Το κρυφό κόστος της ελληνικής πολυνομίας
Η Ελλάδα, εν τω μεταξύ, εξακολουθεί να βρίσκεται στην 96η θέση παγκοσμίως ως προς τη διοικητική αποδοτικότητα.
Η ίδρυση και λειτουργία μιας επιχείρησης στην Ελλάδα δεν είναι απλώς μια οικονομική δραστηριότητα. Είναι άσκηση επιβίωσης μέσα σε ένα θεσμικό περιβάλλον που συχνά μοιάζει περισσότερο με παγίδα παρά με πλαίσιο υποστήριξης.
Οι επιχειρηματίες, κυρίως οι μικροί και αυτοαπασχολούμενοι, δεν παλεύουν μόνο με την αγορά παλεύουν με τη διοίκηση, τη νομοθεσία και την ασάφεια. Η πολυνομία και η συνεχής ροή νέων ρυθμίσεων δημιουργούν ένα κουβάρι υποχρεώσεων. Κάθε χρόνο στην Ελλάδα ψηφίζονται πάνω από 250 νόμοι και περίπου 3.500 κανονιστικές πράξεις, αριθμός που αποτελεί πανευρωπαϊκό ρεκόρ. Η ένταση και η συχνότητα αυτής της κανονιστικής παραγωγής εντείνουν την αστάθεια και ενισχύουν την ανασφάλεια των επιχειρήσεων, που καλούνται να προσαρμόζονται σε ένα αδιάκοπα μεταβαλλόμενο θεσμικό τοπίο.
Από τις ασφαλιστικές εισφορές και τις τροποποιήσεις στον φορολογικό κώδικα, έως τις απαιτήσεις ψηφιακής παρακολούθησης, οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να λειτουργούν σε μόνιμο καθεστώς προσαρμογής. Οι αλλαγές δεν είναι απλώς συχνές· είναι ασταθείς, αλληλοαναιρούμενες και συχνά ανεφάρμοστες χωρίς εξωτερική υποστήριξη.
Το αποτέλεσμα είναι η διοικητική εξάρτηση. Επιχειρήσεις που δεν μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς τη βοήθεια πολλαπλών συμβούλων φοροτεχνικών, νομικών, εργατολόγων. Κι αυτό έχει κόστος, όχι μόνο οικονομικό αλλά και ψυχολογικό. Ο φόβος του προστίμου, της άγνοιας ή της παράλειψης γίνεται καθημερινός συνοδός. Η προσοχή μετατοπίζεται από την παραγωγή και την καινοτομία, στη διαχείριση της συμμόρφωσης. Το χειρότερο όμως είναι η απώλεια εμπιστοσύνης.
Όταν το νομικό περιβάλλον αντιμετωπίζεται ως εχθρικό, η νομιμότητα παύει να θεωρείται προτεραιότητα. Η σκιά της παραοικονομίας επεκτείνεται, όχι από πρόθεση, αλλά από απελπισία. Πολλοί επιχειρηματίες νιώθουν ότι είναι ασφαλέστερο να “μη φαίνονται” παρά να προσπαθούν να ακολουθήσουν έναν λαβύρινθο κανόνων χωρίς τέλος.
Κι όμως, η λύση δεν είναι μακρινή. Υπάρχουν κράτη στην Ευρώπη που έχουν ήδη μετατρέψει την πολυνομία σε συγκριτικό πλεονέκτημα με έξυπνη απλοποίηση. Η Εσθονία, για παράδειγμα, με πληθυσμό μόλις 1,3 εκατομμυρίων κατοίκων, κατάφερε να μειώσει τον χρόνο ίδρυσης επιχείρησης σε λιγότερο από 30 λεπτά, με ένα πλήρως ψηφιοποιημένο σύστημα εγγραφής.
Παράλληλα, το 99% των δημόσιων υπηρεσιών της παρέχεται ψηφιακά, γεγονός που επέτρεψε στις επιχειρήσεις να μειώσουν το διοικητικό τους κόστος κατά πάνω από 75% μέσα σε δέκα χρόνια. Η Ιρλανδία, από την άλλη, εφάρμοσε το καθεστώς της “σιωπηρής έγκρισης”: αν η αρμόδια αρχή δεν απαντήσει εντός 60 ημερών σε αίτημα αδειοδότησης, θεωρείται πως το αίτημα εγκρίνεται αυτόματα. Η καινοτομία αυτή ενίσχυσε τις ξένες άμεσες επενδύσεις της χώρας κατά 12,5% ετησίως στην πενταετία 2017–2022.
Η Ελλάδα, εν τω μεταξύ, εξακολουθεί να βρίσκεται στην 96η θέση παγκοσμίως ως προς τη διοικητική αποδοτικότητα, με τις ΜμΕ να δηλώνουν κατά μέσο όρο ότι αφιερώνουν 24 εργάσιμες ημέρες τον χρόνο μόνο για να παρακολουθούν και να προσαρμόζονται στις ρυθμιστικές αλλαγές. Το διοικητικό κόστος συμμόρφωσης υπολογίζεται σε ποσό που αγγίζει τα 1.500 ευρώ ετησίως ανά πολύ μικρή επιχείρηση.
Μια υγιής οικονομία δεν μπορεί να στηριχθεί σε επιχειρηματίες που νιώθουν μονίμως απολογούμενοι. Χρειάζεται σαφήνεια, σταθερότητα και ένα σύστημα που δεν αντιμετωπίζει την επιχειρηματικότητα ως εν δυνάμει παρανομία, αλλά ως αναγκαίο συνεργάτη στην ανασυγκρότηση της χώρας. Η απλοποίηση δεν είναι τεχνικό θέμα. Είναι πολιτική απόφαση. Και όσο καθυστερεί, τόσο περισσότεροι θα επιλέγουν να αποχωρήσουν ή να επιβιώσουν σιωπηλά στο περιθώριο.