο. Μία επιλογή υλικού που μαρτυρά βαθιά σκέψη και προνοητικότητα ιδίως για καταστάσεις ανάγκης πάνω σε ασθενοφόρο οδηγώντας προς στην είσοδο του νοσοκομείου. Εμείς; Με ταχύτητα που θα ζήλευε και ο Χάμιλτον, προσγειωθήκαμε κυριολεκτικά στο πρώτο μεγάλο υδάτινο εμπόδιο: το Canale di San Demetrio. Εκεί, τα φρεάτια, αντί να ρουφούν το λασπόνερο, το έφτυναν πίσω με αγανάκτηση. Μέσα σε ένα χάος από ακινητοποιημένα αυτοκίνητα, πλωτούς κάδους και δίνες που θύμιζαν υγρή κόλαση, κατάφερα να προσπεράσω και το δεύτερο νοσοκομείο της ημέρας, το Γεννηματάς. Είχα γίνει βετεράνος πια.
Μέσω της οδού Ακριτίδη, βρέθηκα στο Canale di Armenopoulou. Εδώ τα πράγματα ήταν σοβαρά. Είχαν ενωθεί τα νερά της Μανωλάκη, της άνω Γούναρη, της άνω Μελενίκου. Μια Βενετία της συμφοράς. Σε μια προσωρινή λίμνη, γνώρισα και έναν σύντροφο στην περιπέτεια: ένα κουτί από Ozempic. «Σάββας», μου συστήθηκε. Το είχε σκάσει από έναν πλωτό πλέον κάδο απορριμμάτων ακριβώς έξω από ένα φαρμακείο στην οδό Ολύμπου 140. Καλό παιδί το κουτί, φιλοσοφημένο.
Παρέα πια, κατηφορίσαμε τη Μελενίκου. Φοιτητές, τουρίστες, παιδάκια όλοι στα μπαλκόνια μας απαθανάτιζαν, λες και ήμασταν αξιοθέατο. Προσπεράσαμε τα τείχη της πόλης, την Παλαιά Φιλοσοφική, το καλούτσικα αναδιαμορφωμένο κτίριο της ΕΥΑΘ, και με σχεδόν 150 χλμ./ώρα εισβάλαμε στο Canale di Egnatia.
Εκεί μ’ έπιασε ένα μειδίαμα. Οι Ρωμαίοι είχαν λύσει το αποχετευτικό στη Via Egnatia (έγραψε για αυτό ο Vitruvius αλλά και ο Κατακουζηνός νομίζω). Εμείς, δύο χιλιάδες χρόνια μετά, δημιουργήσαμε με άνεση τον δικό μας καφέ, ορμητικό Τάμεση στη θέση του αρχαίου εμπορικού δρόμου. Δυστυχώς, κάπου εκεί έχασα τον φίλο μου τον «Σάββα», αλλά βρήκα καινούργιες παρέες. Μέχρι και ρούχα, φρεσκοπλυμένα προφανώς.
Πέρασα από τη Λόλα, έφτασα στην άνω πλατεία Ιπποδρομίου, και βούτηξα στο πιο δύσκολο σημείο: το Canale di Principe Nicola. Εκεί ο δρόμος, τα πεζοδρόμια, οι είσοδοι των κτιρίων είχαν γίνει όλα ένα. Ο κόσμος, με το νερό ως το γόνατο, μας κοιτούσε με απόγνωση. Εγώ ηρωικά, πήγαινα αντίθετα στο ρεύμα των αυτοκινήτων (ακίνητα ήταν, οι κάδοι μόνο κινούνταν).
Μπήκα με θάρρος τελικά στο ρέμα της Φιλικής Εταιρείας. Πίσω από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη, μπροστά από το Μακεδονικόν, σχηματίστηκε μια λιμνοθάλασσα, μαζί με τον αύλειο χώρο του Αγίου Αντωνίου. Σε εκείνο το σημείο το ένστικτό μου, μου είπε ότι τρεις κάμερες κατέγραφαν το ράλι μου και για αυτό παρακαλώ έναν υπεύθυνο να βρει τα βίντεο. Θέλω να γίνω viral.
Περνώντας το Canale di ManousoLittleJohn, ήξερα ότι πλησίαζα στο μεγάλο φινάλε αφού καταφέρω να περάσω κάθετα το Grande Canale di Tsimiski. Ο Δούναβης, ο Ρήνος, ο Σηκουάνας της Θεσσαλονίκης. Εκεί να δείτε πλωτά μέσα. Μόνο βάρκες δεν είδα.
Φτάνοντας στον τερματικό προορισμό μου, έκανα έναν γύρο του θριάμβου γύρω από τον πλάτανο στην Τσιρογιάννη, πήρα αγκαζέ όλη την πραμάτεια του περιπτέρου, και ενωθήκαμε όλα μαζί τα αλάνια στη λιμνοθάλασσα του Λευκού Πύργου.
Εκεί βιώσαμε την απόλυτη αποκάλυψη. Αντί να καταλήξουμε στο Θερμαϊκό, κολυμπούσαμε όλοι μαζί γύρω από το πλέον προβεβλημένο μνημείο μας, σχηματίζοντας μια τεράστια καφέ λίμνη νερού, κλαδιών, γλαστρών, κουτιών, κάδων, καρεκλών, σκουπιδιών, λες και η θάλασσα του 19ου αι. είχε επιστρέψει στην πρότερη θέση της, με έξτρα μπόνους, όλους εμάς. Ζήσαμε μια ιστορική στιγμή. Την οφείλουμε 100% στη συνολική αδιαφορία και την κατάπτωση της αξιοπρέπειας, της τσίπας. Γιατί, περί αυτού πρόκειται. Διαχρονική Αδιαφορία. Από όλους. Χωρίς καμία δικαιολογία.
Όλα βέβαια θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Θα ήταν μια έντονη και απλά δροσερή βροχή, εάν κάποιος είχε σκεφτεί καταρχάς να μας μάζευε, έγκαιρα, έστω εθελοντικά. Εθελοντικά δεν καθαρίζουμε τα σπίτια μας; Η πόλη μας; Δεν είναι σπίτι μας;
Επιπλέον, όλα θα ήταν επίσης διαφορετικά, εάν κάποιος σχεδίαζε τους δρόμους, τα πεζοδρόμια, τα κανάλια και τα φρεάτια όδευσης και απορροής των όμβριων με μια στοιχειώδη λογική, με σεβασμό σε αυτόν τον παλιό, ξεχασμένο νόμο του Νεύτωνα που νομίζω ότι λέγεται… ΒΑΡΥΤΗΤΑ. Ώρα είναι να ακούσουμε ότι θα πάει το νερό και «προς τα πάνω». Πέστροφα είναι;
Αλλά τότε αγαπητοί μου, εγώ ο περήφανος Φελιζόλ, δε θα είχα αυτή την περιπέτεια να σας τη διηγηθώ. Και εσείς, δεν θα είχατε τίποτα για να προβληματιστείτε την επόμενη φορά που θα κοιτάζατε προς τον συννεφιασμένο ουρανό! Θα τα ξαναπούμε. Προς το παρόν λιάζω το κορμί μου στους Ταγαράδες. Κάπου μέσα στο «Landfill Resort» (πληρώνουμε ακόμη πρόστιμα για τις χωματερές;) πήρε το μάτι μου τον «Σάββα»! Τι να κάνει αυτή η ψυχή;