Φαιδρά Πορτοκαλέα #019: Το κιγκλίδωμα, η Μικροκυβέρνηση, οι Καραγκιόζηδες, οι Αναμνήσεις, η ταβέρνα, το πρώην γαλάζιο προπύργιο, η Ρητροπληξία, η μεταφυσική του πλυντηρίου, τ΄ ασυμμάζευτα και οι Τιμηφοβικοί…

Η Ν.Δ. στον Βορρά θυμίζει ορχήστρα χωρίς μαέστρο όλοι παίζουν, αλλά κανείς δεν ακούει τη μουσική. Γράφει η ΦΑΙΔΡΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΕΑ

Φαιδρά Πορτοκαλέα #019: Το κιγκλίδωμα, η Μικροκυβέρνηση, οι Καραγκιόζηδες, οι Αναμνήσεις, η ταβέρνα, το πρώην γαλάζιο προπύργιο, η Ρητροπληξία, η μεταφυσική του πλυντηρίου, τ΄ ασυμμάζευτα και οι Τιμηφοβικοί…

Μια πόλη, ένα κιγκλίδωμα, κι ένα υπαρξιακό ερώτημα

Κάπου σε μια πόλη που πιστεύει ακράδαντα πως λόγω της  ιστορία της , πρέπει να τη θαυμάζεις… με προσοχή και από απόσταση ασφαλείας, συνέβη το εξής παράλογο, δηλαδή απολύτως φυσιολογικό για τα δεδομένα της, ένα αρχαιολογικό μνημείο, αυτό του Γαλεριανού συγκροτήματος «φυλακίστηκε» με την ίδια ευκολία που ένας φούρνος βάζει βιτρίνα για τα τσουρέκια.

Μέσα σε λίγές πρωινές ώρες,  γιατί μόνο το πρωί  ανθίζει ο πολιτιστικός σχεδιασμός, στήθηκαν κάγκελα γύρω από το μνημείο με τόσο ενθουσιασμό, που για μια στιγμή οι περαστικοί νόμιζαν πως ανοίγει VIP lounge  με  ρωμαϊκές κολώνες. Και τότε συνέβη κάτι πρωτοφανές, οι πολίτες το παρατήρησαν και δυσφόρησαν και μίλησαν. Όχι πολύ, αλλά αρκετά για να ενοχλήσουν τη συνήθη αρμονία του «δε βαριέσαι».

Η δημοτική αρχή, αιφνιδιασμένη από το γεγονός ότι ο κόσμος δεν αντιμετώπισε τα κιγκλιδώματα σαν νέο αστικό design, αντέδρασε. Όχι αμέσως,  η ταχύτητα δεν είναι προτέρημα των λεγόμενων αρχών της πόλης!! Πρώτα περίμενε, με το διακριτικό στυλ ενός καλεσμένου που δεν θέλει να είναι ο πρώτος που φτάνει στο πάρτι. Μελέτησε τον παλμό των δημοτών, τον μετέτρεψε σε χαρτογραφημένο προβληματισμό, και τελικά τοποθετήθηκε, όχι με αγανάκτηση ,όχι με οργή. Αλλά με την ήρεμη αποφασιστικότητα ενός ανθρώπου που κατάλαβε ότι ίσως τα κάγκελα προστατεύουν τα μάρμαρα, αλλά πληγώνουν τα μάτια.

Και μέσα σε όλη αυτή την πολιτιστική οπερέτα, αναδύθηκε το αιώνιο ερώτημα, Μπορείς να προστατεύσεις την ιστορία χωρίς να την αποκόψεις από τον παρόντα χρόνο; Ή μήπως κάθε αρχαιολογικός χώρος είναι καταδικασμένος να διαλέγει ανάμεσα σε τουρίστες και σίδερα;

Η αρμόδια εφορία  απάντησε ελαφρώς συγκεχυμένα, ίσως και ν΄ αναστέναξε για υποκριθεί  ότι συμπάσχει, ίσως και να σχεδιάζει ήδη πλεξιγκλάς που θ αντικαταστήσει τα κάγκελα. Διότι εδώ, τίποτα δεν είναι πιο διαχρονικό… από την καθυστέρηση στην αντίδραση.

