Γερμανία: Σχέδιο επανεξοπλισμού 80 δισ. € χωρίς τις ΗΠΑ
Το νέο σχέδιο στρατιωτικών προμηθειών της Γερμανίας, δείχνει ότι το Βερολίνο προσπαθεί να στραφεί αμυντικά προς την ευρωπαϊκή βιομηχανία, προμηθεύοντας μόνο 8% των συνολικών εξοπλισμών τους από τις ΗΠΑ. Η κίνηση αυτή αποτελεί σημαντικό πλήγμα για την πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ ο οποίος ασκεί συνεχείς πιέσεις για αγορές αμερικανικών οπλικών συστημάτων. Το σχέδιο προμηθειών δείχνει ότι η Γερμανία ετοιμάζεται να προωθήσει σχεδόν 83 δισ. ευρώ σε συμβάσεις μέσα στον επόμενο χρόνο. Η λίστα, που συντάχθηκε για την επιτροπή προϋπολογισμού της γερμανικής Βουλής, περιλαμβάνει 154 σημαντικές αμυντικές αγορές μεταξύ Σεπτεμβρίου 2025 και Δεκεμβρίου 2026. Σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία, κάθε σύμβαση άνω των 25 εκατομμυρίων ευρώ πρέπει να εγκρίνεται από το κοινοβούλιο. Στις συμβάσεις αυτές υπάρχουν ελάχιστα έργα που σχετίζονται με Αμερικανικό εξοπλισμό.
Τα μοναδικά μεγάλης κλίμακας έργα με επικεφαλής αμερικανούς αναδόχους είναι περίπου 150 εκατ. ευρώ για τορπίλες που θα φέρουν τα αεροσκάφη P-8A της Boeing και περίπου 5,1 δισ. ευρώ για τα αντιαεροπορικά συστήματα και εκτοξευτές Patriot MIM-104 της Raytheon. Αν προστεθούν και άλλες αμερικανικές αγορές της λίστας από πυραύλους AMRAAM και ESSM έως πακέτα ασυρμάτων, το σύνολο φτάνει περίπου τα 6,8 δισ. ευρώ, δηλαδή γύρω στο 8% του σχεδίου του Βερολίνου, με το υπόλοιπο να κατευθύνεται συντριπτικά προς την ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Τα τελευταία χρόνια, η Γερμανία υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους πελάτες της Ουάσινγκτον στον τομέα της άμυνας. Σύμφωνα με στοιχεία της αμερικανικής κυβέρνησης, το Βερολίνο ενέκρινε πάνω από 17 δισ. δολάρια για στρατιωτικές αγορές από το εξωτερικό την περίοδο 2020-2024, σημειώνοντας ρεκόρ 13,9 δισ. το 2023, που αντανακλούσε την αυξημένη ζήτηση μετά τη ρωσική εισβολή πλήρους κλίμακας στην Ουκρανία. Αυτή η έξαρση κατέστησε προσωρινά τη Γερμανία έναν από τους κορυφαίους προορισμούς παγκοσμίως για τις αμερικανικές εξαγωγές όπλων, μαζί με την Πολωνία και την Ιαπωνία. Σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Ειρήνης της Στοκχόλμης, τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη αγόρασαν το 64% των όπλων τους από τις ΗΠΑ την περίοδο 2020-2024.
Ο Τραμπ θέλει η αγορά αυτή να συνεχιστεί. Μετά την επίτευξη εμπορικής συμφωνίας με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν τον Ιούλιο, υποστήριξε ότι η ΕΕ θα αγοράσει «τεράστιες ποσότητες» αμερικανικών όπλων αξίας «εκατοντάδων δισεκατομμυρίων». Η κοινή ανακοίνωση της συμφωνίας, ενίσχυσε περισσότερο τις προσδοκίες του, οδηγώντας τον στη δήλωση πως η ΕΕ «σχεδιάζει να αυξήσει σημαντικά τις προμήθειες στρατιωτικού και αμυντικού εξοπλισμού από τις Ηνωμένες Πολιτείες, με την υποστήριξη και τη διευκόλυνση της αμερικανικής κυβέρνησης». Ωστόσο, οι αμυντικές δαπάνες στην Ευρώπη δεν αποφασίζονται στις Βρυξέλλες, αλλά από τις εθνικές κυβερνήσεις. Και στο Βερολίνο, οι αριθμοί δείχνουν μια διαφορετική εικόνα.
