Ο Νίτσε στο σκοτάδι της οθόνης – Μια  περιήγηση στον πόνο της ψηφιακής εποχής

Ο Τριαντάφυλλος Σερμέτης το επιχειρεί με τόλμη και προσωπικό ρίσκο στο τρίτο του βιβλίο, Από τον Νίτσε στην Ψηφιακή Εποχή – Το Ζήτημα του Πόνου,

Ο Νίτσε στο σκοτάδι της οθόνης – Μια  περιήγηση στον πόνο της ψηφιακής εποχής

Ένα φιλοσοφικό έργο μπορεί να μιλήσει με καθαρότητα για το αόρατο άλγος της σύγχρονης ύπαρξης, χωρίς να παγιδευτεί σε ακαδημαϊκή ξηρότητα ή υπαρξιακή υπερβολή, όταν ο συγγραφέας το προσεγγίζει με ειλικρίνεια και πνευματική εντιμότητα.

Ο Τριαντάφυλλος Σερμέτης το επιχειρεί με τόλμη και προσωπικό ρίσκο στο τρίτο του βιβλίο, Από τον Νίτσε στην Ψηφιακή Εποχή – Το Ζήτημα του Πόνου, προτείνοντας μια απαιτητική ανάγνωση όχι μόνο του κόσμου αλλά και του ίδιου του εαυτού. Το έργο αυτό λειτουργεί ως επιστέγασμα μιας τριλογίας που ξεκίνησε με τον φόβο και την απελπισία και καταλήγει στον πιο δύσκολο και ταυτόχρονα θεμελιώδη συνοδοιπόρο του ανθρώπου, τον πόνο.

Ο συγγραφέας δεν καταφεύγει στη φιλοσοφία για να εντυπωσιάσει ή να προσφέρει εύκολες παρηγοριές. Αντλεί από τον Νίτσε όχι το μεγαλόπνοο σχήμα της υπερανθρώπινης υπέρβασης αλλά την ωμή, συνεχή και αναπόφευκτη αναμέτρηση με τη δυσφορία της ύπαρξης. Στο σημερινό περιβάλλον της ταχύτητας και της ψηφιακής υπερδιέγερσης, η ανθρώπινη οδύνη δεν εξαλείφεται ούτε μετασχηματίζεται σε κάτι δημιουργικό. Αντιθέτως, απομονώνεται, αποστειρώνεται και επανασυσκευάζεται σε μορφές ειδοποιήσεων, προγραμματισμένων αντιδράσεων και ψηφιακών εκδοχών του εαυτού. Μέσα σε αυτό το τεχνητό τοπίο, ο πόνος δεν παύει να υπάρχει αλλά αποχρωματίζεται, αποκτά επιφάνεια, χάνει βάθος και παύει να λειτουργεί ως υπαρξιακή μαρτυρία. Η ψηφιακή εμπειρία δεν αναιρεί την οδύνη αλλά τη μεταθέτει σε νέα πεδία, όπου η διαχείριση υπερτερεί της κατανόησης και η έκθεση υποκαθιστά την επεξεργασία.

Το βιβλίο είναι στοχαστικό χωρίς να είναι φλύαρο, ποιητικό χωρίς να γίνεται ασαφές. Ο συγγραφέας κινείται ανάμεσα σε φιλοσοφικά παραδείγματα, λογοτεχνικές αναφορές και εμπειρικές διαπιστώσεις της καθημερινότητας. Δεν αρκείται στη θεωρία αλλά επιμένει στην εσωτερική μαρτυρία, σε αυτό που «ζει» πίσω από το επιχείρημα. Εδώ δεν υπάρχει έτοιμη λύση, αλλά η ανάγνωση οδηγεί σε μια μορφή κατανόησης που μοιάζει με χειρονομία συμφιλίωσης: με τον εαυτό, με την εποχή, με το βάρος της απώλειας και της σύγχυσης.

Και όμως, παρά την πυκνότητά του, το κείμενο δεν εγκλωβίζεται στην ιδιοσυγκρασία του συγγραφέα. Παραμένει ανοιχτό, διαλογικό, πρόθυμο να συναντήσει τον αναγνώστη εκεί που βρίσκεται  ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως δεν θα συμφωνήσει μαζί του. Το μόνο αδύναμο του σημείο, αν πρέπει να αναζητηθεί ένα, είναι η μάλλον περιορισμένη παρουσία άλλων σύγχρονων θεωρητικών εργαλείων.  Προσφέρεται στον αναγνώστη λοιπόν, ένα έργο σπάνιας εντιμότητας, με υπαρξιακό νεύρο και φιλοσοφική εμβάθυνση. Σε μια εποχή που η ψηφιακή κουλτούρα ενθαρρύνει την επιφάνεια, την αποφυγή και την επινόηση της ευκολίας, έρχεται να υπενθυμίσει ότι ο πόνος δεν είναι εχθρός. Είναι, συχνά, η τελευταία γέφυρα που μας ενώνει με τον εαυτό μας.