Τίποτα μετ’ ὑπερβολῆς, Ρητό  εγγεγραμμένο στην είσοδο του Μαντείου  των Δελφών

 

 

Μικροκυβέρνηση τώρα, γιατί η Καρεκλοπληξία μάς ρίχνει στον πάτο

Ο Κυριάκος ετοιμάζει πάλι ανασχηματισμό. Γιατί; Γιατί έτσι. Γιατί, αν κάτι δεν δουλεύει στην Ελλάδα, το αλλάζουμε… πρόσωπο ή  τίτλο. Ή προσθέτουμε άλλον έναν υφυπουργό μπας και σωθεί η κατάσταση. Σαν να προσθέτεις σάλτσα σε καμένο φαγητό, μυρίζει ωραία, αλλά παραμένει άχρηστο.

Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο ποιος κάθεται πού αλλά το πόσοι κάθονται γενικά. Έχουμε πάθει κάτι σαν Καρεκλοπληξία, ένα είδος πολιτικής νεύρωσης όπου η κυβέρνηση δεν κυβερνά, αλλά κατανέμει καρέκλες και όλοι είναι πρόθυμοι να κάτσουν. Ακόμα κι αν δεν ξέρουν πού είναι το γραφείο τους.

Κάποτε ο Πρωθυπουργός είχε τάξει μικρό, ευέλικτο υπουργικό συμβούλιο. Αντί γι’ αυτό, φτιάξαμε κάτι ανάμεσα σε πολιτικό casting και reunion παλιών κομματικών στελεχών συν  πράσινων μεταγραφών. Υπουργεία με τρία άτομα να υπογράφουν την ίδια απόφαση, υφυπουργοί χωρίς αρμοδιότητες, γραμματείς που απλώς ανακοινώνουν τα αυτονόητα. Ούτε startup δεν θα δούλευε έτσι  πόσο μάλλον κράτος.

Ένα μικρό κυβερνητικό σχήμα μπορεί να δώσει επιτέλους τα αυτονόητα, ξεκάθαρες αρμοδιότητες, ταχύτερες αποφάσεις, λιγότερη γραφειοκρατία, πραγματική λογοδοσία. Με λίγους και ικανούς, κόβεις το λίπος και κρατάς μόνο τους μυς. Όχι άλλους υπουργούς-κομπάρσους ,όχι άλλες ισορροπίες καραγκιοζιλίκια για να μη θυμώσει η τάδε κομματική φράξια.

Η Καρεκλοπληξία  μας κρατά καθηλωμένους σε μια κωμωδία θέσεων χωρίς ουσία. Και η χώρα δεν έχει ανάγκη από υπουργείο Εντυπώσεων,  έχει ανάγκη από διακυβέρνηση που δουλεύει. Κύριε Πρωθυπουργέ, ίσως δεν χρειάζεται να ψάχνετε «το κατάλληλο πρόσωπο», ίσως χρειάζεται να ψάξετε λιγότερα πρόσωπα  και να τους επιβάλλεται  να κάνουν τη δουλειά τους.

Tο μόνο πράγμα που δεν αλλάζει είναι η αλλαγή

 Bob Dylan

 

Ο Άγνωστος Στρατιώτης και οι Γνωστοί Καραγκιόζηδες

Στο θλιβερό μας πολιτικό καρναβάλι, όπου τα σοβαρά μεταμφιέζονται σε γελοία και το γελοίο παριστάνει το σοβαρό, ήρθε η ώρα να κάνουμε μια παύση και να υποκλιθούμε, όχι στους πολιτικούς μας, μην τρομάξετε,  αλλά στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη στο Σύνταγμα. Εκεί όπου, εν έτει 2025, οι πέτρες ντρέπονται γι’ αυτούς που τις πατούν.

Το Μνημείο, σύμβολο θυσίας, μνήμης και συλλογικής ευθύνης, ξαφνικά έγινε… trending topic. Γιατί; Διότι κάποιοι πολιτικάντηδες αποφάσισαν να το εκμεταλλευτούν είτε για να συγκεντρώσουν μερικά likes παραπάνω είτε για να καταγγείλουν με περισσή υποκρισία την “ασεβή συμπεριφορά” των άλλων  δηλαδή όλων πλην του εαυτού τους.