Το πιο ακριβό μεμονωμένο πρόγραμμα είναι οι φρεγάτες F-127, που σχεδιάζονται από τη γερμανική ναυπηγική εταιρεία TKMS. Προγραμματισμένο να εξεταστεί από την επιτροπή προϋπολογισμού τον Ιούνιο του 2026, το εκτιμώμενο κόστος ανέρχεται σε 26 δισ. ευρώ. Τα νέα πολεμικά πλοία προορίζονται να παρέχουν αεράμυνα και αντιπυραυλική άμυνα μεγάλης εμβέλειας στο ναυτικό. Ένα ακόμη κεντρικό έργο είναι το Eurofighter Tranche 5 που κατασκευάζεται από την Airbus, την BAE Systems και τη Leonardo , με 4 δισ. ευρώ να προγραμματίζονται για έγκριση τον Οκτώβριο του 2025 για νέα αεροσκάφη και ακόμη 1,9 δισ. για αναβαθμίσεις ραντάρ. Μαζί με πρόσθετες επενδύσεις σε συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου και πακέτα αεροηλεκτρονικής, το σχέδιο δείχνει ότι το Βερολίνο ενισχύει τον υπάρχοντα ευρωπαϊκό στόλο μαχητικών του, ώστε να καλύψει τις καθυστερήσεις παραγωγής του προβληματικού μελλοντικού Συστήματος Εναέριας Μάχης (FCAS), ενός νέας γενιάς μαχητικού που προορίζεται να κατασκευαστεί από Γερμανία, Γαλλία και Ισπανία.
Σημαντική είναι και η παρουσία του στρατού ξηράς. Περισσότερα από 3,4 δισ. ευρώ προβλέπονται για επιπλέον τεθωρακισμένα οχήματα Boxer τον Οκτώβριο, κατασκευασμένα από τη Rheinmetall και την KNDS. Σε αυτά προστίθενται 3,8 δισ. ευρώ για ένα νέο, αβάπτιστο ακόμη, τροχοφόρο αντιαρματικό όχημα. Ορισμένα έργα της λίστας, όπως ένα κινητό σύστημα υποστήριξης αναγνώρισης ύψους 40 εκατ. ευρώ με την ονομασία MAUS, διαθέτουν χρηματοδότηση χωρίς ακόμη να έχουν δημόσια καθορισμένο ανάδοχο. Πολιτικά ευαίσθητα προγράμματα περιλαμβάνουν τον εκσυγχρονισμό του πυραύλου cruise Taurus ύψους 2,3 δισ. ευρώ, που αναμένεται να εγκριθεί τον Δεκέμβριο. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δέχεται πιέσεις από το Κίεβο να τους προμηθεύσει στην Ουκρανία, αλλά μέχρι στιγμής οι γερμανικές κυβερνήσεις διστάζουν να παραχωρήσουν τους πυραύλους. Η αντιαεροπορική άμυνα αποτελεί επίσης κύριο άξονα. Το σχέδιο περιλαμβάνει πάνω από 300 εκατ. ευρώ για επιπλέον γερμανικά συστήματα IRIS-T SLM, 755 εκατ. για πυραύλους εκτοξευόμενους από πλοία και 490 εκατ. για νέους πυραύλους μικρής εμβέλειας.
Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα έργα της λίστας είναι το Eurodrone, ειδικό σύστημα «ανίχνευσης και αποφυγής» προκειμένου να μπορεί να πετά με ασφάλεια στον ευρωπαϊκό εναέριο χώρο. Το πρόγραμμα, που καθοδηγείται από την Airbus, τη Dassault και τη Leonardo, έχει ταλαιπωρηθεί από καθυστερήσεις και αυξανόμενο κόστος, το Βερολίνο όμως συνεχίζει να το χρηματοδοτεί.
Συνολικά, η λίστα προμηθειών αποτυπώνει μια στροφή ιστορικών διαστάσεων. Η Γερμανία, παραδοσιακά πιστός συνεργάτης της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας, επενδύει πλέον σχεδόν αποκλειστικά στην ευρωπαϊκή παραγωγή. Με δεκάδες προγράμματα που αγγίζουν κάθε κλάδο των ενόπλων δυνάμεων, από φρεγάτες και μαχητικά έως πυραύλους, τεθωρακισμένα και drones, το Βερολίνο χαράζει μια νέα στρατηγική η οποία μπορεί να θεωρηθεί ίσως η πιο φιλόδοξη προσπάθεια εκσυγχρονισμού του Bundeswehr.