Undertone: Ο τρόμος που δεν ακούς – αλλά σε καταπίνει (VIDEO)
Η ταινία επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τον σύγχρονο κινηματογραφικό τρόμο, μεταφέροντάς τον από την εικόνα στον ήχο
Η νέα ταινία τρόμου Undertone του Ian Tuason επιχειρεί κάτι σπάνιο για το είδος: να μεταφέρει τον φόβο από την εικόνα στον ήχο, και ακόμη πιο βαθιά — στο κενό ανάμεσα σε αυτά που αντιλαμβανόμαστε.
Σε μια εποχή όπου το horror συχνά εξαντλείται σε jump scares και εύκολες αφηγηματικές λύσεις, το φιλμ επιλέγει να επενδύσει στο ανείπωτο, στο αόρατο και κυρίως στο ανήκουστο.
Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται η Evy (Nina Kiri), μια νεαρή podcaster που επιστρέφει στο πατρικό της για να φροντίσει τη βαριά άρρωστη μητέρα της (Michèle Duquet). Εγκλωβισμένη σε ένα σπίτι φορτισμένο με θρησκευτικά σύμβολα και προσωπικά τραύματα, προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ευθύνη, την ενοχή και τη δική της ζωή που μοιάζει να έχει παγώσει. Η μόνη της διέξοδος είναι το podcast που ηχογραφεί κάθε βράδυ με τον συνεργάτη της Justin (Adam DiMarco), ο οποίος βρίσκεται σε άλλη χώρα. Εκείνος πιστεύει στο υπερφυσικό· εκείνη κρατά τον ρόλο της σκεπτικίστριας.
Η δυναμική τους αλλάζει όταν λαμβάνουν δέκα ανώνυμα ηχητικά αρχεία, τα οποία καταγράφουν την σταδιακή δαιμονική κατοχή μιας γυναίκας. Καθώς προσπαθούν να αποκωδικοποιήσουν τους ήχους — από παράξενους θορύβους και παιδικά τραγούδια μέχρι απόκοσμες φωνές, η Evy αρχίζει να βιώνει μια σταδιακή διάλυση της πραγματικότητας. Φορώντας συνεχώς noise-canceling ακουστικά, απομονώνεται από τον κόσμο γύρω της, την ίδια στιγμή που το “κακό” μοιάζει να εισβάλλει από τα ίδια τα αρχεία στη ζωή της. Η προσωπική της κατάσταση, η επιδείνωση της υγείας της μητέρας της, η ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, η θρησκευτική ενοχή, μπλέκεται αξεδιάλυτα με το υπερφυσικό, δημιουργώντας μια εμπειρία όπου ο θεατής δεν είναι ποτέ σίγουρος τι είναι πραγματικό και τι όχι.
Σε επίπεδο φόρμας, το Undertone ξεχωρίζει για τη σχεδόν εμμονική του προσήλωση στον ήχο. Ο Ian Tuason χρησιμοποιεί τον ηχητικό σχεδιασμό όχι απλώς ως υποστηρικτικό εργαλείο αλλά ως βασικό αφηγηματικό μηχανισμό, εγκλωβίζοντας τον θεατή στην ίδια αποκομμένη, ασφυκτική εμπειρία με την ηρωίδα. Τα ακουστικά δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο, είναι σύμβολο της σύγχρονης απομόνωσης. Σε μια γενιά που ζει διαρκώς συνδεδεμένη αλλά ταυτόχρονα αποκομμένη από το περιβάλλον της, η ταινία μετατρέπει αυτή τη συνθήκη σε πηγή τρόμου.
Ταυτόχρονα, η χρήση του “αρνητικού χώρου” σκοτεινά δωμάτια, μισοφωτισμένοι διάδρομοι, κάδρα που αφήνουν επίτηδες κάτι εκτός — δημιουργεί μια διαρκή ένταση. Ο φόβος δεν προκύπτει από αυτό που φαίνεται, αλλά από αυτό που ίσως υπάρχει και δεν αποκαλύπτεται ποτέ. Έτσι, το φιλμ παίζει με την προσδοκία του θεατή, αναγκάζοντάς τον να “συμπληρώσει” ο ίδιος τον τρόμο.
Ωστόσο, το Undertone δεν είναι χωρίς αδυναμίες. Η θεματική του — τραύμα, οικογενειακές σχέσεις, πίστη και ενοχή — παραπέμπει έντονα στη γνωστή φόρμουλα του σύγχρονου “elevated horror”, όπως αυτή έχει καθιερωθεί από στούντιο όπως η A24. Σε ορισμένα σημεία, η σύνδεση αυτών των θεμάτων με την πλοκή μοιάζει επιφανειακή ή επαναλαμβανόμενη, χωρίς να προσθέτει ουσιαστικά νέα επίπεδα ανάγνωσης. Επιπλέον, η συνειδητή επιλογή της ταινίας να μην εξηγήσει πλήρως τα γεγονότα μπορεί να αποξενώσει ένα μέρος του κοινού που αναζητά πιο σαφή αφήγηση.
Κι όμως, αυτή ακριβώς η ασάφεια είναι που δίνει στο Undertone τη δύναμή του. Σε αντίθεση με πολλές σύγχρονες παραγωγές που υπεραναλύουν και “κλείνουν” κάθε αφηγηματική χαραμάδα, εδώ ο τρόμος παραμένει ανοιχτός, ακαθόριστος, σχεδόν υπαρξιακός. Δεν έχει σημασία τι ακριβώς συμβαίνει — σημασία έχει το πώς σε κάνει να νιώθεις.
Τελικά, το Undertone δεν είναι απλώς μια ακόμα horror ταινία. Είναι μια εμπειρία που αντικατοπτρίζει τη σύγχρονη συνθήκη: την απομόνωση, τον φόβο του αγνώστου, την αδυναμία μας να ελέγξουμε όσα συμβαίνουν γύρω — ή μέσα — μας. Δεν θα τρομάξει όλους, ούτε θα ικανοποιήσει όσους αναζητούν ξεκάθαρες απαντήσεις. Αλλά για όσους αφεθούν στον ρυθμό και την ατμόσφαιρά του, αφήνει ένα επίμονο, ανησυχητικό “υπόηχο” που δύσκολα σβήνει.