Είδαμε την αντιπολίτευση να ουρλιάζει με πάθος θεατρικό, λες και το μνημείο μόλις τώρα ανακαλύφθηκε, ενώ επί δεκαετίες το προσπερνούσαν βιαστικά, μην τους κρυώσει ο φρέντο καπουτσίνο.. Και τώρα; Δακρύζουν on camera, ανεμίζουν σημαίες, και μιλούν για «ιερότητα». Μα αν το Μνημείο είχε φωνή, θα τους φώναζε: “Καθίστε κάτω, ρε γελοίοι, εσάς πολέμησα;”

Είναι εκεί, σιωπηλό και σταθερό, σε αντίθεση με τους πολιτικούς μας που αλλάζουν θέσεις πιο γρήγορα κι απ’ τον καιρό στην Κέρκυρα. Χθες φώναζαν για “καταστολή”, σήμερα διαμαρτύρονται γιατί δεν υπήρχε αρκετή αστυνόμευση να προστατέψει το Μνημείο από διαδηλωτές. Αύριο; Μάλλον θα το ζητήσουν και για φόντο σε προεκλογικό σποτ.

Αν ήταν να στηθεί μνημείο για κάθε άγνωστο εγκέφαλο της αντιπολίτευσης, τότε ναι, το Σύνταγμα θα ‘μοιαζε με νεκροταφείο λογικής. Προς το παρόν, ας αφήσουμε τον Άγνωστο Στρατιώτη στην ησυχία του. Τουλάχιστον εκείνος πολέμησε για κάτι που άξιζε,oι υπόλοιποι απλώς πολεμούν για λίγη τηλεθέαση.

Ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο του απατεώνα

 Σάμιουελ Τζόνσον , Άγγλος λογοτέχνης και φιλόσοφος

 

 Παρθενώνας, το Τέλειο Μνημείο για Μια Χώρα που Ζει από Αναμνήσεις

Πρόσφατα, στη Βουλή, ο Πρωθυπουργός στη  συζήτηση για τον Άγνωστο Στρατιώτη  αναφέρθηκε στα Προπύλαια ως “ιερό χώρο”. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε λέξεις βαριές που πετάγονται στον δημόσιο λόγο σαν ρύζι σε γάμο, μας ήρθε η ερώτηση,  Τι σημαίνει πια “ιερό” στην Ελλάδα του 2025 και ποιος το πιστεύει;

Ο Παρθενώνας είναι ένα από τα πιο εμβληματικά μνημεία του κόσμου. Είναι, θα λέγαμε, το υπερήφανο εξώφυλλο της πολιτιστικής μας ταυτότητας. Μόνο που το περιοδικό μέσα είναι άγραφο εδώ και χρόνια, έχει μείνει μόνο το εξώφυλλο. Γι’ αυτό και μας βολεύει τόσο πολύ, ο Παρθενώνας δεν μας ζητά τίποτα, μόνο να τον φωτογραφίσουμε.

Κάποτε ήταν ναός, τώρα είναι σκηνικό. Κάποτε ανεβαίναμε για  θυσία, τώρα ανεβαίνουμε με selfie stick. Η λέξη “ιερό” κολλάει επάνω του σαν αυτοκόλλητο σε vintage βαλίτσα, ωραίο να το έχεις, αλλά κανείς δεν πιστεύει πραγματικά στο περιεχόμενο. Πιστεύει μόνο στην αξία που προσδίδει. Ο Παρθενώνας είναι το Tinder της συλλογικής μας μνήμης, δεν έχει σημασία ποιος ήταν, αρκεί που φαίνεται “εξαιρετικός στο προφίλ“.

Και η σύγχυση μεγαλώνει, τον αποκαλούμε ιερό σε μια χώρα που, κατά τα άλλα, δεν αποδέχεται τον δωδεκαθεϊσμό. Τον αναγνωρίζουμε ως ναό, την ίδια στιγμή που τον έχουμε αφοπλίσει από κάθε λατρευτικό του ρόλο. Τον τιμούμε σαν καλλιτεχνικό μάρμαρο , αλλά όχι για το τι εκπροσωπούσε. Τον προσκυνούμε επειδή είναι το μόνο πράγμα που μας απομένει να προσκυνούμε χωρίς να μας ζητά να αλλάξουμε.

