Μελέτη ΙΝΣΕΤΕ: Ο ρόλος του τουρισμού στην οικονομία και το στερεότυπο η «Ελλάδα της καφετέριας»

Μελέτη ΙΝΣΕΤΕ: Ο ρόλος του τουρισμού στην οικονομία και το στερεότυπο η «Ελλάδα της καφετέριας»
ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ EUROKINISSI

Τη σταδιακή μετατόπιση της ελληνικής οικονομίας, την τελευταία 10ετία προς ένα πιο εξωστρεφές παραγωγικό πρότυπο, αναδεικνύει η νέα μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, με τίτλο «Η Ελληνική Οικονομία χωρίς στερεότυπα: Παραγωγικό υπόδειγμα και τουρισμός».

Της Ντέπυς Χιωτοπούλου (hiotopoulou@gmail.com)

Η νέα μελέτη που παρουσιάζει το Ινστιτούτο Συνδέσου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ) αναδεικνύει τη σταδιακή μετατόπιση της ελληνικής οικονομίας – που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από σοβαρές αδυναμίες και δυσλειτουργίες – την τελευταία 10ετία προς ένα πιο εξωστρεφές παραγωγικό πρότυπο, με εξαγωγές, ανταγωνιστικότητα και μεταποίηση να ενισχύονται παράλληλα με τον τουρισμό, αμφισβητώντας με τεκμηρίωση το αφήγημα της μονοκαλλιέργειας και της «οικονομίας του καφέ».

Της «οικονομίας του καφέ» ή της «Ελλάδας της καφετέριας», μιας οικονομίας που λέγεται ότι βασίζεται μονομερώς στον τουρισμό, στην εστίαση και σε δραστηριότητες χαμηλής παραγωγικότητας, αδυνατώντας να παράγει διεθνώς ανταγωνιστικά αγαθά, να αυξήσει την παραγωγικότητά της με διατηρήσιμο τρόπο και να περιορίσει τα εξωτερικά της ελλείμματα.

Μέσα από τη νέα μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, φαίνεται ότι ο τουρισμός λειτουργεί ως συγκριτικό πλεονέκτημα που μπορεί να ενισχύει, αντί να υποκαθιστά, τη μεταποίηση και την διεθνώς ανταγωνιστική γεωργία.

Βασικά ευρήματα της μελέτης

Ας δούμε ποια είναι τα βασικά ευρήματα της μελέτης «Η Ελληνική Οικονομία χωρίς στερεότυπα: Παραγωγικό υπόδειγμα και τουρισμός»:

  • Μετατόπιση προς νέο παραγωγικό υπόδειγμα: Την τελευταία 10ετία η Ελλάδα μετατοπίζεται σταδιακά προς ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα όπου μετά το 2015 οι εξαγωγές αγαθών αυξάνονται ταχύτερα (Μέσος Ετήσιος Ρυθμός: +7,8%) από τις τουριστικές εισπράξεις (+4,8%) και το ΑΕΠ (+3,4%).
  • Ενίσχυση της μεταποίησης: η μεταποιητική παραγωγή αναπτύσσεται με ρυθμό περίπου +3% (2013-2024), υψηλότερο από τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ (+2,7%,) ενώ παράλληλα αυξάνεται και η απασχόληση στον κλάδο, με μέσο ετήσιο ρυθμό +2,3% – διπλάσιο από της συνολικής απασχόλησης (+1,1%) – και οι επενδύσεις σε μηχανολογικό, μεταφορικό και τεχνολογικό εξοπλισμό (+8,8%).
  • Αγροδιατροφικός τομέας: από έλλειμμα €3 δισ. το 2008, καταγράφει πλεόνασμα €460 εκατ. το 2023 (σύμφωνα με το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών-ΚΕΠΕ). Συγκεκριμένα, το εξωτερικό ισοζύγιο του τομέα κατέστη πλεονασματικό, φθάνοντας τα €190 εκατ. το 2023, από έλλειμμα €-1,3 δισ. το 2009, παρά τη συνεχιζόμενη σημαντική αύξηση των εισαγωγών. Αν συνυπολογιστεί και η βιομηχανική παραγωγή επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων, το εξωτερικό ισοζύγιο του αγροδιατροφικού τομέα συνολικά κατέγραψε πλεόνασμα €460 εκατ. το 2023 από έλλειμμα €3 δις. το 2008.
  • Διεθνής Ανταγωνιστικότητα: βελτίωση (υποτίμηση) της Πραγματικής Σταθμισμένης Συναλλαγματικής Ισοτιμίας του ευρώ για την Ελλάδα, με βάση το Κόστος Εργασίας ανά μονάδα προϊόντος: -32,9% σε σχέση με το δ΄ τρίμηνο του 2009.
  • Παραγωγικότητα: σε περιόδους κανονικότητας αυξάνεται με ικανοποιητικό ρυθμό ετησίως (2017-2019: +1,23%)( 2021–2025: +1,9%).
  • Απασχόληση: Οι κλάδοι καταλυμάτων και εστίασης δημιούργησαν περίπου το 19% των νέων θέσεων εργασίας μετά το 2013: σημαντικό ποσοστό, αλλά πολύ μακριά από το «σχεδόν οι μισές» που συχνά αναφέρεται. Το παραπάνω ποσοστό (19%) ισούται με  142.000 νέες θέσεις από τις συνολικά 763.000 που δημιουργήθηκαν στην οικονομία κατά την περίοδο από το 2013 έως το 2024. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, η απασχόληση στη μεταποιητική βιομηχανία αυξήθηκε κατά 29% (ή κατά 93.000 άτομα), ενώ στο σύνολο της οικονομίας η αύξηση ανήλθε σε 22% (ή κατά 763.000 άτομα).
  • Τουρισμός: συγκριτικό πλεονέκτημα, όχι δομική αδυναμία. Η αναβάθμισή του μπορεί να στηρίζει τη συνολική παραγωγικότητα και τη διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Ο τουρισμός δεν είναι το πρόβλημα

