Βενεζουέλα: Σβήνουν οι ελπίδες κάτω από τα ερείπια – Χιλιάδες αγνοούμενοι μετά τους φονικούς σεισμούς

Δώδεκα ημέρες μετά τους φονικούς σεισμούς χιλιάδες συγγενείς περιμένουν να εντοπιστούν οι άνθρωποί τους κάτω από τα συντρίμμια

Βενεζουέλα: Σβήνουν οι ελπίδες κάτω από τα ερείπια – Χιλιάδες αγνοούμενοι μετά τους φονικούς σεισμούς
ΑΠΕ ΜΠΕ/ EPA/RONALD PENA R

Η διεθνής επιχείρηση έρευνας και διάσωσης στη Βενεζουέλα εισέρχεται στην τελική της φάση, καθώς περνούν δώδεκα ημέρες από τους δύο ισχυρούς σεισμούς.  Οι ξένες αποστολές ετοιμάζονται να αποχωρήσουν, όμως για χιλιάδες κατοίκους η τραγωδία δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Αντίθετα, συνεχίζεται καθημερινά μπροστά στα ερείπια πολυκατοικιών και κατοικιών, όπου συγγενείς εξακολουθούν να περιμένουν να βρεθούν οι αγαπημένοι τους.

Ο αριθμός των θυμάτων έχει ήδη ξεπεράσει τους 3.500 νεκρούς, ενώ παραμένει άγνωστο πόσοι άνθρωποι εξακολουθούν να αγνοούνται. Οι εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών κάνουν λόγο ακόμη και για δεκάδες χιλιάδες περιπτώσεις ανθρώπων των οποίων η τύχη δεν έχει εξακριβωθεί, χωρίς ωστόσο οι αρχές να έχουν ανακοινώσει επίσημο απολογισμό. Για τις περισσότερες οικογένειες, η ελπίδα να βρεθούν ζωντανοί οι δικοί τους έχει πλέον δώσει τη θέση της στην αγωνία για την ανάσυρση των σορών τους.

Στην περιοχή Καραβαγιέδα, μία από τις πιο βαριά πληγείσες, ο 31χρονος Ραούλ Αλβαράδο επιστρέφει καθημερινά μπροστά στα απομεινάρια της πολυκατοικίας όπου ζούσε η οικογένειά του. Οι γονείς και η μεγαλύτερη αδελφή του βρίσκονταν μέσα στο διαμέρισμα όταν σημειώθηκαν οι δύο διαδοχικές σεισμικές δονήσεις, μεγέθους 7,2 και 7,5 Ρίχτερ, με διαφορά μόλις 39 δευτερολέπτων. Όπως περιγράφει, τους είδε για τελευταία φορά αγκαλιασμένους λίγο μετά τον πρώτο σεισμό. Η δεύτερη, ισχυρότερη δόνηση προκάλεσε την ολική κατάρρευση του κτιρίου.

Το διαμέρισμα όπου ζούσαν έχει πλέον μετατραπεί σε μια άμορφη μάζα από μπετόν και σίδερα. Γύρω από τα ερείπια διακρίνονται προσωπικά αντικείμενα, οικιακές συσκευές και έπιπλα που μαρτυρούν ότι μέχρι πριν από λίγες ημέρες εκεί υπήρχε μια ζωντανή γειτονιά. «Το κτίριο ήταν γεμάτο οικογένειες. Ο γείτονάς μου είχε πέντε μικρά παιδιά και όλοι βρίσκονται ακόμη κάτω από τα συντρίμμια», λέει με εμφανή συγκίνηση.

Τα συνεργεία βαρέων μηχανημάτων απομακρύνουν σταδιακά τεράστιους όγκους μπετόν, ενώ εθελοντές, πυροσβέστες και συγγενείς συνεχίζουν να εργάζονται αδιάκοπα, πολλές φορές με γυμνά χέρια ή με απλά εργαλεία. Σε αρκετά σημεία έχουν δημιουργηθεί στενά περάσματα ανάμεσα στις καταρρεύσεις, προκειμένου να φτάσουν σε χαμηλότερους ορόφους, όπου εκτιμάται ότι παραμένουν εγκλωβισμένοι άνθρωποι. Οι επιχειρήσεις είναι εξαιρετικά δύσκολες, καθώς κάθε μετακίνηση συντριμμιών εγκυμονεί νέο κίνδυνο κατάρρευσης.