Είναι το απόλυτο μνημείο για μια χώρα που δεν ζει πια το παρόν ζει από τις αναμνήσεις του παρελθόντος της. Από τις δόξες, τις στήλες, τις νίκες των άλλων που τις βαφτίσαμε κληρονομιά. Ο Παρθενώνας είναι ιερός γιατί μας επιτρέπει να νιώθουμε σπουδαίοι, χωρίς να χρειάζεται να είμαστε. Αν η Ακρόπολη μιλούσε, ίσως να μας έλεγε.  «Σταματήστε να με αποκαλείτε ιερή. Δεν με πιστεύετε. Με χρησιμοποιείτε.»

Κι έχει δίκιο. Γιατί αν αυτό που αποκαλούμε ιερό, δεν στηρίζεται σε πίστη, αλλά σε marketing   τότε δεν έχουμε Παρθενώνα, έχουμε πολιτιστικό φετίχ με Wi-Fi και εισιτήριο στα 25 ευρώ. Και το τραγικό; Δεν μας ενοχλεί. Μας βολεύει. Γιατί τίποτα δεν είναι πιο βολικό από έναν θεό που δεν ζητάει πιστούς αλλά  μόνο likes.

Θυμήσου ό,τι έλαβες, και ξέχνα ό,τι έδωσες

Μένανδρος

 

Όλοι κοιτάνε τον Πρωθυπουργό  κι ο Δένδιας μετράει πόσοι κοίταξαν

Αν η πολιτική σκηνή ήταν οικογενειακή ταβέρνα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα ήταν ο μάγειρας, ο σερβιτόρος, το POS, και αυτός που καθαρίζει στο τέλος. Ο Νίκος Δένδιας, από την άλλη, θα ήταν ο θείος που κάθεται σε μια γωνιά, δεν παραγγέλνει τίποτα, αλλά ξαφνικά όλοι κοιτάνε τι είπε και νομίζουν πως πλήρωσε τον λογαριασμό.

Ο Πρωθυπουργός είναι ο άνθρωπος των  έργων, τρέχει με πρόγραμμα, κάνει εξαγγελίες με στατιστικά, χτίζει ψηφιακό κράτος, ανοίγει υποδομές, και διορθώνει (όσο μπορεί) τις φωτιές που άναψαν άλλοι με τσιγάρα σε ξερόχορτα. Αντίθετα, ο Δένδιας,  παρότι υπουργός Άμυνας μοιάζει σαν να ηγείται αποστρατευμένων Νίντζα, δεν τον βλέπεις να χτυπά, αλλά ξαφνικά εμφανίζεται σε εξώφυλλα με ύφος «έχω και σχέδιο, αλλά δεν θα στο πω τώρα».

Ο Μητσοτάκης, κάθε μέρα τρέχει μαραθώνιο και ταυτόχρονα κυβερνά σαν να ‘ναι αγώνας ταχύτητας. Ο Δένδιας,  περπατάει αργά, αλλά η σκιά του προηγείται.

Ο Κυριάκος δίνει συνεντεύξεις, συζητά με τεχνοκράτες, έχει Google Calendar που χτυπάει κάθε πέντε λεπτά. Ο Δένδιας έχει… μνήμη ελέφαντα, παλιά ατζέντα και πάγια συνήθεια να  θυμάται ποιος τον υποτίμησε το 2019.

Κι αν στο σήμερα ο Κυριάκος κρατάει τιμόνι σε φουρτούνα, ο Δένδιας φτιάχνει καγιάκ στο υπόγειο, just in case. Δεν τον λες υπονομευτή τον λες “ασφαλιστική δικλίδα με κουστούμι”, δεν τον ακούς, αλλά όλοι τον ακούν.

Η αλήθεια; Ο Πρωθυπουργός έχει την πίεση, το σχέδιο, τη φθορά και την ευθύνη. Και μπροστά στην γαλάζια  πολυκατοικία της ΝΔ, ο Μητσοτάκης κρατάει όλο το κτήριο όρθιο με τα χέρια του. Ο Δένδιας απλώς… ρίχνει μια ματιά στο ασανσέρ και σημειώνει ποιος ανεβαίνει πολύ γρήγορα.