Με βάση τα παραπάνω ευρήματα, η μελέτη καταλήγει ότι η ανάπτυξη του τουρισμού δεν πραγματοποιήθηκε εις βάρος της μεταποίησης ή της διεθνώς ανταγωνιστικής γεωργίας. Οι τομείς αυτοί αναπτύχθηκαν παράλληλα.

Σε διεθνές επίπεδο, η αύξηση της παραγωγικότητας τείνει να είναι υψηλότερη όταν οι οικονομίες αξιοποιούν τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα. Ο τουρισμός αποτελεί τέτοιο πλεονέκτημα για την Ελλάδα και η περαιτέρω αναβάθμισή του δεν συνιστά δομική αδυναμία, αλλά στρατηγικό πλεονέκτημα.

Για τον λόγο αυτό, ο τουρισμός και οι τομείς καταλύματος– εστίασης αναμένεται να συνεχίσουν να αναπτύσσονται δυναμικά (ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη σημαντικές επενδύσεις που αναβαθμίζουν ουσιαστικά το παρεχόμενο προϊόν) και να συμβάλλουν στη μεγέθυνση και στην ενίσχυση της απασχόλησης στην Ελλάδα.

«Το αφήγημα της «οικονομίας του καφέ» και της «Ελλάδας της καφετέριας» δεν βοηθά στη χάραξη πολιτικής. Υποτιμά τις πραγματικές επιδόσεις της χώρας, απαξιώνει δυναμικούς εξαγωγικούς και παραγωγικούς κλάδους και συγχέει μακροοικονομικά μεγέθη με δομικές αδυναμίες» δηλώνει ο γενικός διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ Ηλίας Κικίλιας προσθέτοντας «Η πρόκληση δεν είναι να «αποδράσουμε» από μια ανύπαρκτη «οικονομία του καφέ», αλλά να κεφαλαιοποιήσουμε τα πραγματικά επιτεύγματα της τελευταίας δεκαετίας και να αντιμετωπίσουμε με ρεαλισμό τα σημαντικά πραγματικά προβλήματα. Μόνο έτσι ο δημόσιος διάλογος καθίσταται νηφάλιος και μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση μιας κοινωνικά βιώσιμης αναπτυξιακής στρατηγικής.»

Αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας

Όσον αφορά την αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας την περίοδο 2010–2024, σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, ενώ η Ελλάδα πράγματι ωφελείται από την ταχεία ανάπτυξη του τουρισμού, ακόμη πιο έντονη είναι η άνοδος της παραγωγής και της απασχόλησης στη μεταποιητική βιομηχανία, καθώς και η σημαντική αύξηση των επενδύσεων σε μεταφορικό, μηχανολογικό και τεχνολογικό εξοπλισμό την περίοδο 2014–2024.

Παράλληλα, καταγράφεται εντυπωσιακή αύξηση των ελληνικών εξαγωγών αγαθών – ιδίως των εξαγωγών μεταποιητικών προϊόντων – με Μέσο Ετήσιο Ρυθμό Μεταβολής (ΜΕΡΜ) υψηλότερο από τον αντίστοιχο των εισπράξεων από τον εισερχόμενο τουρισμό.

Επιπλέον, η ελληνική οικονομία βρίσκεται ακόμη στο αρχικό στάδιο μιας σημαντικής αναδιάρθρωσης υπέρ των τομέων που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα, παρά το γεγονός ότι το ποσοστό των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών στο ΑΕΠ έχει ήδη αυξηθεί στο 35,8% το 2024, έναντι 19,2% το 2019.

Το σημαντικότερο είναι ότι η ελληνική οικονομία φαίνεται να είναι σε θέση να αυξήσει περαιτέρω το ποσοστό αυτό στο 40% έως το 2030 και σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα στη δεκαετία του 2030, στο βαθμό που το επιτρέψουν οι ασκούμενες πολιτικές.