Marty Supreme: Πόσο αξίζει να κυνηγάς τα όνειρα και τους στόχους σου (VIDEO)

Όταν το αμερικανικό όνειρο παίζεται σαν παρτίδα ping pong.

Marty Supreme: Πόσο αξίζει να κυνηγάς τα όνειρα και τους στόχους σου (VIDEO)

Η ταινία που άμα είσαι chronically online έχεις δει παντού, μπορεί να είναι και το εισιτήριο του Τιμοτέ Σαλαμέ για το πολυπόθητο Όσκαρ.

Μια από τις πιο πολυδιαφημισμένες ταινίες αυτού του γύρου των Όσκαρς, ήρθε επιτέλους στην Ελλάδα. Μεταφερόμαστε στην Νέα Υόρκη, το 1952 παρακολουθώντας την ιστορία του 23χρονου Μάρτι Μάουζερ που δουλεύει ως πωλητής στο παπουτσάδικο του θείου του, σε μια ζωή που του έχει ήδη χαραχτεί: σταθερός μισθός, μικροασφάλεια, οικογενειακές υποχρεώσεις. Για τον ίδιο, όμως, αυτό το μέλλον δεν είναι απλώς ανεπαρκές – είναι αφόρητο. Ο Μάρτι είναι πρωταθλητής πινγκ πονγκ στις ΗΠΑ και πιστεύει ακλόνητα ότι προορίζεται για κάτι πολύ μεγαλύτερο: παγκόσμια αναγνώριση, δόξα, χρήμα, ένα lifestyle αντάξιο της αυτοεικόνας του.

Αποφασισμένος να ταξιδέψει στο εξωτερικό και να στεφθεί παγκόσμιος πρωταθλητής, μπλέκει σε έναν κόσμο hustling, στοιχημάτων, μικροαπατών και επικίνδυνων συμφωνιών, προσπαθώντας να χρηματοδοτήσει το όνειρό του. Στη διαδρομή, έρχεται αντιμέτωπος με την οικογένειά του που τον τραβά προς τη «λογική» ζωή, με μια πρώην σταρ του σινεμά που βλέπει σε εκείνον τη χαμένη της νιότη, αλλά και με επιχειρηματίες που αντιλαμβάνονται το ταλέντο του ως προϊόν προς εκμετάλλευση.

Ο Μάρτι δεν είναι αθώος ονειροπόλος. Είναι πανέξυπνος, χειριστικός, έτοιμος να πουλήσει και να αγοραστεί, με ελάχιστες αναστολές. Όσο πλησιάζει στην κορυφή, τόσο πιο καθαρά τίθεται το ερώτημα: μέχρι πού μπορεί –και θέλει– να φτάσει για να πετύχει; Και τι μένει από έναν άνθρωπο όταν το όνειρο γίνεται εμμονή;

Το Marty Supreme του Τζος Σάφντι δεν είναι απλώς μια αθλητική δραμεντί ή ένα ιδιόρρυθμο biopic. Είναι μια ταινία για το αμερικανικό όνειρο στην πιο ωμή και λιγότερο ρομαντική εκδοχή του: ως μηχανισμό που ανταμείβει την απόλυτη πίστη στον εαυτό σου, ακόμη κι όταν αυτή αγγίζει την άρνηση της πραγματικότητας.

Ο Μάρτι Μάουζερ εμπνευσμένος χαλαρά από τον πραγματικό πρωταθλητή Μάρτι Ράισμαν- ενσαρκώνει τον τύπο ανθρώπου που δεν επιτρέπει στον εαυτό του να σκεφτεί την αποτυχία. Όχι γιατί δεν φοβάται, αλλά γιατί το ενδεχόμενο της ήττας δεν «χωρά» στη συνείδησή του. Αυτή η ακραία αισιοδοξία, χαρακτηριστικό του αμερικανικού μύθου της επιτυχίας, παρουσιάζεται εδώ όχι ως αρετή, αλλά ως κινητήρια δύναμη με κόστος.

Η σκηνοθεσία του Σάφντι είναι κοφτή, νευρική, σχεδόν αγχώδης – όπως και ο ήρωάς της. Το φιλμ και οι εσωτερικοί χώροι της μεταπολεμικής Νέας Υόρκης χτίζουν ένα σύμπαν όπου το πινγκ πονγκ δεν είναι απλώς άθλημα, αλλά εργαλείο επιβίωσης, παράστασης και κοινωνικής ανόδου. Ο Μάρτι δεν παίζει μόνο για να κερδίσει πόντους, παίζει για να πουλήσει τον εαυτό του ως brand.

Σε αυτό το σημείο, το Marty Supreme συνομιλεί έντονα με το σήμερα. Σε μια εποχή όπου η αυτοπροβολή, το hustle culture και η εμμονή με την επιτυχία έχουν μεταφερθεί από τα υπόγεια μπιλιαρδάδικα στα social media, ο Μάρτι μοιάζει σχεδόν σύγχρονος. Ένας άνθρωπος που μετατρέπει κάθε ταλέντο σε ευκαιρία, κάθε σχέση σε συναλλαγή και κάθε ήττα σε προσωρινή παρεξήγηση της μοίρας.

Ο Τίμοθι Σαλαμέ δίνει μια ερμηνεία που ισορροπεί επικίνδυνα ανάμεσα στο αντιπαθές και το μαγνητικό. Ο Μάρτι του δεν ζητά ποτέ συγγνώμη για τη φιλοδοξία του – κι αυτό είναι ίσως το πιο ειλικρινές στοιχείο της ταινίας. Το φιλμ δεν τον αγιοποιεί, αλλά ούτε τον τιμωρεί εύκολα. Αντίθετα, τον τοποθετεί μέσα σε ένα σύστημα όπου τα πιο σίγουρα όνειρα που πραγματοποιούνται είναι εκείνα των μεγάλων επιχειρηματιών, όχι των ονειροπόλων που γίνονται ήρωες στην οθόνη.

Τελικά, το Marty Supreme δεν ρωτά αν αξίζει να κυνηγάς το όνειρό σου. Ρωτά τι είσαι διατεθειμένος να θυσιάσεις για να το αποκτήσεις – και αν, όταν το πιάσεις, θα αναγνωρίζεις ακόμη τον εαυτό σου. Και αυτή είναι μια ερώτηση που, 70 χρόνια μετά το 1952, παραμένει ενοχλητικά επίκαιρη.