Ποτέ δεν με πλήγωσε κάτι που δεν είπα

 Calvin Coolidge,30ός Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών (1923–1929).

 

Πως χάθηκε  το γαλάζιο προπύργιο της Θεσσαλονίκης

Μια φορά κι έναν καιρό, η Θεσσαλονίκη είχε Δήμαρχο από τη Νέα Δημοκρατία. Όχι έναν τυχαίο, έναν αμιγώς γαλάζιο, που γνώριζε την πόλη, τη ζούσε, την ανέπνεε. Από τον Κούβελα ,στον Κοσμόπουλο και μετά στον Παπαγεωργόπουλο, η παράταξη είχε πρόσωπα με ρίζες, αποδοχή και καθαρή ταυτότητα. Ήταν αυτονόητο πως η ΝΔ είχε τον Δήμο και μετά… έγινε το αυτονόητο λάθος.

Τώρα, πάνω από μια δεκαετία μετά, σύμφωνα με τις αναφορές από τις κουκουβάγιες μας με κάμερα , εικοσιπέντε  νεοδημοκράτες από κάθε γενιά, παλιοί, νέοι, πρώην Οννεδίτες, ενεργά και ανενεργά στελέχη  κάθισαν σε ταβέρνα της Ανατολικής Θεσσαλονίκης όχι για να αναπολήσουν, αλλά για να καταλάβουν πώς φτάσαμε στο σήμερα. Και το είπαν καθαρά, το μεγάλο λάθος έγινε όταν χάθηκε ο Δήμος. Όταν σταμάτησε η παράταξη να έχει έναν δικό της άνθρωπο στο πιο νευραλγικό σημείο εξουσίας της πόλης.

Η σχέση Δήμου Θεσσαλονίκης-ΝΔ δεν ήταν ποτέ απλώς “κομματική”. Ήταν μια σχέση εμπιστοσύνης, στήριξης, σύνδεσης με την κοινωνία κι  όταν αυτή η σχέση διακόπηκε, διαλύθηκαν και οι άτυπες γέφυρες με τους νεοδημοκράτες. Χάθηκε η δυνατότητα να εκφραστεί πολιτικά η τοπική βάση. Από τότε, κανένας αμιγώς γαλάζιος υποψήφιος δεν κατάφερε να αναδειχθεί. Κανένας δεν είχε το προφίλ, την κάλυψη ή κυρίως  τη βούληση του κόμματος να στηριχθεί πραγματικά.

Το αποτέλεσμα, ενώ σε πανελλαδικά ποσοστά, η ΝΔ παραμένει κυρίαρχη, στη Θεσσαλονίκη , υπολείπεται. Όχι γιατί οι πολίτες άλλαξαν πολιτική τοποθέτηση αλλά γιατί δεν έχουν πια έναν εκφραστή τους στη διοίκηση της πόλης.

Η παρέα των εικοσιπέντε,  το είπε όσο πιο απλά γίνεται, χρειάζεται υποψήφιος καθαρά γαλάζιος, ένας άνθρωπος της παράταξης, χωρίς υποσημειώσεις, χωρίς «ανεξαρτησίες» που είναι ανεξάρτητες μόνο στα λόγια. Και το μήνυμα θα το στείλουν εκεί που πρέπει, στον Κυριάκο Μητσοτάκη, όχι με γκρίνια, αλλά με υπόμνημα που θα δοθεί στον ίδιο προσωπικά, αφού μέλη της ταβερνοπαρέας ανήκουν στον στενό κύκλο του Πρωθυπουργού. Γιατί χωρίς Δήμο, η Νέα Δημοκρατία στη Θεσσαλονίκη μοιάζει σαν να παίζει εντός έδρας με άδειες κερκίδες.

Όλες οι πολιτικές σταδιοδρομίες τελειώνουν με αποτυχία.

Sir Enoch Powell, Βρετανός πολιτικός

 

Ρητροπληξία, όταν το ρεύμα σε γράφει στα ψιλά γράμματα

Υπάρχουν αγάπες που καίνε, κι υπάρχουν και λογαριασμοί που σε τηγανίζουν. Η υπόθεση με τη ρήτρα αναπροσαρμογής  της NRG είναι το δεύτερο είδος. Μια ιστορία ρητροπληξίας, που υπογράφεις ένα συμβόλαιο «σταθερό», κοιμάσαι ήσυχος, κι ένα πρωί βλέπεις τον λογαριασμό να φουσκώνει πιο πολύ κι απ’ το μπορντό μπαλόνι στα γενέθλια του παιδιού.

