«Όλα πρέπει να αλλάξουν. ΡΝΣ9» Στο MOMUS στα πλαίσια του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης
Η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΣΠΑ – Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Κεντρική Μακεδονία»).
Την 9η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, με τον αμφίσημο τίτλο όλα πρέπει να αλλάξουν. ΡΝΣ9 , οργανώνει το MOMUS και επιμελείται η ανεξάρτητη επιμελήτρια Νάντια Αργυροπούλου.
Οι ημερομηνίες κύριας έκθεσης: 23 Μαΐου – 5 Ιουλίου 2026 στα Περίπτερα 2 & 3, 54636 Θεσσαλονίκη.
Η Μπιενάλε εμπλέκεται με ένα κοινό(τοπο) και επαναλαμβανόμενο, αλλά ταυτόχρονα επίκαιρο, επείγον και πολυσύνθετο αίτημα που, με τη δυναμική διατύπωσή του, μπορεί να ακούγεται σαν επαναστατική κραυγή και να αντηχεί σαν κενό σύνθημα, να ηχεί σαν ψηφιακό δόλωμα οργής και να λειτουργεί σαν αποτροπαϊκό ξόρκι, καθένας μπορεί να βρει κάτι σ’ αυτό και δεν ανήκει αποκλειστικά σε κανέναν. Είναι μια φράση που, σήμερα περισσότερο από ποτέ, κραδαίνεται εξίσου από κοινωνικούς επαναστάτες και από τεχνοφεουδάρχες, από διωκόμενους ακτιβιστές και από φασίζοντες δημαγωγούς, από αντίπαλες κοινωνικές τάξεις και από αντιδιαμετρικές συλλογικές μορφές έκφρασης, από αντικουλτούρες και από τη θεσμική προπαγάνδα. Χρησιμοποιείται για να διαγράψει το χάσμα μεταξύ σπιτιού και δρόμου, ανάμεσα στο κάνω κλικ και στο κάνω πορεία, για να σφετεριστεί την αμφιθυμία και να διαστρεβλώσει την αλληλεγγύη.
Όπως σημειώνει η επιμελήτρια της Μπιενάλε, «Μέσα από τις από κοινού αρθρώσεις της, τις οπτικές της συχνότητες, τα στοχαστικά κείμενά της, τις τρομερές μίξεις και την αφθονία των προστριβών και δυσλειτουργιών μέσα από την περιφερειακή της θέση και την ελάσσονα κλίμακα στον κόσμο της τέχνης μέσα από την επισφαλή της θέση στις οικονομίες του δομικού περιέκτη της, η Μπιενάλε 9 μετέρχεται έναν τρόπο αφήγησης σε εγγύτητα και διαμορφώνεται από αυτό που προτείνει. Ασχολείται με την ασυμμετρία ανάμεσα στο διαθέσιμο λεξιλόγιό μας και σ’ αυτό που μας ζητείται να περιγράψουμε με μορφές παιχνιδιού, με φευγαλέες τακτικές αποσυναρμολόγησης, με τη συλλογική μαγεία, τον βρόχο ανατροφοδότησης της κλήσης και απόκρισης, ή αυτό που ο Arthur Jafa έχει περιγράψει ως την “κβαντική διάσταση της χειραφέτησης”.
Αυτή η ένατη εκδοχή της Μπιενάλε συναρθρώνεται ως μια παρα-μπιενάλε που αναγνωρίζει τα παράδοξα του εγκλεισμού και της διαφυγής, απολαμβάνει τα πλανημένα μονοπάτια και τον αυτοσχεδιασμό, και τάσσεται υπέρ των τακτικών της ευφρόσυνης μαχητικότητας και της ενδόμυχης εργασίας που απαιτεί η φροντίδα του μη αναγνωρισμένου. Αν ισχύει ότι “απέναντι στις νέες τυραννίες που εξαπλώνονται, θα πρέπει να χρησιμοποιούμε την τέχνη όχι για να ‘θέσουμε ερωτήματα’ αλλά για να δώσουμε θρασείες απαντήσεις που δεν μας ζήτησε κανείς” (σύμφωνα με τη Luce deLire), η Μπιενάλε 9 παίρνει το βήμα για να αντιστρέψει ερωτήσεις, να πειραματιστεί με μια αναρχία απαντήσεων, να αρνηθεί το πρέπον και το προτεινόμενο στην ευθεία λογοκρισία αλλά και πέρα από τις προφανείς επιταγές της. Υιοθετεί μια τολμηρή στάση σχετικά με τη δύναμη της φαντασίας, προτείνει ένα είδος ριζοσπαστικής νοημοσύνης (εξού η συντομογραφία “ΡΝ”) και τάσσεται υπέρ μιας μη φασιστικής Τεχνητής Νοημοσύνης (κατά τον Dan McQuillan) που δεν αναπαράγει μορφές κυριαρχίας αλλά υποστηρίζει την αυτονομία και την ελευθερία στη βάση της συλλογικής δραστηριότητας και των καταπνιγμένων γνώσεων.
