Η ελληνική οικονομία στο μικροσκόπιο της Κομισιόν: Ανάπτυξη με σκιές και χρόνιες παθογένειες
Το δημόσιο χρέος, παρά το εξαιρετικά υψηλό του επίπεδο, παρουσιάζει σταθερή αποκλιμάκωση
Η Εαρινή Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2025 αποτυπώνει μια εικόνα ισορροπίας για την ελληνική οικονομία, στην οποία η πρόοδος σε βασικά μακροοικονομικά μεγέθη συμβαδίζει με την παρουσία σημαντικών διαρθρωτικών αδυναμιών.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η διεθνής οικονομική συγκυρία παραμένει εύθραυστη και η Ευρωπαϊκή Ένωση αναζητεί σταθερές βάσεις για την επανεκκίνηση της ανάπτυξης, η πορεία της ελληνικής οικονομίας απαιτεί αξιολόγηση πέρα από αριθμητικούς δείκτες και πρόσκαιρες ενδείξεις σταθεροποίησης. Παρότι τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει επιτύχει σημαντική πρόοδο σε επίπεδο δημοσιονομικής εξυγίανσης και επιστροφής σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η ουσιαστική αποκατάσταση της οικονομικής της βάσης παραμένει ζητούμενο. Η σταθερότητα που παρατηρείται σε ορισμένους δείκτες μπορεί να αντανακλά βελτιώσεις, αλλά δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην ένδειξη θεμελιώδους ανθεκτικότητας ή παραγωγικού μετασχηματισμού.
Η νέα έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ελληνική οικονομία επαναφέρει τη συζήτηση στο επίκεντρο, καθώς συνδυάζει θετικές αποτιμήσεις με επισημάνσεις για χρόνιες αδυναμίες που εξακολουθούν να περιορίζουν το αναπτυξιακό δυναμικό της χώρας. Σε αυτό το πλαίσιο, η αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας οφείλει να βασιστεί σε αντικειμενικά στοιχεία, στη δομή του παραγωγικού μοντέλου και στην ικανότητα του κράτους να διασφαλίσει διατηρήσιμη ανάπτυξη, κοινωνική συνοχή και ανταγωνιστικότητα σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
Η Εαρινή Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2025 αποτυπώνει μια εικόνα ισορροπίας για την ελληνική οικονομία, στην οποία η πρόοδος σε βασικά μακροοικονομικά μεγέθη συμβαδίζει με την παρουσία σημαντικών διαρθρωτικών αδυναμιών. Η ανάπτυξη του ΑΕΠ το 2024 ανήλθε σε 2,3%, με αντίστοιχες εκτιμήσεις για το 2025 και το 2026. Η επίδοση αυτή κρίνεται θετική συγκριτικά με το σύνολο της Ευρωζώνης, καθώς οι περισσότερες οικονομίες της περιοχής εμφανίζουν χαμηλότερους ρυθμούς ή σημάδια επιβράδυνσης. Η ελληνική περίπτωση διατηρεί, προς το παρόν, μια σχετική αυτονομία λόγω της ισχυρής εσωτερικής ζήτησης, της επιτάχυνσης επενδύσεων και της σταθερής αύξησης της κατανάλωσης.
Η ιδιωτική κατανάλωση αναδείχθηκε σε κύριο μοχλό της ανάπτυξης, ενισχυμένη από την αύξηση της απασχόλησης, την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος. Παράλληλα, η εισροή πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης συνέβαλε στην αύξηση των επενδυτικών δαπανών, ιδιαίτερα στον τομέα των υποδομών και της ενέργειας. Οι δημόσιες δαπάνες παρέμειναν ελεγχόμενες, συμβάλλοντας στη διατήρηση του δημοσιονομικού πλεονάσματος. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα πέτυχε πρωτογενές πλεόνασμα άνω του 2% του ΑΕΠ, το οποίο προβλέπεται να διατηρηθεί και το 2025, ενισχύοντας το δημοσιονομικό προφίλ της χώρας έναντι των εταίρων και των αγορών.