Η πρωτόδικη κρίση του Πρωτοδικείου Βέροιας (  απόφαση 66/ΜΙ-ΑΚ ) δεν είναι απλώς μια νομική λεπτομέρεια είναι ηλεκτροσόκ στο σύστημα. Η απόφαση αυτή, που δικαίωσε τον πολίτη απέναντι στη NRG, αναδεικνύει όλη την προβληματική διάσταση της «ρήτρας αναπροσαρμογής»: όρους θολοτυπωμένους, μαθηματικούς λαβύρινθους, και «σταθερά τιμολόγια» που αποδεικνύονταν πιο ασταθή κι από πολιτική δήλωση προεκλογικής περιόδου.

Και το σημαντικότερο, η απόφαση αυτή μπορεί να αποτελέσει δεδικασμένο  για παρόμοιες υποθέσεις σε όλη τη χώρα. Αυτό σημαίνει πως πλέον, καταναλωτές και επιχειρήσεις αποκτούν ένα πραγματικό νομικό όπλο ένα ισχυρό έρεισμα για να αμφισβητήσουν χρεώσεις που βασίζονται σε αδιαφανείς ή παραπλανητικούς όρους. Οι εταιρείες ενέργειας, από την άλλη, θα χρειαστεί να ξαναγράψουν τις πρακτικές τους  αυτή τη φορά, όχι με μικροσκοπικά γράμματα και μαγικούς τύπους, αλλά με καθαρή γλώσσα που να καταλαβαίνει κι ο λογαριασμός.

Η  NRG  βέβαια, μιλούσε για «ρήτρα αγοράς ενέργειας». Στην πράξη όμως, ήταν «ρήτρα αιφνιδιασμού», ένα αόρατο καλώδιο που συνέδεε την τσέπη σου με το χρηματιστήριο ρεύματος. Κι όταν η αγορά ανέβαινε, το ρολόι του σπιτιού σου δούλευε υπερωρίες. Η υπόσχεση για «σταθερότητα» μεταφραζόταν σε ανατριχιαστική αστάθεια, με τον καταναλωτή να μαθαίνει νομικά με το ζόρι.

Ευτυχώς, η Θέμιδα φόρεσε τα γυαλιά της και διάβασε εκεί που εμείς παθαίναμε ηλεκτροπληξία. Η ζυγαριά έγειρε υπέρ του απλού πολίτη  και ίσως, επιτέλους, το μήνυμα να φτάσει και στις εταιρείες που νόμιζαν πως ο καταναλωτής είναι απλώς ένας λογαριασμός με πόδια.

Γιατί, στο κάτω κάτω, οι ρήτρες είναι για τα συμβόλαια  όχι για τους ανθρώπους. Και όσοι «παίζουν με το ρεύμα», ας θυμηθούν πως υπάρχει κι ένα άλλο φως, της δικαιοσύνης.

Δεν υπάρχει χειρότερη τυραννία από εκείνη που ασκείται υπό τη σκιά των νόμων και εν ονόματι της δικαιοσύνης

Μοντεσκιέ

 

ΣΥΡΙΖΑ, η Μεταφυσική του Πλυντηρίου, ξεπλένουμε τις συγκρούσεις στο πρόγραμμα ‘Αλέξης Soft’

Στον μαγικό κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ, όπου η λογική αναστέλλεται και οι έννοιες αποκτούν κβαντικές ιδιότητες, το κόμμα δεν είναι πια πολιτικός φορέας  είναι φιλοσοφικό πείραμα. Μια οντολογική απορία με γεύση σοσιαλδημοκρατίας. Ο Σωκράτης  Φάμελλος, με τη γαλήνη ασκητή των Ιμαλαΐων, μας ενημερώνει πως η σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με τον Τσίπρα «δεν μπορεί να είναι αντιπαραθετική». Δηλαδή, δεν μπορεί να τσακωθεί κάποιος με τη σκιά του την αγαπά, την φοβάται και την αφήνει να τον στοιχειώνει.

