Η Ελλάδα ως επενδυτικός κόμβος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη: Μύθος ή πραγματικότητα;
Η συζήτηση γύρω από το αν η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει έναν διαρκή επενδυτικό κόμβο για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη δεν μπορεί να βασίζεται σε προσδοκίες ή δημόσιες σχέσεις.
Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα επανέρχεται σταδιακά στον διεθνή επενδυτικό χάρτη, όχι πλέον ως παράδειγμα δημοσιονομικού εκτροχιασμού, αλλά ως χώρα με σταθεροποιημένη οικονομία, βελτιούμενη αξιοπιστία και αυξανόμενο επενδυτικό ενδιαφέρον.
Η μακρά περίοδος κρίσης που κυριάρχησε από το 2010 μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 2020, συνοδεύτηκε από αποεπένδυση, φυγή κεφαλαίων και θεσμική δυσπιστία. Σήμερα, ωστόσο, το κλίμα έχει μεταστραφεί αισθητά, με μια σειρά από ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα να αποτυπώνουν μια νέα φάση οικονομικής κανονικότητας και εξωστρέφειας.
Η συζήτηση γύρω από το αν η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει έναν διαρκή επενδυτικό κόμβο για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη δεν μπορεί να βασίζεται σε προσδοκίες ή δημόσιες σχέσεις. Οφείλει να εδράζεται σε στοιχεία, δομικούς δείκτες και συγκριτικά μεγέθη που αποτυπώνουν τη θέση της χώρας στον διεθνή καταμερισμό κεφαλαίου. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, η Ελλάδα έχει αναβαθμιστεί σταδιακά από τους τρεις βασικούς διεθνείς οίκους αξιολόγησης Standard & Poor’s, Moody’s και Fitch Ratings οι οποίοι καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την εικόνα μιας χώρας στις παγκόσμιες αγορές. Η Standard & Poor’s επανέφερε την Ελλάδα σε επενδυτική βαθμίδα τον Οκτώβριο του 2023 με αξιολόγηση BBB, ακολουθούμενη από τη Fitch που επιβεβαίωσε τον ίδιο βαθμό το Νοέμβριο του ίδιου έτους.
Η Moody’s, αν και πιο διστακτική, προχώρησε τον Σεπτέμβριο του 2023 σε αναβάθμιση δύο βαθμίδων, φέρνοντας την Ελλάδα στο Ba1 με θετική προοπτική, ένα μόλις σκαλοπάτι κάτω από την επενδυτική βαθμίδα. Οι αξιολογήσεις αυτές βασίστηκαν σε συγκεκριμένα μεγέθη όπως η αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους (το οποίο υποχώρησε από το 206% του ΑΕΠ το 2020 στο 161% το 2023), η ισχυρή ανάκαμψη του ΑΕΠ μετά την πανδημία με ρυθμούς άνω του 5% για δύο συνεχόμενα έτη και η βελτίωση στο πρωτογενές ισοζύγιο.
Η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει σταθερή μείωση των επιτοκίων δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου, με το δεκαετές ομόλογο να κινείται κάτω από το 3,5% στα τέλη του 2024, έχει διευκολύνει τις εγχώριες επιχειρήσεις να εκδώσουν ομόλογα με χαμηλότερο κόστος και έχει ενισχύσει την αξιοπιστία της χώρας απέναντι σε θεσμικούς επενδυτές που πλέον τη βλέπουν όχι ως χώρα ρίσκου αλλά ως ασφαλή αγορά περιφέρειας. Όμως το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν βελτιώθηκε η πιστοληπτική ικανότητα του κράτους, αλλά αν αυξάνεται η παραγωγική προσέλκυση κεφαλαίων, δηλαδή αν δημιουργείται επενδυτικό απόθεμα που παράγει μακροπρόθεσμη οικονομική απόδοση και διατηρήσιμες θέσεις εργασίας.
