Στενά του Ορμούζ: Το νέο μέτωπο έντασης στις σχέσεις ΗΠΑ και Ιράν
Η εύθραυστη ισορροπία που είχε διαμορφωθεί στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν μετά την προσωρινή συμφωνία του προηγούμενου μήνα φαίνεται να δοκιμάζεται εκ νέου, με το ενδεχόμενο μιας νέας κλιμάκωσης να βρίσκεται ξανά στο προσκήνιο.
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκονται τα Στενά του Ορμούζ, ένας από τους σημαντικότερους θαλάσσιους ενεργειακούς διαύλους παγκοσμίως. Η Τεχεράνη επιμένει ότι ο έλεγχος της περιοχής αποτελεί ζήτημα εθνικής ασφάλειας και ξεκαθαρίζει πως δεν πρόκειται να δεχθεί πιέσεις που θα περιορίζουν τον ρόλο της, είτε αυτές προέρχονται από στρατιωτικές απειλές είτε από οικονομικά και διπλωματικά μέτρα.
Την ίδια στιγμή, ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με πολιτικές και οικονομικές πιέσεις, οι οποίες ενδέχεται να οδηγήσουν την αμερικανική πλευρά στην αναζήτηση νέου διαύλου επικοινωνίας με την Τεχεράνη, ακόμη και αν οι επαφές παραμείνουν δύσκολες και περιορισμένες.
Η κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ έχει μετατοπίσει το ενδιαφέρον από το βασικό ζήτημα των συνομιλιών, δηλαδή το μέλλον του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Η αντιπαράθεση για τον έλεγχο του θαλάσσιου περάσματος έχει εξελιχθεί σε κυρίαρχο σημείο σύγκρουσης, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο τις διαπραγματεύσεις που αφορούν τις πυρηνικές δραστηριότητες της χώρας.
Αμφιλεγόμενο παραμένει και το περιεχόμενο της προσωρινής συμφωνίας, καθώς Ουάσινγκτον και Τεχεράνη φαίνεται πως έδωσαν διαφορετική ερμηνεία στις προβλέψεις της. Το Ιράν θεωρεί ότι συγκεκριμένη πρόβλεψη του σχεδίου του παρέχει περιθώρια συμμετοχής στη διαχείριση της ασφάλειας των πλοίων που διέρχονται από τα Στενά, ενώ οι ΗΠΑ υποστηρίζουν ότι η δέσμευση της Τεχεράνης αφορά την απρόσκοπτη διεθνή ναυσιπλοΐα και τη διατήρηση της ροής πετρελαίου, φυσικού αερίου και άλλων κρίσιμων εμπορευμάτων.
Για το Ιράν, η διατήρηση της επιρροής στην περιοχή έχει πλέον αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία. Με τους Φρουρούς της Επανάστασης να έχουν ενισχύσει τον ρόλο τους στο εσωτερικό της χώρας, η Τεχεράνη εμφανίζεται αποφασισμένη να διατηρήσει τον έλεγχο των κινήσεων στα Στενά και να χρησιμοποιήσει την περιοχή ως εργαλείο αποτροπής και διαπραγματευτικής πίεσης.
Η στάση αυτή συνδέεται και με τη βαθιά δυσπιστία που υπάρχει απέναντι στις ΗΠΑ, καθώς η ιρανική ηγεσία θεωρεί ότι οι προηγούμενες δεσμεύσεις της Ουάσινγκτον δεν τηρήθηκαν και ότι οι συγκρούσεις επανήλθαν παρά τις διπλωματικές προσπάθειες.
Ωστόσο, η προσπάθεια της Τεχεράνης να ενισχύσει τον ρόλο της στην περιοχή προκαλεί αντιδράσεις και από γειτονικές χώρες. Το Κατάρ, που έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαμεσολάβηση, αλλά και το Ομάν, που παραδοσιακά διατηρεί ανοικτούς διαύλους με το Ιράν, παρακολουθούν με ανησυχία τις εξελίξεις. Παράλληλα, χώρες του Κόλπου, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, έχουν εκφράσει την αντίθεσή τους σε οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής ειδικών τελών ή περιορισμών στη ναυσιπλοΐα.
Αναλυτές εκτιμούν ότι μια πιθανή λύση θα μπορούσε να αναζητηθεί μέσα από μια συμφωνία που θα επιτρέπει στο Ιράν να διατηρεί έναν συμβολικό ρόλο στην ασφάλεια της περιοχής, χωρίς όμως να δημιουργούνται εμπόδια στην ελεύθερη διέλευση των πλοίων. Όπως έχει επισημάνει ο πρώην Βρετανός διπλωμάτης Σάιμον Γκας, μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να αποτελέσει έναν συμβιβασμό ανάμεσα στις δύο πλευρές.
Πέρα από τη διαμάχη για τα Στενά, ΗΠΑ και Ιράν εμφανίζονται να έχουν διαφορετική εκτίμηση για το ποιος βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση μετά τη σύγκρουση. Και οι δύο πλευρές θεωρούν ότι έχουν αντέξει περισσότερο από τον αντίπαλό τους και περιμένουν ότι η άλλη πλευρά θα αναγκαστεί τελικά να κάνει πίσω.
Η Τεχεράνη έχει επανειλημμένα δείξει ότι μπορεί να διαχειριστεί μεγάλες πιέσεις, όμως το οικονομικό κόστος παραμένει ιδιαίτερα βαρύ. Παρά τη δυνατότητα προσωρινής ανάσας που προσέφερε η χαλάρωση ορισμένων περιορισμών στις εξαγωγές πετρελαίου, η οικονομία της χώρας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα.
Ο υψηλός πληθωρισμός, η απώλεια θέσεων εργασίας και οι επιπτώσεις από τις παρατεταμένες διαταραχές στην πρόσβαση στο διαδίκτυο έχουν εντείνει την κοινωνική και οικονομική πίεση στο εσωτερικό του Ιράν. Το ερώτημα που παραμένει είναι για πόσο ακόμη η Τεχεράνη μπορεί να συνεχίσει την πολιτική της αντοχής απέναντι στις διεθνείς πιέσεις, χωρίς να αναζητήσει έναν νέο συμβιβασμό.
Με πληροφορίες από BBC και ΕΡΤ