Ο Τραμπ «πυροβολεί» την παγκόσμια οικονομία με δασμούς και αβεβαιότητα

Η διακυβέρνηση Τραμπ αμφισβητεί και υπονομεύει θεσμικά θεμέλια δεκαετιών.

Ο Τραμπ «πυροβολεί» την παγκόσμια οικονομία με δασμούς και αβεβαιότητα

Ο Ντόναλντ Τραμπ επανέρχεται στο προσκήνιο της παγκόσμιας οικονομικής σκηνής, αυτή τη φορά με μια απρόβλεπτη απόφαση που κλονίζει τις αγορές.

Την περασμένη Παρασκευή ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά την επιβολή δασμών 50% σε όλες τις εισαγωγές από την Ευρωπαϊκή Ένωση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, αρχής γενομένης από την 1η Ιουνίου. Όπως δήλωσε ο ίδιος, δεν επιδιώκει κάποια νέα συμφωνία, γεγονός που εντείνει το αίσθημα αστάθειας.

Ωστόσο, τα ξημερώματα της Δευτέρας, ο Αμερικανός πρόεδρος άλλαξε στάση  και ανέστειλε προσωρινά την εφαρμογή των μέτρων έως τις 9 Ιουλίου, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με την πρόεδρο της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Το διάστημα αυτό προορίζεται για διαπραγματεύσεις, αν και δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τραμπ προβαίνει σε επιθετικές δηλώσεις για δασμούς και στη συνέχεια  υπαναχωρεί, κάτι που γεννά ερωτήματα για το αν πρόκειται απλώς για μία διαπραγματευτική τακτική.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη προχωρήσει σε συμφωνίες με τη Μεγάλη Βρετανία, αποφεύγοντας υψηλούς δασμούς, ενώ έχουν επιτύχει και προσωρινή συμφωνία με την Κίνα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση από την πλευρά της είχε προτείνει στις ΗΠΑ την αμοιβαία κατάργηση δασμών στα βιομηχανικά προϊόντα. Παράλληλα, εξετάζεται η δυνατότητα αύξησης των αμερικανικών εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) και στρατιωτικού εξοπλισμού, καθώς και η εισαγωγή περισσότερων γεωργικών προϊόντων από τις ΗΠΑ, ώστε να μειωθεί το εμπορικό έλλειμμα.

Ο Τραμπ κατηγορεί συχνά την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι εκμεταλλεύεται εμπορικά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έχει φτάσει μάλιστα στο σημείο να υποστηρίξει πως ολόκληρη η ΕΕ ιδρύθηκε με σκοπό την οικονομική εκμετάλλευση των ΗΠΑ. Οι νέοι δασμοί παρουσιάζονται ως εργαλείο εξισορρόπησης του παγκόσμιου εμπορίου, ωστόσο δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα φέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Οι επιπτώσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ μπορεί να είναι σημαντικές, καθώς οι υψηλότεροι δασμοί ενδέχεται να οδηγήσουν σε αυξήσεις τιμών, προβλήματα στις αλυσίδες εφοδιασμού και περαιτέρω ενίσχυση του πληθωρισμού.

Από τις 2 Απριλίου, όταν ο πρόεδρος Τραμπ ξεκίνησε την πρώτη του δασμολογική επίθεση σε 185 χώρες, η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε καθεστώς αβεβαιότητας. Επιχειρήσεις, επενδυτές και νοικοκυριά παγώνουν τις αποφάσεις τους, περιμένοντας να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Η συνολική ζήτηση αναμένεται να αποδυναμωθεί, καθώς κανείς δεν θέλει να ρισκάρει μέσα σε συνθήκες αστάθειας.

Παρά το μέγεθός της, η αμερικανική οικονομία –που αντιπροσωπεύει το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ– δεν είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη στο εξωτερικό εμπόριο. Οι εισαγωγές αντιστοιχούν μόλις στο 14% του ΑΕΠ και οι εξαγωγές λίγο πάνω από το 11%. Η οικονομική πολιτική Τραμπ ενδέχεται να προκαλέσει κύμα εσωτερικών επενδύσεων, ιδιαίτερα σε υποδομές και τομείς παραγωγής, δίνοντας πρόσκαιρη ώθηση στην ανάπτυξη. Ωστόσο, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι οι επιπτώσεις από τους δασμούς θα είναι μεγαλύτερες για τις ΗΠΑ (-0,9% του ΑΕΠ) από ό,τι για την Κίνα (-0,6%) και την Ιαπωνία (-0,5%), ενώ για τις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες οι απώλειες δεν αναμένεται να ξεπεράσουν το 0,3%.

Μακροπρόθεσμα, η πολιτική του Τραμπ είναι πιθανό να διαβρώσει την εμπιστοσύνη στην αξιοπιστία των ΗΠΑ ως σταθερού διεθνούς παράγοντα. Η Αμερική, παρά τις ατέλειές της, θεωρούνταν για δεκαετίες βασικός πυλώνας σταθερότητας στο παγκόσμιο εμπόριο, στα χρηματοοικονομικά, στην εξωτερική πολιτική και στην ασφάλεια. Σήμερα όμως, αυτή η εικόνα κλονίζεται.

Ξένες κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και επενδυτές αναζητούν πλέον πιο ασφαλείς και προβλέψιμες εναλλακτικές, επαναξιολογώντας τη στρατηγική τους έναντι των ΗΠΑ. Η αμερικανική οικονομία και το χρηματοπιστωτικό της σύστημα κινδυνεύουν να υποστούν μακροπρόθεσμη φθορά, καθώς η διακυβέρνηση Τραμπ αμφισβητεί και υπονομεύει θεσμικά θεμέλια δεκαετιών. Αν συνεχιστεί αυτή η κατεύθυνση, είναι πιθανό να περιοριστεί η εισροή ξένων επενδύσεων, γεγονός που θα έρθει σε αντίθεση με τους ίδιους τους στόχους του προέδρου.

Ο ίδιος δείχνει να απορρίπτει τη σημασία των διεθνών θεσμών, προωθώντας διμερείς συμφωνίες και περιορίζοντας τη συμμετοχή των ΗΠΑ στη διαμόρφωση ενός πολυπολικού κόσμου. Αυτή η απομονωτική στάση, σε συνδυασμό με την αναταραχή που προκαλεί στο σύστημα ασφαλείας, εντείνει τη σύγχυση στη διεθνή πολιτική σκηνή. Τελικά, οι επιπτώσεις της σημερινής πολιτικής δεν θα είναι μόνο άμεσες, αλλά και διαχρονικές. Ορισμένες αλλαγές θα είναι δύσκολα αναστρέψιμες και θα μπορούσαν να αλλάξουν ριζικά την παγκόσμια ισορροπία τα επόμενα χρόνια.