«All’s Fair»: Τόσο κακή που βλέπεται σε μια μέρα (VIDEO)

Η σειρά του Ράιαν Μέρφι που απέτυχε ως δράμα αλλά θριάμβευσε ως hate-watching φαινόμενο.

«All’s Fair»: Τόσο κακή που βλέπεται σε μια μέρα (VIDEO)

Από την πρεμιέρα της στις 4 Νοεμβρίου στο Hulu, η νέα σειρά του Ράιαν Μέρφι All’s Fair μοιάζει να ζει δύο παράλληλες ζωές. Από τη μία, οι κριτικοί τη σφυροκοπούν αλύπητα — με μηδενικές βαθμολογίες από τους Times και τη Guardian και ένα σπάνιο 0% στο Rotten Tomatoes.

Από την άλλη, τα social media τη μετατρέπουν σε αντικείμενο ειρωνικής λατρείας, ένα camp τηλεοπτικό ατύχημα που «δεν μπορείς να σταματήσεις να βλέπεις». Το ερώτημα δεν είναι αν το All’s Fair είναι κακή σειρά. Είναι γιατί, παρά τα πάντα, δεν μπορείς να την αγνοήσεις.

Η σειρά διαδραματίζεται στο Λος Άντζελες και ακολουθεί τη λειτουργία της Grant Ronson Greene & Associates, ενός φανταστικού, αποκλειστικά γυναικείου δικηγορικού γραφείου που ειδικεύεται σε διαζύγια υπερπλούσιων γυναικών. Οι τρεις ιδρύτριες —η ψυχρή και ατάραχη Άλουρα Γκραντ (Κιμ Καρντάσιαν), η νευρωτική αλλά φιλόδοξη Λίμπερτι Ρόνσον (Νάομι Γουότς) και η εκρηκτική ντετέκτιβ Έμεραλντ Γκριν (Νίσι Νας-Μπετς)— χτίζουν την αυτοκρατορία τους κόντρα στο ανδροκρατούμενο νομικό κατεστημένο.

Απέναντί τους βρίσκεται η Κάρινγκτον Λέιν (Σάρα Πόλσον), μια σατανική αντίπαλος δικηγόρος, η οποία κινείται διαρκώς στα όρια παρωδίας και υστερίας, λειτουργώντας περισσότερο ως καταλύτης χάους παρά ως πλήρως ανεπτυγμένος χαρακτήρας.

Κάθε επεισόδιο ξεδιπλώνει εξωφρενικές υποθέσεις διαζυγίων — από απιστίες δισεκατομμυριούχων μέχρι σεξουαλικά σκάνδαλα και συμφωνίες εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων — ενώ παράλληλα παρακολουθούμε τις προσωπικές ζωές των πρωταγωνιστριών να καταρρέουν με αντίστοιχη θεατρικότητα. Όλα εκτυλίσσονται σε έναν κόσμο Bentley, ιδιωτικών τζετ, κοσμημάτων-φετίχ και κοστουμιών που καμία πραγματική δικηγόρος δεν θα φορούσε ποτέ.

Το All’s Fair δεν αποτυγχάνει απλώς στο επίπεδο της αφήγησης, αποτυγχάνει να αποφασίσει τι θέλει να είναι. Δράμα; Σάτιρα; Φεμινιστικό μανιφέστο; Reality TV με σενάριο; Η απάντηση μοιάζει να είναι «λίγο απ’ όλα», με αποτέλεσμα τίποτα να μη λειτουργεί πραγματικά.

Η Κιμ Καρντάσιαν, στον πρώτο της δραματικό ρόλο, είναι σχεδόν μηχανικά άδεια — αλλά ίσως αυτό να είναι και το πιο ειλικρινές στοιχείο της σειράς. Η Άλουρα Γκραντ ενσαρκώνει τη φιλοσοφία Kardashian: πολυτέλεια χωρίς βάθος, λάμψη χωρίς συναίσθημα, παρουσία χωρίς εσωτερικότητα. Δεν υποδύεται έναν χαρακτήρα, αναπαράγει ένα brand. Και σε έναν κόσμο που τρέφεται από brands, αυτό αρκεί για να δημιουργήσει buzz.

Οι υπόλοιπες ηθοποιοί – με πρώτη τη Γκλεν Κλόουζ – παλεύουν να δώσουν υπόσταση σε διαλόγους που κινούνται ανάμεσα στο βαρετό και το γελοίο. Το αποτέλεσμα δεν είναι υψηλό camp με συνείδηση, αλλά μια αμήχανη υπερβολή που συχνά μοιάζει με τηλεοπτικό ατύχημα σε αργή κίνηση.

Κι όμως, ακριβώς εκεί βρίσκεται η «επιτυχία» του All’s Fair. Σε μια εποχή streaming κορεσμού, όπου ακόμα και οι καλές σειρές χάνονται στον θόρυβο, το All’s Fair ξεχωρίζει επειδή είναι εμφανώς κακό. Προσφέρεται για memes, αποσπάσματα, hate-watching και ειρωνική κατανάλωση — ένα περιεχόμενο κομμένο και ραμμένο για TikTok και X, όχι για προσεκτική θέαση.

Δεν είναι το νέο Succession. Είναι κάτι πιο ύπουλο: μια σειρά που μετατρέπει την αποτυχία της σε πολιτιστικό γεγονός. Και ίσως αυτό να λέει περισσότερα για την εποχή μας παρά για τον Ράιαν Μέρφι. Στον πόλεμο του streaming, τελικά, όλα είναι όντως θεμιτά – ακόμα και το να είσαι τόσο κακός που κανείς δεν μπορεί να πάρει τα μάτια του από πάνω σου.