Και όμως, αυτός ο πρώην αρχηγός-αεί-παρών, μοιάζει με πολιτικό ταφτά που φοριέται παντού, στις κρίσεις, στις συγκεντρώσεις, στα τηλεπαράθυρα, Τσίπρας ex machina. Δεν είναι πια πρόεδρος, αλλά είναι κάτι παραπάνω από πρώην· είναι ένα υπαρξιακό αποτύπωμα σε κάθε debate, κάθε ρήξη, κάθε ανακοίνωση για “νέα αρχή”.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θυμίζει πλέον εκείνον τον φίλο που έχει χωρίσει αλλά συνεχίζει να κοιμάται στον καναπέ της πρώην. “Δεν είναι αυτό που νομίζεις”, λέει. “Μένουμε μαζί για να βρούμε ποιοι είμαστε.” Στην πραγματικότητα, όλοι περιμένουν ποιος θα πάρει πρώτος τα τάπερ και θα φύγει.

Ο δε Κασσελάκης προσπαθεί να κάνει leadership με stories, ενώ πίσω του παλεύουν παλιοί σύντροφοι για το ποιος πρόλαβε να διαβάσει πρώτος τον Γκράμσι. Η Κουμουνδούρου έχει μετατραπεί σε καφενείο υπαρξιακού μαρξισμού, όπου όλοι ψάχνουν ιδεολογία ανάμεσα σε τυρόπιτες και πολιτικά ρητορικά σχήματα τύπου “να κάνουμε αναστοχαστικό ρεαλισμό”.

Αλλά μην ανησυχείτε  τίποτα δεν συμβαίνει. Όλα είναι σε τάξη, όπως λέει ο Φάμελλος, η φωτιά που καίει το σπίτι είναι εσωτερική θέρμανση. Η σύγκρουση είναι σύνθεση, η διάλυση είναι ανασύνταξη. Και η αποχώρηση-επανεμφάνιση του Τσίπρα; Μια πολιτική μετενσάρκωση.

Το λογικό είναι πραγματικό και το πραγματικό είναι λογικό

 Γκέοργκ Βίλχελμ Φρίντριχ Χέγκελ, Γερμανός φιλόσοφος

 

Ο Πρωθυπουργός στη Θεσσαλονίκη, για να μαζέψει τ΄ ασυμμάζευτα

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη είναι γεγονός. Με αφορμή την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, ο Πρωθυπουργός επιστρέφει στη συμπρωτεύουσα  και όχι απλώς για να παρακολουθήσει την παρέλαση με ένα χαμόγελο και δυο χειραψίες. Έρχεται με σαφές πολιτικό μήνυμα και ακόμα σαφέστερη αγωνία, η Νέα Δημοκρατία στον Βορρά μπάζει νερά και δεν φταίει ο καιρός.

Ο Μητσοτάκης, που ποτέ δεν είχε ιδιαίτερη εμμονή με τα πανηγύρια και τις τοπικές πομπές, φαίνεται πως κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά με το κομματικό μαγαζί στη Θεσσαλονίκη. Η Διοικούσα μοιάζει περισσότερο με… Αδιοικούσα, οι τοποθετήσεις στελεχών γίνονται με τη στρατηγική “πάρε όποιον βρεις πρόχειρο”, και όσοι κάποτε στήριξαν τον Κυριάκο για την αρχηγία του κόμματος, σήμερα έχουν πάει στα… αποδυτήρια και κοιτούν τον αγώνα απ’ τον πάγκο, με άλλους να μπαίνουν στο γήπεδο χωρίς ούτε τα κορδόνια τους δεμένα.

Το τοπικό γραφείο του Πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη υποτίθεται ότι θα ήταν η φωνή του Μεγάρου Μαξίμου στον Βορρά. Πιο πολύ θυμίζει… βουβή ταινία. Ούτε χαμπάρι, ούτε παρέμβαση, ούτε οργάνωση. Όσο για τα δεξιά της Ν.Δ.; Εκεί γίνεται πάρτι. Ο Βελόπουλος ανεβαίνει, οι γαλάζιοι κατεβαίνουν  και οι δημοσκοπήσεις τους χτυπούν καμπανάκια που ακούγονται μέχρι το Μαξίμου.