Οι εικόνες που συναντούν τα σωστικά συνεργεία είναι σκληρές. Σε αρκετές περιπτώσεις έχουν εντοπιστεί σοροί που παραμένουν παγιδευμένες κάτω από στρώματα τσιμέντου και μετάλλων, χωρίς να είναι εύκολη η ανάσυρσή τους. Παρά τις ελάχιστες πιθανότητες να υπάρχουν επιζώντες, αρκετοί διασώστες συνεχίζουν τις προσπάθειες, γνωρίζοντας ότι ακόμη και ένα θαύμα δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Παράλληλα, η αναζήτηση αγνοουμένων έχει επεκταθεί και στο διαδίκτυο. Πλατφόρμες που δημιουργήθηκαν μετά την καταστροφή συγκεντρώνουν δεκάδες χιλιάδες ονόματα ανθρώπων που αναζητούνται ή έχουν ήδη εντοπιστεί, ζωντανοί ή νεκροί. Σύμφωνα με στελέχη του Γραφείου Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων του ΟΗΕ, τα στοιχεία αυτά θεωρούνται σε μεγάλο βαθμό αξιόπιστα και αποτυπώνουν το πραγματικό μέγεθος της ανθρωπιστικής κρίσης, ακόμη κι αν πολλοί από όσους αναφέρονται ως αγνοούμενοι δεν βρίσκονται απαραίτητα κάτω από τα ερείπια.

Το κοινοβούλιο της χώρας ανακοίνωσε ότι μόνο στην πόλη Λα Γουάιρα εκτιμάται πως βρίσκονταν περίπου 30.000 άνθρωποι όταν σημειώθηκαν οι σεισμοί. Από αυτούς, σχεδόν 20.000 κατάφεραν να διασωθούν ή απομακρύνθηκαν με ίδιες δυνάμεις, ενώ για χιλιάδες ακόμη δεν υπάρχει σαφής εικόνα.

Οι ειδικοί επιχειρούν να εξηγήσουν γιατί οι καταρρεύσεις ήταν τόσο εκτεταμένες. Ο καθηγητής γεωεπιστημών Κάτσου Γκόντα από το Western University του Καναδά εκτιμά ότι η μικρή χρονική απόσταση ανάμεσα στις δύο πολύ ισχυρές σεισμικές δονήσεις αποδείχθηκε καθοριστική. Ο πρώτος σεισμός πιθανότατα αποδυνάμωσε τη φέρουσα ικανότητα πολλών κτιρίων από οπλισμένο σκυρόδεμα και ο δεύτερος προκάλεσε τη διαδοχική κατάρρευση των ορόφων, εγκλωβίζοντας όσους βρίσκονταν στο εσωτερικό τους.

Όπως εξηγεί, σε τέτοιου είδους καταρρεύσεις δημιουργείται το φαινόμενο της «στοίβαξης ορόφων», κατά το οποίο τα πατώματα συμπιέζονται το ένα πάνω στο άλλο, σχηματίζοντας εξαιρετικά πυκνές μάζες συντριμμιών. Η μορφή αυτή καθιστά τόσο τις επιχειρήσεις διάσωσης όσο και την αναγνώριση των θυμάτων ιδιαίτερα δύσκολες και επικίνδυνες.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, οι συγγενείς συνεχίζουν να δίνουν τον δικό τους αγώνα. Η Ντανιέλα Άλβαρες αναζητά την αδελφή της, τις δύο ανιψιές της και τον γαμπρό της, εκφράζοντας τον φόβο ότι οι εργασίες κατεδάφισης μπορεί να προχωρήσουν πριν ολοκληρωθούν οι έρευνες. Λίγα μέτρα πιο πέρα, ο Κλεμέντε Κανισάλες περιμένει ακόμη να βρεθούν ο γιος και ο εγγονός του. Κοιτάζοντας τα ερείπια της πολυκατοικίας, παραδέχεται πως κανείς δεν μπορεί πλέον να γνωρίζει πόσοι άνθρωποι εξακολουθούν να βρίσκονται θαμμένοι κάτω από τους τόνους του σκυροδέματος, σε μια τραγωδία που θα αφήσει για χρόνια βαθύ αποτύπωμα στη χώρα.

Με πληροφορίες από ΑΠΕ – ΜΠΕ και ΕΡΤ