«Εκλογή» Ερχιουρμάν στο Κυπριακό: ένα νέο πολιτικό παράθυρο για λύση στην Ανατολική Μεσόγειο
Η επικράτηση του Τουφάν Ερχιουρμάν στις «προεδρικές εκλογές» των Κατεχομένων σηματοδοτεί μια αλλαγή σελίδας στην τουρκοκυπριακή πολιτική σκηνή.
Η επικράτηση του Τουφάν Ερχιουρμάν στις «προεδρικές εκλογές» των Κατεχομένων με ποσοστό άνω του 62% σηματοδοτεί μια αλλαγή σελίδας στην τουρκοκυπριακή πολιτική σκηνή. Ο Ερχιουρμάν, επικεφαλής του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος, εκπροσωπεί μια πιο διαλλακτική και κοινωνικά φιλελεύθερη πτέρυγα, που στοχεύει στην επαναπροσέγγιση των δύο κοινοτήτων του νησιού και στην επανέναρξη διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών. Η ήττα του Ερσίν Τατάρ, του ανθρώπου που ενσάρκωσε τη γραμμή της Άγκυρας περί «δύο κυρίαρχων κρατών», συνιστά μια έμμεση αλλά ηχηρή κριτική στην πολιτική εξάρτηση των Κατεχομένων από την Τουρκία και μια σαφή πολιτική ήττα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Η νίκη Ερχιουρμάν δεν ανατρέπει τους βασικούς όρους του Κυπριακού, αλλά δημιουργεί ομολογουμένως μια νέα ψυχολογία. Μετά από οκτώ χρόνια απόλυτης αδράνειας και τελμάτωσης των συνομιλιών, το ενδεχόμενο ενός νέου γύρου διαβουλεύσεων μοιάζει πιο ρεαλιστικό. Η Λευκωσία, δια του Προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη, έσπευσε να συγχαρεί τον νέο Τουρκοκύπριο ηγέτη, εκφράζοντας πρόθεση για άμεση συνάντηση και επανεκκίνηση «από εκεί που είχαμε μείνει». Στο ίδιο μήκος κύματος, τα Ηνωμένα Έθνη προετοιμάζουν μια νέα αποστολή διερεύνησης προθέσεων, με στόχο να καταγράψουν αν υπάρχουν όντως προϋποθέσεις για μια διαδικασία με πολιτικό βάθος.
Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, είναι αν ο Ερχιουρμάν θα έχει τη δυνατότητα να κινηθεί με στοιχειώδη αυτονομία από την Άγκυρα. Η Τουρκία δεν έχει δώσει το παραμικρό σήμα αλλαγής στάσης. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σε μια περίοδο όπου επιδιώκει ρόλο ρυθμιστή σε Μέση Ανατολή, Καύκασο και Ανατολική Μεσόγειο, θεωρεί το «τουρκοκυπριακό κράτος» θεμέλιο της στρατηγικής του παρουσίας στην περιοχή. Οποιαδήποτε κίνηση του Ερχιουρμάν προς επαναφορά της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας θα χρειαστεί, αναγκαστικά, την ανοχή της τουρκικής ηγεσίας, με αυτή την ανοχή μόνο αυτονόητη να μην είναι.
Από την άλλη πλευρά, η ελληνική και η κυπριακή διπλωματία δείχνουν να αντιλαμβάνονται ότι το τρέχον διεθνές περιβάλλον προσφέρει ένα παράθυρο ευκαιρίας. Η εξαγγελία του Κυριάκου Μητσοτάκη για μια πενταμερή περιφερειακή διάσκεψη μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου, Τουρκίας, Αιγύπτου και Λιβύης, με αντικείμενο τα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου συμπεριλαμβανόμενων και των θαλάσσιων ζωνών, δεν αποτελεί απλώς μια διπλωματική πρωτοβουλία «καλής θέλησης». Είναι, στην πραγματικότητα, μια στρατηγική κίνηση που εντάσσει το Κυπριακό σε ένα ευρύτερο πλέγμα περιφερειακών ισορροπιών, όπου το ενεργειακό, το ναυτικό δίκαιο και η ασφάλεια αλληλεπιδρούν.
