Γιεν σε πτώση: Το ιαπωνικό νόμισμα υπό πίεση λόγω νέων αμερικανικών δασμών
Η Τράπεζα της Ιαπωνίας, παρά τις πιέσεις, επιλέγει τη σταθερότητα - Επιμένει σε χαλαρή πολιτική, διατηρώντας βασικό επιτόκιο κάτω από το 1%
Η Τράπεζα της Ιαπωνίας, παρά τις πιέσεις, επιλέγει τη σταθερότητα. Επιμένει σε χαλαρή πολιτική, διατηρώντας το βασικό της επιτόκιο κάτω από το 1%.
Η εποχή που το ιαπωνικό γιεν αποτελούσε παγκόσμιο «καταφύγιο» για επενδυτές σε περιόδους αστάθειας φαίνεται να ανήκει πια στο παρελθόν. Το 2025 βρίσκει το εθνικό νόμισμα της Ιαπωνίας παγιδευμένο σε ένα τρίγωνο πίεσης: από τη μία η συνεχιζόμενη εμπορική επιθετικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών, από την άλλη η διστακτική στάση της Τράπεζας της Ιαπωνίας απέναντι σε αυξήσεις επιτοκίων, και ενδιάμεσα ένας κόσμος που αναζητά σταθερότητα και απόδοση, ακόμα και μέσα από ρίσκο. Το αποτέλεσμα είναι σαφές: το γιεν διολισθαίνει σταθερά έναντι του δολαρίου, φλερτάροντας με επίπεδα που τελευταία φορά είχαν καταγραφεί πριν από πάνω από είκοσι χρόνια.
Η πρόσφατη απόφαση της Ουάσιγκτον να επιβάλει επιπλέον δασμούς ύψους 25% σε εισαγόμενα ιαπωνικά προϊόντα, με αιχμή την αυτοκινητοβιομηχανία και τα εξαρτήματα υψηλής τεχνολογίας, έχει προσθέσει σημαντική πίεση στην ισοτιμία. Αντί να ενισχυθεί ως παραδοσιακό safe haven, το γιεν υποχωρεί, καθώς οι επενδυτές θεωρούν ότι η ιαπωνική οικονομία είναι περισσότερο εκτεθειμένη από όσο φαίνεται: με χαμηλό πληθωρισμό, αρνητικά πραγματικά επιτόκια και ένα ενεργό εμπορικό ισοζύγιο που εξαρτάται από τις εξαγωγές, οποιοδήποτε χτύπημα στο διεθνές εμπόριο μεταφράζεται σε άμεσο πλήγμα στο νόμισμά της. Η ισοτιμία γιεν/δολαρίου ξεπέρασε πλέον τα 147, με αναλυτές να προβλέπουν περαιτέρω αποδυνάμωση αν δεν υπάρξει στροφή στην νομισματική πολιτική.
Η Τράπεζα της Ιαπωνίας, παρά τις πιέσεις, επιλέγει τη σταθερότητα. Επιμένει σε χαλαρή πολιτική, διατηρώντας το βασικό της επιτόκιο κάτω από το 1% και συνεχίζοντας τις αγορές κρατικών ομολόγων. Αν και η εσωτερική οικονομική ανάπτυξη παραμένει ασθενής, οι εξαγωγές κρατούν σε λειτουργία την παραγωγή. Ωστόσο, οι εμπορικοί περιορισμοί των ΗΠΑ και οι πολιτικές εντάσεις στην Ασία (με την Κίνα, τη Νότια Κορέα και την Ταϊβάν) δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξανόμενου ρίσκου, το οποίο αντικατοπτρίζεται καθημερινά στις αγορές συναλλάγματος.
Στην Ελλάδα, η διολίσθηση του γιεν έχει προκαλέσει σοβαρές συνέπειες σε χιλιάδες δανειολήπτες που κατά την προηγούμενη δεκαετία επέλεξαν να συνάψουν στεγαστικά ή καταναλωτικά δάνεια σε ιαπωνικό νόμισμα, προσελκυσμένοι από τα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια. Όμως, η μεταβολή της ισοτιμίας γιεν/ευρώ επιβάρυνε σημαντικά τις οφειλές τους, οδηγώντας σε υπέρογκες μηνιαίες δόσεις και αύξηση του συνολικού χρέους τους, χωρίς να έχουν αυξηθεί τα εισοδήματά τους. Πολλοί από αυτούς βρέθηκαν σε αδιέξοδο, με δικαστικές διεκδικήσεις και ομαδικές προσφυγές κατά τραπεζών, καθώς ένιωσαν ότι δεν είχαν επαρκώς ενημερωθεί για τον συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλάμβαναν.
Την ίδια στιγμή, το δολάριο ενισχύεται λόγω των υψηλών επιτοκίων της Fed και της σχετικής ασφάλειας που αποπνέει η αμερικανική οικονομία έναντι των ασιατικών κραδασμών. Οι επενδυτές εγκαταλείπουν το γιεν όχι επειδή είναι ασταθές, αλλά γιατί προσφέρει ελάχιστη απόδοση σε μια εποχή που τα επιτόκια διεθνώς έχουν επιστρέψει σε θετικό έδαφος. Τα κεφάλαια αναζητούν όχι μόνο ασφάλεια, αλλά και τόκο – και αυτή τη στιγμή, η Ιαπωνία προσφέρει μόνο το πρώτο, ενώ αμφισβητείται αν το παρέχει ακόμη και αυτό.
Η εικόνα του γιεν το καλοκαίρι του 2025 είναι εκείνη ενός νομίσματος που δεν λειτουργεί πια ως ασπίδα, αλλά ως βαρόμετρο ευρύτερης ανησυχίας. Αν δεν υπάρξει συντονισμένη κίνηση από τη νομισματική και πολιτική ηγεσία της Ιαπωνίας, τότε το γιεν κινδυνεύει να μετατραπεί από εργαλείο οικονομικής ισχύος σε σύμπτωμα της παγκόσμιας αποσταθεροποίησης. Και αυτό, σε μια περίοδο αυξανόμενων γεωπολιτικών εντάσεων και εμπορικού προστατευτισμού, ίσως αποδειχθεί περισσότερο από ένα απλό νομισματικό πρόβλημα – ίσως αποτελέσει καταλύτη για τη συνολική αναδιάταξη της παγκόσμιας ισορροπίας στις αγορές.