Μιλούν, αλλά ποιος ακούει; Η αθέατη φωνή των υποτελών
Η ελληνική έκδοση, φροντισμένη και θεωρητικά ευαίσθητη, μεταφέρει με ακρίβεια την ένταση και την ακρίβεια του πρωτοτύπου
Στο σύντομο, πυκνό δοκίμιο Μπορούν οι υποτελείς να ομιλούν; από τις εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, διατυπώνεται ένας από τους πιο ανήσυχους στοχασμούς του ύστερου εικοστού αιώνα.
Η φωνή των περιθωριοποιημένων δεν καταπνίγεται μόνο με τη βία, αλλά και μέσα από τον ίδιο τον μηχανισμό της αναπαράστασης. Ο λόγος που επιχειρεί να εκπροσωπήσει τους υποτελείς, ακόμη και όταν διατυπώνεται με τις καλύτερες προθέσεις, συχνά δεν μεταφέρει τη δική τους εμπειρία, αλλά παράγει ένα σχήμα που τους αντικαθιστά. Αντί να τους προσφέρει θέση, κατασκευάζει μια εικόνα τους μέσα από τις κατηγορίες, τις γλώσσες και τα συμφραζόμενα της κυρίαρχης σκέψης. Έτσι, η φωνή που υποτίθεται πως τους αποδίδεται, δεν προέρχεται από εκείνους, αλλά διαμορφώνεται έξω και πέρα από τη δική τους συνείδηση. Στο παράδειγμα των χηρών της αποικιοκρατούμενης Ινδίας, ο αποικιακός ανθρωπισμός και η πατριαρχική τοπική παράδοση συναγωνίζονται μεταξύ τους πάνω στο σώμα της ίδιας γυναίκας, την οποία καμία φωνή δεν αφήνει να μιλήσει για τον εαυτό της. Η αυτοκτονία τους, επενδυμένη με τον μύθο της τιμής ή της σωτηρίας, μετατρέπεται σε επιφάνεια πάνω στην οποία γράφεται ο λόγος των άλλων.
Η θεωρία δεν στέκεται έξω από αυτό το πρόβλημα. Ακόμη και τα πιο ριζοσπαστικά ρεύματα σκέψης ενδέχεται να αναπαράγουν τον αποκλεισμό, ακριβώς επειδή θεωρούν ότι γνωρίζουν το υποκείμενο του οποίου διεκδικούν να μεταφέρουν την εμπειρία. Όταν η αναπαράσταση λειτουργεί ως υποκατάστατο της φωνής, τότε η σιωπή δεν αίρεται, αλλά ενσωματώνεται. Δεν αρκεί λοιπόν η πρόθεση να δοθεί φωνή στους αποκλεισμένους· απαιτείται μια βαθιά κατανόηση του πώς η ίδια η δομή του λόγου οι όροι, οι θεσμοί, η γλώσσα προδιαγράφουν και συχνά προδικάζουν τη δυνατότητα του άλλου να ακουστεί. Ό,τι παρουσιάζεται ως φωνή, ενδέχεται να έχει ήδη μορφοποιηθεί, μεταφραστεί ή αποσιωπηθεί προτού καν εκφωνηθεί.
Στον στοχασμό αυτό δεν προτείνεται μια εναλλακτική μέθοδος εκπροσώπησης, δεν προσφέρεται θεραπεία αλλά εστίαση στο τραύμα, στο κενό, στη ρωγμή της πολιτικής και θεωρητικής γλώσσας. Ο υποτελής, όπως αναλύεται στο κείμενο, δεν είναι απλώς κάποιος που έχει στερηθεί δικαιώματα ή εξουσία· είναι εκείνος του οποίου η φωνή δεν αναγνωρίζεται ως φωνή, εκείνος που, ακόμη κι όταν μιλά, παραμένει έξω από το ακουστό. Αυτή η μορφή σιωπής δεν είναι απουσία· είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς και σύνθετης διαδικασίας πειθαρχήσεων, αποκλεισμών και νοηματικών πλαισίων που υπαγορεύουν τι σημαίνει «να μιλά κανείς».
Η ελληνική έκδοση, φροντισμένη και θεωρητικά ευαίσθητη, μεταφέρει με ακρίβεια την ένταση και την ακρίβεια του πρωτοτύπου. Η μετάφραση δεν αναπαράγει απλώς τα νοήματα, αλλά διατηρεί την εννοιολογική αυστηρότητα και την πύκνωση της γραφής, καθιστώντας το κείμενο προσβάσιμο χωρίς να το απλοποιεί. Πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν διαβάζεται με άνεση, ούτε επιτρέπει να το προσπεράσει κανείς χωρίς να στραφεί προς τα μέσα. Ανήκει σε εκείνα τα έργα που δεν κλείνουν με την τελευταία τους σελίδα, αλλά συνεχίζουν να επιδρούν, να ενοχλούν, να επιμένουν.
Δεν προσφέρεται ως εργαλείο· λειτουργεί ως πρόκληση. Όχι για να διορθώσει τον κόσμο, αλλά για να καταστήσει ορατή την κατασκευή της σιωπής μέσα στον ίδιο τον λόγο που ισχυρίζεται ότι την θεραπεύει.