Η εικόνα είναι μικτή. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν ισχυρά σημάδια πραγματικής μετατόπισης. Η ακαθάριστη εισροή άμεσων ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα άγγιξε τα 6,2 δισεκατομμύρια ευρώ το 2023, ποσό που αποτελεί ιστορικό υψηλό των τελευταίων δεκαετιών. Παράλληλα, η ποσοστιαία συνεισφορά των ξένων επενδύσεων στο ΑΕΠ έχει αυξηθεί, αγγίζοντας το 3% για πρώτη φορά μετά την κρίση. Το ποιοτικό στοιχείο όμως είναι ακόμη πιο ενδεικτικό: οι νέες επενδύσεις δεν προέρχονται κυρίως από τον κλάδο του τουρισμού, αλλά από τεχνολογία, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και υποδομές. Η Microsoft, η Google και η Amazon Web Services τοποθετούν κεφάλαια άνω των 2 δισεκατομμυρίων ευρώ σε data centers και ψηφιακές πλατφόρμες. Η Pfizer λειτουργεί από το 2021 στη Θεσσαλονίκη ένα κέντρο ψηφιακής καινοτομίας που απασχολεί περισσότερους από 700 επιστήμονες, μεγάλο ποσοστό των οποίων επέστρεψαν από το εξωτερικό. Η JP Morgan εξαγόρασε την ελληνική Viva Wallet, επενδύοντας σε fintech σε μια αγορά που άλλοτε θεωρούσε αδιάφορη. Όλα αυτά δείχνουν όχι ευκαιριακές τοποθετήσεις, αλλά μακροχρόνιες στρατηγικές εισόδου.
Όμως, η πραγματικότητα δεν είναι μονοσήμαντη. Η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει δομικά προβλήματα που περιορίζουν την ελκυστικότητα και την ταχύτητα υλοποίησης επενδυτικών σχεδίων. Η μέση διάρκεια αδειοδότησης για μεγάλα ενεργειακά έργα ξεπερνά τα δύο έτη, με σημαντικό ποσοστό αιτήσεων να απορρίπτεται λόγω γραφειοκρατικών ή πολεοδομικών κωλυμάτων. Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το επιχειρηματικό περιβάλλον στην Ελλάδα (2024) κατατάσσει τη χώρα στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ ως προς την προβλεψιμότητα της φορολογικής πολιτικής. Παρά τις βελτιώσεις στους φορολογικούς συντελεστές (μείωση εταιρικού φόρου στο 22%, μείωση προκαταβολής), το κανονιστικό πλαίσιο παραμένει σύνθετο, ενώ ο έλεγχος εφαρμογής χαρακτηρίζεται από ασυνέπεια. Επιπλέον, η έλλειψη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού έχει καταστεί εμπόδιο σε επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΟΒΕ, το 34% των επιχειρήσεων του κλάδου πληροφορικής δηλώνουν αδυναμία στελέχωσης λόγω έλλειψης διαθέσιμων υποψηφίων. Αυτό το κενό δεν μπορεί να καλυφθεί μόνο με επαναπατρισμό επιστημόνων ή εισαγωγή ανθρώπινου δυναμικού από τρίτες χώρες, χωρίς σοβαρή μεταρρύθμιση στην επαγγελματική κατάρτιση και σύνδεση εκπαίδευσης με την παραγωγή.
Η επενδυτική δυναμική που αρχίζει να διαμορφώνεται στην Ελλάδα δεν είναι ούτε αυτονόητη ούτε εξασφαλισμένη, αλλά είναι υπαρκτή, μετρήσιμη και πολλαπλώς ενισχυόμενη. Η χώρα δείχνει να έχει ξεπεράσει τον φαύλο κύκλο της αβεβαιότητας και να οικοδομεί, έστω σταδιακά, ένα νέο προφίλ που συνδυάζει γεωστρατηγικά πλεονεκτήματα, αναβαθμισμένους θεσμούς και κλάδους με πραγματική εξαγωγική και τεχνολογική προοπτική. Αν μπορέσει να μετατρέψει τη σημερινή ευκαιρία σε σταθερότητα, τη συγκυρία σε στρατηγική και την είσοδο κεφαλαίων σε παραγωγική ανάπτυξη, τότε δεν θα είναι υπερβολή να πει κανείς ότι η Ελλάδα μπορεί να εξελιχθεί σε έναν από τους πιο αξιόπιστους και ανταγωνιστικούς επενδυτικούς προορισμούς στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Δεν βρισκόμαστε ακόμη στο τέλος αυτής της διαδρομής, αλλά ίσως για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες βρισκόμαστε στο σωστό σημείο εκκίνησης.