Αν χρειάζεται να επινοηθούν νέες εκδοχές αλληλεγγύης και λεξιλόγια, ένα “κοινωνικό αλλιώς”, προκειμένου να αλλάξει η ζωή που έχει οικοδομήσει ο γενοκτονικός καπιταλισμός, και τα εργαλεία δεν μπορούν να είναι ίδια με εκείνα του αφεντικού, τότε η Μπιενάλε 9 επιθυμεί να πειραματιστεί με την εκτυλισσόμενη, μεταμορφική πιθανότητα της από κοινού άρνησης. Επιλέγει να εμπνευστεί από τη μέθοδο της “κριτικής μυθοπλασίας” της Saidiya Hartman και να καταφύγει στην έρευνά της σχετικά με την απείθαρχη κίνηση ως “την ακόρεστη λαχτάρα για έναν κόσμο που δεν κυβερνάται από αφέντη, άνθρωπο ή την αστυνομία… την κοινωνική ποίηση που συντηρεί τους στερημένους… μια σύντομη είσοδο στο πιθανό”.
Αποτελείται από αισθητηριακές εκδηλώσεις αισθητικής κοινωνικότητας, έργα που εφευρίσκουν διά της φαντασίας τρόπους να αρνηθούν, να εξεγερθούν και να εξερευνήσουν αστέριωτα μονοπάτια και αποκλίνουσες ιστορίες, τρόπους να απευθυνθούν με παρρησία στην εξουσία και να κάνουν τη διαφορά που δεν καταλήγει σε διαχωρισμό έργα που υπαινίσσονται πότε να ξεσπάσεις και πώς να ψιθυρίσεις, πότε να γελάσεις και πώς να αγαπήσεις. Αν “η επανάσταση είναι σαν τις δουλειές του σπιτιού – πρέπει να τις κάνεις κάθε μέρα” (G. C. Spivak), τότε το όλα πρέπει να αλλάξουν. ΡΝΣ9 επιθυμεί να ανήκει σ’ αυτό το κάθε μέρα και, εξερευνώντας το, να διατυπώσει μια απρόβλεπτη, ζωντανή πρόταση».
Η συντομογραφία «Σ9» παραπέμπει σε μια δημοφιλή, παλαιότερη, ανατολίτικης προέλευσης ονομασία της Θεσσαλονίκης (Σαλονίκη), εισάγοντας έτσι στην εκφορά της Μπιενάλε μια διπλή κίνηση, προς και μακριά από την πόλη, μια απόπειρα να καλλιεργηθεί ένα –έστω προσωρινό– αίσθημα συνεύρεσης με παραγνωρισμένα, παραμελημένα σημεία, υποκείμενα, φαντάσματα και σύμβολα της Θεσσαλονίκης. Μετά από ένα προοίμιο που πραγματοποιήθηκε κατά το διάστημα Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 2025 γύρω από τις επαναστατικές δυνατότητες της επιστημονικής φαντασίας («Ανατροπή: η επιστημονική φαντασία σαν αλλαγή»), και μέσω μιας σειράς ενδιάμεσων συνεργασιών (με τα Φεστιβάλ Κινηματογράφου και Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, καθώς και με την Ταινιοθήκη της Ελλάδος) και απόκεντρων εκδηλώσεων, η Μπιενάλε θα πραγματοποιήσει την κύρια έκθεσή της μεταξύ 23 Μαΐου και 5 Ιουλίου 2026 .