Οπότε, ο Μητσοτάκης κάνει αυτό που πρέπει, ανεβαίνει ο ίδιος. Χωρίς τυμπανοκρουσίες αλλά με πρόθεση να στείλει το μήνυμα: «Φτάνει με τις αστοχίες, τη φαγωμάρα και τις προσωπικές στρατηγικές. Ώρα να σοβαρευτούμε».

Αν θα φέρει αποτέλεσμα; Εξαρτάται. Αν οι τοπικοί παράγοντες ή ψευδοπαράγοντες της  Ν.Δ. συνεχίσουν να φέρονται σαν να διοικούν καφενείο και όχι κόμμα εξουσίας, τότε ούτε παρέλαση, ούτε επίσκεψη, ούτε θαύμα του Αγίου Δημητρίου δεν τους σώζει.

Η Ν.Δ. στον Βορρά θυμίζει ορχήστρα χωρίς μαέστρο  όλοι παίζουν, αλλά κανείς δεν ακούει τη μουσική

ΦΑΙΔΡΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΕΑ

 

Οι Τιμηφοβικοί, απ’ την Αριστερά του Πολιτισμού στη Δειλία της Απουσίας

Ο Διονύσης Σαββόπουλος έφυγε και μαζί του, έφυγε και η ευκαιρία για ορισμένους να αποδείξουν πως πάνω από τις κομματικές γραμμές υπάρχει ακόμη πολιτισμός. Η Ελλάδα τον αποχαιρέτησε με τιμές. Ο Πρωθυπουργός ήταν εκεί, η Ζωή Κωνσταντοπούλου επίσης, οι υπόλοιποι; Απόντες. Και η απουσία αυτή δεν ήταν αθώα. Οι πολιτικοί αρχηγοί της αντιπολίτευσης  δεν καταδέχθηκαν να τιμήσουν έναν από τους μεγαλύτερους Έλληνες δημιουργούς. Γιατί; Επειδή στα τελευταία χρόνια του ο Σαββόπουλος στήριξε τον Κυριάκο Μητσοτάκη; Αυτό είναι το μέτρο πολιτικής στάσης σήμερα; Να «τιμωρείς» νεκρούς επειδή δεν ψήφιζαν όπως εσύ;

Η κηδεία δεν είναι ούτε πεδίο αντιπαράθεσης ούτε ευκαιρία πολιτικής δήλωσης, είναι δοκιμασία ανθρωπιάς και ορισμένοι απέτυχαν με πάταγο. Τ’ άδεια καθίσματα δεν ήταν απλώς μια λεπτομέρεια, ήταν η δημόσια αποτύπωση μιας θλιβερής μικροπρέπειας.

Ο Σαββόπουλος υπήρξε καλλιτέχνης που ξεβόλεψε γενιές, τραγούδησε την Ελλάδα σε όλες τις εκδοχές της  και με τα καλά της και με τα στραβά της. Η απουσία αναγνώρισης από εκείνους που εκπροσωπούν (ή πιστεύουν ) τον «λαό» δείχνει ότι δεν κατάλαβαν ποτέ τι σημαίνει τέχνη, μνήμη, κληρονομιά.

Η παρουσία του Πρωθυπουργού, είτε αρέσει είτε όχι  ήταν το ελάχιστο που όφειλε να γίνει. Οι υπόλοιποι, εγκλωβισμένοι στις ιδεολογικές τους φοβίες, απλώς δεν τόλμησαν. Μήπως ο ψηφοφόρος παρεξηγήσει ένα «ευχαριστώ»;

Ο Σαββόπουλος έφυγε, όμως η απουσία ορισμένων έμεινε. Και όσο κι αν προσπαθήσουν να την υποβαθμίσουν, εκείνα τα άδεια καθίσματα δεν ξεχνιούνται. Γιατί δεν μιλούν για πολιτική, μιλούν για ήθος και σ’ αυτή τη σκηνή, κάποιοι απέτυχαν θεαματικά.

 

«Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή κανείς δε θα με περιμένει

οι δρόμοι θα ’ναι αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη…»

Από το τραγούδι του Σαββόπουλου «Η Δημοσθένους λέξις»