«Καμπανάκι» από το ΕΒΕΘ για τη ρευστότητα των επιχειρήσεων
Παρεμβάσεις για τον εξορθολογισμό των μέτρων αναγκαστικής είσπραξης ζητά το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης προειδοποιώντας ότι η υπερβολική πίεση σε επιχειρήσεις υπονομεύει τη ρευστότητα και την ασφάλεια δικαίου.
Με επιστολή προς τους υπουργούς Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης και τον διοικητή της Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, Γιώργος Πιτσιλής, το Επιμελητήριο επισημαίνει ότι, παρότι η προστασία των δημοσίων εσόδων είναι αναγκαία, η εφαρμογή μέτρων όπως δεσμεύσεις λογαριασμών, κατασχέσεις και συμψηφισμοί συχνά οδηγεί σε ασφυξία την επιχειρηματική δραστηριότητα πριν ακόμη κριθούν οριστικά οι φορολογικές διαφορές.
Στην επιστολή, που υπογράφει ο Β’ αντιπρόεδρος του ΕΒΕΘ Παναγιώτης Μενεξόπουλος, υπογραμμίζεται ότι η προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη διοικούντων δεν μπορεί να ενεργοποιείται αυτοματοποιημένα, αλλά πρέπει να θεμελιώνεται σε σαφή στοιχεία υπαιτιότητας, όπως προβλέπει το άρθρο 50 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.
Το Επιμελητήριο εκφράζει έντονο προβληματισμό για το γεγονός ότι μέτρα αναγκαστικής είσπραξης επιβάλλονται ακόμη και όταν οι οφειλές τελούν υπό διοικητική ή δικαστική αμφισβήτηση, με συνέπειες όπως δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών, αδυναμία έκδοσης φορολογικής ενημερότητας και σοβαρά προβλήματα στις συναλλαγές επιχειρήσεων.
Παράλληλα, κάνει λόγο για κίνδυνο δυσανάλογης επιβάρυνσης της οικονομικής δραστηριότητας και ζητήματα συμβατότητας με τις αρχές της αναλογικότητας, της δικαστικής προστασίας και της χρηστής διοίκησης.
Το ΕΒΕΘ καταθέτει πέντε προτάσεις:
- αυστηρότερη αιτιολόγηση των μέτρων αναγκαστικής είσπραξης
- πρόσθετες εγγυήσεις πριν από την επέκτασή τους σε φυσικά πρόσωπα
- ταχύτερη εκδίκαση φορολογικών διαφορών
- σαφέστερο καθορισμό της προσωπικής ευθύνης
- δυνατότητα αναστολής ιδιαίτερα επαχθών μέτρων όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις αμφισβήτησης της οφειλής.
Όπως επισημαίνει το Επιμελητήριο, ζητούμενο είναι μια «δίκαιη ισορροπία» ανάμεσα στην αποτελεσματική είσπραξη δημοσίων εσόδων και την προστασία της επιχειρηματικής δραστηριότητας, ώστε να ενισχυθούν τόσο η εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων προς τη διοίκηση όσο και η λειτουργία του φορολογικού συστήματος.