Οι χώροι που θα τη φιλοξενήσουν συμπαρασύρουν σε ένα κρίσιμο ρήγμα: Κτίρια εντός του συγκροτήματος της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης-Helexpo, που αναδεικνύουν τους δεσμούς του χώρου με τα θεμελιώδη κοινωνικοοικονομικά αφηγήματα και πολιτικά τελετουργικά της σύγχρονης Ελλάδας από τη δεκαετία του 1960 και εξής, καθώς και τη σημερινή του σημασία ως πεδίο μάχης μεταξύ αντίπαλων σχεδίων για τη λειτουργία και το μέλλον του δημόσιου χώρου. Εκεί βρίσκεται και φιλοξενεί μέρος της Μπιενάλε και το MOMUS-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, όπου στεγάζεται και η συλλογή του Αλέξανδρου Ιόλα.
Η μοναδική Λιμνοθάλασσα Καλοχωρίου στα δυτικά περίχωρα της Θεσσαλονίκης, ένα τοπίο που διαμορφώθηκε από κοινότητες μεταναστών, τη βιομηχανική ανάπτυξη και τη σταδιακή εμφάνιση ενός υγροτόπου ως αποτέλεσμα της καθίζησης του εδάφους, της εξάντλησης των υπόγειων υδάτων και της ανάμιξης του νερού ποταμού και θάλασσας. Μέρος πλέον του Εθνικού Πάρκου Δέλτα Αξιού, η λιμνοθάλασσα είναι πλούσια σε σπάνια βιοποικιλότητα, φιλοξενεί δραστηριότητα πέραν της ανθρώπινης, και συμμετέχει σε αντιφατικά αφηγήματα «συμβιωτικών σχέσεων» καθώς η πόλη επεκτείνεται αδυσώπητα και προς εκείνη την πλευρά.
Επιμέλεια: Νάντια Αργυροπούλου
Οπτική Ταυτότητα: studio precarity
Αρχιτεκτονικός Σχεδιασμός: Y2K Architects
Βοηθός Επιμελήτριας: Έβελυν Ζέμπου
Ομάδα Παραγωγής MOMUS: Αγγελική Χαριστού, Σίλια Φασιανού, Ευτυχία Πετρίδου
Οργάνωση και Υλοποίηση: MOMUS-Μητροπολιτικός Οργανισμός Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης Συνδιοργάνωση: ΔΕΘ-Helexpo Εταίροι: Δήμος Θεσσαλονίκης, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης
Δημιουργικοί Εταίροι: Ίδρυμα Χάινριχ Μπελ – Γραφείο Θεσσαλονίκης, Another Football, Mamagea
Η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΣΠΑ – Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Κεντρική Μακεδονία»).
Νάντια Αργυροπούλου – σύντομο βιογραφικό
Η Νάντια Αργυροπούλου είναι ανεξάρτητη επιμελήτρια, ιστορικός τέχνης και συγγραφέας με έδρα την Αθήνα και διεθνή δραστηριότητα. Είναι κάτοχος πτυχίου Ιστορίας και Αρχαιολογίας από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και μεταπτυχιακού τίτλου στην Ιστορία και Θεωρία της Τέχνης, με εξειδίκευση στον ύστερο σουρεαλισμό, από το Πανεπιστήμιο του Έσσεξ, Ηνωμένο Βασίλειο. Η Αργυροπούλου έχει επιμεληθεί πολυάριθμες εκθέσεις και διεπιστημονικά έργα στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει συνεργαστεί με ευρύ φάσμα πολιτιστικών ιδρυμάτων και ανεξάρτητων καλλιτεχνικών φορέων. Ερευνά τις εμπλοκές του κοινωνικού και του καλλιτεχνικού, τις οικοκριτικές πρακτικές και μορφές αποανάπτυξης, τα παραμελημένα αρχεία και τις αποκλίνουσες αφηγήσεις. Έχει γράψει κείμενα για τη σύγχρονη τέχνη σε βιβλία, καταλόγους τέχνης και στον Τύπο. Είναι ιδρυτικό μέλος της καλλιτεχνικής/ερευνητικο-επιστημονικής συλλογικότητας Saprofyta, και μέλος της AICA (Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Τέχνης) και της IKT (Διεθνούς Ένωσης Επιμελητών Σύγχρονης Τέχνης).
Στις 12,13,14 Μαρτίου, 2026 , 17.30 στο Κινηματογράφος ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ.