Η προοπτική αυτής της διάσκεψης, αν υλοποιηθεί, θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα παράλληλο πεδίο συνεννόησης, έστω και έμμεσο, ανάμεσα σε Αθήνα, Άγκυρα και Λευκωσία. Η Ελλάδα επιχειρεί να προωθήσει μια αρχιτεκτονική σταθερότητας που να βασίζεται στη συνεργασία των μεσογειακών κρατών, χωρίς αποκλεισμούς, αλλά με σαφή αναφορά στο διεθνές δίκαιο της θάλασσας. Μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να επιτρέψει και μια αναθέρμανση της συζήτησης για το Κυπριακό υπό νέα γεωπολιτικά δεδομένα, όχι μόνο ως εσωτερικό ζήτημα επανένωσης, αλλά ως κρίσιμο στοιχείο περιφερειακής ασφάλειας.
Το πρόβλημα, βέβαια, παραμένει θεμελιώδες, καθως η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία. Συνεπώς, οποιαδήποτε πολυμερής διάσκεψη που την περιλαμβάνει δημιουργεί εξ αρχής ένα παράδοξο, το πώς μπορεί να συζητηθεί το μέλλον της περιοχής, όταν ένα εκ των εμπλεκόμενων κρατών θεωρεί «ανύπαρκτο» το άλλο; Εδώ όμως έγκειται και η πρόκληση, μιας και η διεθνής παρουσία της Τουρκίας, όσο ισχυρή κι αν είναι, δεν μπορεί να αγνοήσει την πραγματικότητα ότι η Κύπρος είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με κυριαρχικά δικαιώματα που αναγνωρίζονται νομικά και πολιτικά.
Εάν, λοιπόν, η Άγκυρα επιδιώξει να συμμετάσχει ενεργά στην περιφερειακή διάσκεψη, θα αναγκαστεί έμμεσα να αποδεχθεί την παρουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας στο ίδιο τραπέζι, έστω χωρίς ρητή αναγνώριση. Μια τέτοια εξέλιξη, αν και λεπτή, θα συνιστούσε διπλωματική επιτυχία τόσο για την Αθήνα όσο και για τη Λευκωσία, καθώς θα δημιουργούσε ένα πλαίσιο πραγματικού διαλόγου όπου η Κύπρος δεν θα είναι «αντικείμενο» συζητήσεων αλλά «υποκείμενο» συμμετοχής.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι η συγκυρία. Ο Ερχιουρμάν χρειάζεται να εδραιώσει τη θέση του εντός της τουρκοκυπριακής κοινότητας, η ελληνική κυβέρνηση να εξειδικεύσει το περιεχόμενο της πενταμερούς, και η διεθνής κοινότητα να αποφασίσει αν υπάρχει πράγματι πολιτικό κεφάλαιο για να επανεκκινήσει μια διαδικασία διαπραγματεύσεων. Το Κυπριακό, αν και παραμένει άλυτο, δεν είναι πια «παγωμένο» επειδή κινείται ξανά στο γεωπολιτικό ραντάρ, σε μια εποχή που οι ενεργειακές και αμυντικές ισορροπίες της Ανατολικής Μεσογείου αναδιαμορφώνονται.
Αν υπάρξει συντονισμός Αθήνας–Λευκωσίας και έξυπνη αξιοποίηση της περιφερειακής πρωτοβουλίας Μητσοτάκη, η εκλογή Ερχιουρμάν μπορεί να αποδειχθεί το πρώτο σημείο καμπής μετά το Κραν Μοντανά. Μια νέα ευκαιρία δεν ισοδυναμεί με λύση, αλλά σε μια εποχή κόπωσης και αβεβαιότητας, ίσως να είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται: μια αχνή επαναφορά της ελπίδας.