Το δημόσιο χρέος, παρά το εξαιρετικά υψηλό του επίπεδο, παρουσιάζει σταθερή αποκλιμάκωση. Από 206% του ΑΕΠ κατά την κορύφωση της πανδημίας, μειώθηκε στο 163,9% το 2023 και εκτιμάται ότι διαμορφώθηκε στο 153,1% το 2024. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στην υψηλότερη του αναμενομένου ανάπτυξη, στη συγκράτηση των δημοσίων δαπανών και στην αποπληρωμή παλαιότερων δανείων με ευνοϊκούς όρους. Παρά τα θετικά αυτά στοιχεία, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους παραμένει συνάρτηση της διατήρησης πλεονασμάτων και της ομαλής πρόσβασης της χώρας στις αγορές. Το προφίλ του χρέους, αν και ευνοϊκό χάρη στην επιμήκυνση ωριμάνσεων και τα χαμηλά επιτόκια των ευρωπαϊκών μηχανισμών, θα εκτεθεί σε αυξανόμενο κίνδυνο αν υπάρξει επιδείνωση των διεθνών χρηματοδοτικών συνθηκών ή επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στον εξωτερικό τομέα της οικονομίας, ο οποίος εμφανίζει τη μεγαλύτερη δομική υστέρηση. Οι καθαρές εξαγωγές όχι μόνο δεν συνέβαλαν θετικά στην ανάπτυξη, αλλά λειτούργησαν ως ανασταλτικός παράγοντας, καθώς οι εισαγωγές αυξήθηκαν ταχύτερα από τις εξαγωγές. Το έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών παραμένει υψηλό, γεγονός που υποδηλώνει την αδυναμία της παραγωγικής βάσης να καλύψει την αυξανόμενη ζήτηση, οδηγώντας σε εξάρτηση από εισαγόμενα προϊόντα και πρώτες ύλες. Αντίστοιχα, ο τουρισμός και οι υπηρεσίες, αν και ενισχύουν τις εξαγωγές, δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν το εμπορικό έλλειμμα, ιδίως σε περιόδους αυξημένων διεθνών τιμών. Η Επιτροπή επαναλαμβάνει την ανάγκη για ενίσχυση της εξωστρέφειας, διαφοροποίηση του παραγωγικού μοντέλου και προσέλκυση επενδύσεων με εξαγωγικό προσανατολισμό.
Η εικόνα στο επενδυτικό μέτωπο παραμένει μεικτή. Οι επενδύσεις αυξάνονται με ρυθμούς άνω του 7%, κυρίως λόγω της αξιοποίησης των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης, όμως το ιδιωτικό σκέλος αυτής της επενδυτικής δραστηριότητας δεν έχει ακόμη αποκτήσει αυτόνομη δυναμική. Η Επιτροπή επισημαίνει ως βασικά εμπόδια τη συνεχιζόμενη γραφειοκρατία, τις καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης και την αστάθεια στη φορολογική πολιτική. Παρά τη βελτίωση στο γενικότερο επιχειρηματικό περιβάλλον, η Ελλάδα εξακολουθεί να κατατάσσεται χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε δείκτες όπως η προβλεψιμότητα των επενδύσεων, η ταχύτητα υλοποίησης έργων και η διαθεσιμότητα εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού.
Το πρόβλημα της παραγωγικότητας, άλλωστε, παραμένει κομβικό. Παρά την άνοδο της απασχόλησης, οι αποδόσεις ανά εργαζόμενο παραμένουν καθηλωμένες, ενώ οι επαγγελματικές δεξιότητες του εργατικού δυναμικού δεν συμβαδίζουν με τις απαιτήσεις μιας σύγχρονης, τεχνολογικά εξελιγμένης οικονομίας. Η εκπαίδευση, η επαγγελματική κατάρτιση και η διασύνδεση πανεπιστημίων-αγοράς εξακολουθούν να εμφανίζουν σημαντικές υστερήσεις, υπονομεύοντας την αναπτυξιακή προοπτική σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Η Επιτροπή δεν παραλείπει να σημειώσει και τους εξωτερικούς κινδύνους: η επιδείνωση του γεωπολιτικού περιβάλλοντος, οι αυξομειώσεις στις τιμές ενέργειας, η αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ και η επιβράδυνση του παγκόσμιου εμπορίου μπορούν να επηρεάσουν δυσμενώς τις μελλοντικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, αναδεικνύεται η ανάγκη πολιτικής σταθερότητας και θεσμικής συνέχειας, ώστε οι θετικές τάσεις να μη διακοπούν ή εκτραπούν λόγω εσωτερικών μετατοπίσεων.
Συνολικά, η έκθεση της Κομισιόν αναγνωρίζει τη σημαντική πρόοδο της ελληνικής οικονομίας και την επιτυχή έξοδο από μια περίοδο κρίσης και αστάθειας, αλλά προειδοποιεί ρητά ότι τα θετικά αποτελέσματα παραμένουν εύθραυστα. Η ανάπτυξη υφίσταται, αλλά δεν έχει αποκτήσει το βάθος και την ανθεκτικότητα που απαιτούνται για μια σταθερή θέση στον σκληρό πυρήνα της ευρωζώνης. Η μετάβαση από την ανάκαμψη στη διατηρήσιμη ανάπτυξη προϋποθέτει ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, διαρθρωτικές παρεμβάσεις και επενδύσεις με υψηλό πολλαπλασιαστή. Μόνο τότε η τρέχουσα σταθερότητα θα μπορεί να θεωρηθεί πραγματική πρόοδος και όχι παρενθετική περίοδος ανάπαυλας.