«Αναρχειοθετώντας την αλλαγή» τιτλοφορείται η συνομιλία της 9ης Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης «όλα πρέπει να αλλάξουν. ΡΝΣ9» με το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και το φετινό θεματικό αφιέρωμά του στα αρχεία. Συγκροτημένο από τη Νάντια Αργυροπούλου, επιμελήτρια της Μπιενάλε 9, το ενδεικτικό αυτό σώμα ταινιών μικρού μήκους περιλαμβάνει έργα Ελλήνων και μη δημιουργών σε ένα τριήμερο προβολών στον κινηματογράφο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ.
Είναι μια χειρονομία αναρχειοθετικής τάξης, λοξής εικοτολογικής αναδίφησης σε αρχεία εντός άλλων αρχείων εντός των οριοθετήσεων, της οικονομίας ενός συγκεκριμένου θεσμικού πλαισίου όπως αυτό του ιστορικού Φεστιβάλ, το οποίο καταδύεται φέτος στους μηχανισμούς καταγραφής της μνήμης.
Σε συνέχεια της εγκατάστασης και προβολής έργων κινούμενης εικόνας στο πρελούδιο της Μπιενάλε 9 (Οκτώβριος – Νοέμβριος 2025), και τα έργα του αφιερώματος αυτού σημαίνουν και συνέχουν τη σταδιακά αναδυόμενη παρουσία και περιπλανητική κίνηση της διοργάνωσης έως την υλοποίηση της κύριας έκθεσής της (23 Μαΐου – 5 Ιουλίου 2026). Άλλωστε κάθε αρχείο, κάθε συλλογή και επιλογή, στοιχειώνονται από αυτό ακριβώς που λείπει έτσι ώστε αυτό που συμβαίνει να μην μπορεί ακριβώς να ειπωθεί, να ανήκει στο πεδίο της αταξίας, να ανοίγεται στη δυνατότητα της ριζοσπαστικής μεταμόρφωσης.
Η Μπιενάλε 9 εμπνέεται από τη μέθοδο έρευνας και σκέψης, την «κριτική μυθοπλασία» (critical fabulation) της σημαντικής Αφροαμερικανίδας θεωρητικού Saidiya Hartman, καθώς και από τη μελέτη της στην έννοια της άρνησης, της απείθαρχης κίνησης ως στρατηγικής η οποία διακόπτει την οργανωτική βία της εξουσίας και παράγει το άνοιγμα προς τη δυνατότητα άλλων τρόπων ζωής, τη δυνατότητα κατοίκησης του κόσμου με τρόπους ριζοσπαστικά και συλλογικά δίκαιους, ελεύθερους και απολαυστικούς.
Η Hartman αναμετράται με το αρχείο-«νεκρό βιβλίο», τόπο βίας, διαγραφής και σιωπής, ο οποίος ζωντανεύει μόνο για να καταγράψει την τιμωρία, το λιντσάρισμα και τον τρόμο, την αντικειμενοποίηση και εμπορευματοποίηση των μαύρων σωμάτων. Προσπαθεί, όπως σημειώνει η ίδια, να σπρώξει τα ντοκουμέντα στα όριά τους και έτσι να ανασύρει από αυτά όσα δεν τόλμησε να φανταστεί κανείς για όσα περιέχουν ή αποκλείουν, να «ξεθάψει την επανάσταση από τον φάκελο της αρχειοθέτησης, να ξεχαλινώσει την απείθαρχη κίνηση».
Τα έργα στο αφιέρωμα «αναρχειοθετώντας την αλλαγή» ανιχνεύουν την ανοιχτότητα μιας τέτοιας κίνησης προτείνοντας διαφορετικές εκφορές του κοινωνικού αλλιώς και της εξερεύνησης του τι θα μπορούσε να είναι. Την Πέμπτη 12 Μαρτίου (17.30) τα έργα Le Sibille και Witchhammer παρουσιάζονται με σύντομο πρόλογο της επιμελήτριας του αφιερώματος σχετικά με την αναπαράσταση των μαγισσών στην τέχνη και την καταδίωξή τους στη ζωή, τόσο ιστορικά όσο και στο μοντέρνο συγκείμενο της καπιταλιστικής συσσώρευσης, της αποικιοκρατικής παράδοσης και της τιμωρίας των παραβατικών σωμάτων.
Στο έργο Le Sibille (1977, 30’) της πρωτοπόρας τρανς-φεμινιστικής κολεκτίβας Le Nemesiache (που εμπνέεται από την τιμωρό Νέμεση), οι φιγούρες που ενσαρκώνουν εκφάνσεις της μάντισσας Σίβυλλας σε μια σεάνς στα τοπία της Νάπολι επαναστατούν ενάντια στη γραμμική χρονικότητα για να επαναφέρουν χαμένες ή αγνοημένες γνώσεις και να αποκαταστήσουν τις υποκουλτούρες της πρόβλεψης. Η δημιουργική φόρμα γνωστή ως psicofavola, την οποία εισήγαγε η κολεκτίβα το 1973, αποτέλεσε το μέσο για μη δυαδική και ελεύθερη μεταμόρφωση, ενώ όλες οι περφόρμανς τους, προετοιμασμένες μέσα από το λεγόμενο «εργαστήρι ποίησης» (bottega della poesia), έγιναν φιλμ με τρόπο που τοποθετούσε την αναπαράσταση στο δυναμικό πεδίο του από-κοινού-γίγνεσθαι, αυτό που αποκαλούσαν «δημιουργία συνειδητότητας μέσω της κάμερας». Το σινεμά των Le Nemesiache αρνήθηκε το βλέμμα που παγιώνει και εξαιρεί και αποκάλυψε έναν κόσμο πολλών κόσμων μέσα από μια επαναστατικά μυθοποιητική πολιτική φαντασία που αναβίωνε χαμένες ή περιθωριοποιημένες παραδόσεις.
Η ταινία Witchhammer (1969, 105’) της Ester Krumbachová αποτελεί δείγμα της πολυδιάστατης πρακτικής της παραγνωρισμένης Τσέχας δημιουργού που απασχολεί ευρύτερα την Μπιενάλε 9. Στην ταινία αυτή, που βασίστηκε σε βιβλίο του Václav Kaplický και δανείστηκε τον τίτλο της από το περίφημο Malleus Maleficarum (1486), το μεσαιωνικό εγχειρίδιο καταδίωξης των μαγισσών, η Krumbachová έκανε το production design, συνέγραψε το σενάριο (με τον σκηνοθέτη Otakar Vávra) και συνέθεσε τους στίχους του επαναστατικού τραγουδιού «Flandern». Στην ταινία αναβιώνει –σε επινοητική σύνδεση με τις δίκες-παρωδία και την καθεστωτική προπαγάνδα στην Τσεχοσλοβακία της δεκαετίας του 1950– η ιστορική πραγματικότητα μιας από τις τελευταίες δίκες μαγισσών στην Ευρώπη του Μεσαίωνα. Όπως διαβάζουμε στα αρχεία της Krumbachová, επιβεβαιώνεται η πίστη της στην «ελεύθερη τέχνη η οποία αφορά ελεύθερους ανθρώπους».
Την Παρασκευή 13 Μαρτίου (17.30) παρουσιάζονται τα έργα Η αρρώστια που δεν έχει γιατρειά. Πάνος Κουτρουμπούσης, Follow Them: Τέος Ρόμβος & Χαρά Πελεκάνου, και Κουρσάλ με πρόλογο και Q&A με τον σκηνοθέτη του Κουρσάλ Νίκο Θεοδοσίου. Στα έργα αυτά υφαίνονται η διαβατική ζωή και οι μνήμες δημιουργών της ελληνικής αντικουλτούρας, οι οποίοι δεν εγκαθίδρυσαν προτεκτοράτο στο περιθώριο που γνώρισαν αλλά μοιράστηκαν γενναιόδωρα, με χιούμορ, ευρηματικότητα και αλληλέγγυες πρακτικές τα ανήσυχα υλικά μιας αισθητικής κοινωνικότητας. Σε εποχές που οι συμβολικοί και πραγματικοί χώροι ελεύθερης σκέψης χάνονται, είναι θέμα μνήμης και φαντασίας, θέμα ενδυνάμωσης, η ζωηρή επίσκεψη σε αυτές τις ιστορίες.
Στο φιλμ Η αρρώστια που δεν έχει γιατρειά. Πάνος Κουτρουμπούσης (2022, 22’34’’), σε σκηνοθεσία Γιώργου και Ηρακλή Μαυροειδή, συγκεντρώνονται αποσπάσματα αυτοβιογραφικών εξομολογήσεων του φίλου τους, ανατρεπτικού ζωγράφου, λογοτέχνη, και δημιουργού διεθνών κόμικς και άγνωστων εν πολλοίς ταινιών (όπως το καλτ Από μπουζούκια σε μπουζούκια) Πάνου Κουτρουμπούση. Το ντοκιμαντέρ Ακολουθήστε τες (2020, 25’) αποτελεί μια περιπλανητική επίσκεψη στις μνήμες, την αντισυμβατική ζωή και το πολυσχιδές έργο του Τέου Ρόμβου και της Χαράς Πελεκάνου, σε ανάθεση της Νάντιας Αργυροπούλου στη σκηνοθέτρια Εύη Καλογηροπούλου για την έκθεση «Trypa, stories of love, anarchy, care and extinction as told by Teos Romvos & Chara Pelekanou» στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Plato, στην Όστραβα της Τσεχίας. Η ταινία Κουρσάλ (2006, 57’) του Νίκου Θεοδοσίου καταπιάνεται με τον αμφισβητούμενο νεωτερισμό του πρώτου πλωτού κινηματογράφου στην ανταριασμένη κοινωνικά και πολιτικά Θεσσαλονίκη του 1925, την «παρδαλή μαούνα» η οποία κατέληξε μετά την απόσυρσή της να λειτουργεί σαν πλωτή Σχολή Δοκίμων στην Παλαιστίνη, και κυρίως με τους ανθρώπους που έζησαν την ιστορία της. To Σάββατο 14 Μαρτίου (17.30) παρουσιάζονται τα έργα Pacific Club (2022, 17’), Opera Omnia (2025, 10’) και Before She Forgets Heliopolis (2018, 23’) του εικαστικού και κινηματογραφιστή Valentin Noujaïm, με την παρουσία του ίδιου και τη διοργάνωση Q&A με την επιμελήτρια του αφιερώματος. Οι ταινίες του Valentin Noujaïm θολώνουν τα όρια μεταξύ κινηματογραφικών κατηγοριών προκειμένου να στραφεί η προσοχή σε ό,τι οφείλει να παραμείνει ημιορατό ή αδιόρατο. Επιστρατεύουν την αίσθηση των απόκρυφων οραμάτων άλλων κόσμων μόνο και μόνο για να μεταφέρουν σύνθετες πραγματικότητες σχετικά με το κράτος, την εξουσία και τη μνήμη στο οικείο πεδίο της καθημερινής ζωής. Στη διακριτικά επικαλούμενη πολεμική-ποιητική του, ο Noujaïm πλοηγείται στις θάλασσες των χαμένων και των ανακτημένων αρχείων, σε αργές κινηματογραφικές τελετουργίες ανάμεσα σε ερείπια του παρελθόντος και ερείπια του μέλλοντος και στη στοιχειωτική τοτεμική παρουσία αστικών κοινών (commons) που μπορούν εξίσου να συντρίψουν και να υποστηρίξουν την κοινωνική αναταραχή.
Οι ημερομηνίες κύριας έκθεσης: 23 Μαΐου – 5 Ιουλίου 2026
Οι δημόσιες εκδηλώσεις εγκαινίων: 23 & 24 Μαΐου 2026
Στο: Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης – Helexpo, Περίπτερα 2 & 3, 54636 Θεσσαλονίκη και MOMUS-Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Εγνατία 154 (ΔΕΘ–Helexpo), 54636 Θεσσαλονίκη και Λιμνοθάλασσα Καλοχωρίου, Εθνικό Πάρκο Δέλτα Αξιού, 57009 Θεσσαλονίκη
Οπτική Ταυτότητα: studio precarity
Αρχιτεκτονικός Σχεδιασμός: Y2K Architects
Βοηθός Επιμελήτριας: Έβελυν Ζέμπου
Ομάδα Παραγωγής MOMUS: Αγγελική Χαριστού, Σίλια Φασιανού, Ευτυχία Πετρίδου
Οργάνωση και Υλοποίηση: MOMUS-Μητροπολιτικός Οργανισμός Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης
Συνδιοργάνωση: ΔΕΘ-Helexpo
Εταίροι: Δήμος Θεσσαλονίκης, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης