Μαρία Κωστράκη: «Η Μποέμ μοιάζει σαν να γράφτηκε για σήμερα»
Με τη Μουζέττα της Μποέμ, η Μαρία Κωστράκη επιστρέφει στον Πουτσίνι μέσα από μια παραγωγή που φέρνει τους μποέμ καλλιτέχνες στο σήμερα. Με αφορμή τη συμμετοχή της στην παραγωγή του Φεστιβάλ Επταπυργίου, η λυρική τραγουδίστρια μιλά στο ΤheOpinion για την σύγχρονη μεταφορά του έργου και την όπερα ως τέχνη που συχνά δείχνει μόνο την κορφή του παγόβουνου. Στο Επταπύργιο, λέει, η ανοιχτή καλοκαιρινή σκηνή λειτουργεί σαν επιπλέον μαγεία· εκείνο όμως που θεωρεί πραγματικά σπάνιο είναι η δυνατότητα να συναντήσει την όπερα ένα ευρύ κοινό, μέσα από ένα εισιτήριο οικονομικά προσιτό.
Πώς προσεγγίζετε τη Μουζέτα χωρίς να μείνει μόνο στην επιφάνεια της γοητείας και της εξωστρέφειας;
Η Μουζέττα είναι μια νεαρή κοπέλα που σφύζει από ζωή. Ακριβώς λόγω της γοητείας, της εξωστρέφειας, της ματαιοδοξίας της, δημιουργεί το κοντράστ στην ομάδα των έξι φίλων και προσδίδει μια τρίτη διάσταση στο όλο κάδρο. Αυτή είναι και η ιδιαιτερότητά της. Δεν είναι ανάγκη να βρίσκουμε «βάθος» σε ο,τιδήποτε. Ειδικά στο ρόλο της Μουζέττα η ελαφρότητά της είναι που φωτίζει τους υπόλοιπους χαρακτήρες… Μέσα από τα καπρίτσια της αναδεικνύει τον παθιασμένο χαρακτήρα του Μαρτσέλλο, μέσα από τον πεζό τρόπο ζωής της αναδεικνύει ακόμη περισσότερο την ποιητική, ρομαντική φύση της Μιμί. Παρόλα αυτά ο Πουτσίνι στην τελευταία πράξη μεταστρέφει τον χαρακτήρα της άμεσα με τρόπο λιτό και απέριττο δίνοντας μας μια αληθινή, βαθύτερη φύση της Μουζέττα, γεμάτη ενσυναίσθηση, τρυφερότητα και αυτοθυσία. Όπως συμβαίνει με τους μεγάλους συνθέτες, αρκεί να μελετήσεις την παρτιτούρα και σου έχουν ένα ψυχογράφημα του ρόλου έτοιμο στο πιάτο.
Τι σημαίνει να παίζεται η Μποέμ στο σήμερα, σε μια εποχή όπου η νεανική επισφάλεια και η καλλιτεχνική επιβίωση είναι ξανά τόσο αναγνωρίσιμες; Και αναφέρομαι, βέβαια, και στην σκηνοθετική ματιά του Αθ. Κολαλά, που μεταφέρει το έργο στο σήμερα.
Η θεματική της Μποέμ είναι ουσιαστικά άχρονη γιατί δε βασίζεται σε κάποιο μεγάλο ιστορικό γεγονός, αλλά μιλάει για την καθημερινή ζωή νέων καλλιτεχνών στο Παρίσι του 19ου αιώνα, την αναζήτηση του έρωτα, αλλά και τον αγώνα τους για επιβίωση. Οι καλλιτέχνες της εποχής μας δεν αντιμετωπίζουν κάτι διαφορετικό από αυτό. Σήμερα μάλιστα βλέπουμε συζητήσεις για τον κορεσμό καλλιτεχνικών επαγγελμάτων και τη βιωσιμότητα των σχετικών σπουδών, γεγονός που αποδεικνύει πόσο διαχρονικό είναι το θέμα του έργου και σε άλλο πλέον επίπεδο. Επιστρέφοντας στην πλοκή της Μποέμ, η οποία σαν όπερα δεν έχει ουσιαστική δράση παρά στηρίζεται στο συναίσθημα, πρέπει να πούμε πως είναι μια όπερα θα έλεγε κανείς αισθαντική, αισθησιακή – ο Πουτσίνι παίζει ασταμάτητα με το συναίσθημα σε όλες του τις εκφάνσεις. Οπότε άνετα μπορεί να μεταφερθεί και στο σήμερα.
Ομολογώ ότι όταν πρωτοσυζητήσαμε με τον σκηνοθέτη μας, τον Θανάση Κολαλά, την ιδέα μιας σύγχρονης μεταφοράς, είχα τους προβληματισμούς μου. Ωστόσο, του είχα απόλυτη εμπιστοσύνη, γνωρίζοντας το σκηνοθετικό του δαιμόνιο ήδη από τους Παλιάτσους που κάναμε μαζί πριν δύο χρόνια. Έτσι αποφάσισα να αφεθώ πλήρως στη ματιά του. Σήμερα μπορώ να πω ότι δεν μπορώ να φανταστώ μια πιο ταιριαστή προσέγγιση. Έχει χτίσει την παράσταση με τέτοια φυσικότητα και συνέπεια, ώστε νιώθει κανείς πως η Μποέμ γράφτηκε εξαρχής για σήμερα, έναν αιώνα αργότερα.

Έχετε κινηθεί από το διεθνές οπερατικό ρεπερτόριο μέχρι την προσωπική σας δουλειά με τίτλο “Mosaico Mediterraneo” και το έργο του Μάνου Χατζιδάκι. Πώς συνυπάρχουν αυτές οι διαδρομές μέσα στη φωνή σας;
Θα χρησιμοποιούσα μια παρομοίωση ίσως για να το εξηγήσω: το λυρικό τραγούδι δεν ανήκει στην μουσική μας παράδοση. Ήταν κάτι που έμαθα εξαρχής από το μηδέν, σαν ένα εξωτικό φυτό που παίρνεις τον σπόρο και με πολλή δουλειά και αφοσίωση καταφέρνεις να ευδοκιμήσει στο κλίμα σου. Το άλλο ρέει μέσα μας, είμαστε εμείς, είναι όλα αυτά τα υπέροχα, πολύχρωμα λουλούδια του αγρού που με πολλή αγάπη και νεράκι κάθε άνοιξη οργιάζουν στον κήπο μας. Αφιερώνω πολλή δουλειά για να τα παντρεύω όσο καλύτερα μπορώ, προσπαθώντας να διατηρήσω παράλληλα τη μοναδική ταυτότητα του καθενός. Το αποτέλεσμα αυτό με γεμίζει απόλυτα, αν και χωρίς ποτέ να με ικανοποιεί πλήρως. Είναι μια ασταμάτητη και εξελικτική ενασχόληση, σχεδόν ψυχαναγκαστική θα έλεγε κανείς, αλλά άκρως δημιουργική και προσωπικά το βιώνω σαν ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία.
Η όπερα απαιτεί πολύχρονη, σχεδόν αθέατη προετοιμασία. Νιώθετε ότι το κοινό και οι θεσμοί αντιλαμβάνονται τι κρύβεται πίσω από μια εμφάνιση στη σκηνή;
Όχι, προφανώς και δεν μπορούν να φανταστούν. Η όπερα είναι ένα πολυδιάστατο είδος τέχνης και κανείς που δεν το γνωρίζει εκ των έσω, δεν μπορεί να αντιληφθεί την πολυπλοκότητα του γιατί σαν αποτέλεσμα είναι ένα τέλειο κράμα που δένει τόσο ταιριαστά, ώστε ο συνδυασμός των συστατικών του σου φαίνεται δεδομένος. Ένας μουσικός θα εκτιμήσει την πολύμηνη μουσική προετοιμασία των σολίστ, χορωδίας και ορχήστρας. Ένας ηθοποιός την χρονοβόρα αντιπαράθεση με το ρόλο και τη σκηνοθεσία, ένας τεχνικός την κοστοβόρα και ευφυή δημιουργία των σκηνικών, κοστούμια, μακιγιάζ, φωτισμοί, γραφειοκρατία, προώθηση/μάρκετινκ, διοργάνωση. Καθένας αναγνωρίζει το κομμάτι του, οι θεσμοί και το κοινό όμως βλέπουν αυτό το ενιαίο συμπαγές αποτέλεσμα, αγνοώντας συχνά πως αυτό είναι μόνο η κορφή ενός μεγάλου παγόβουνου.
Μια παραγωγή, όπως η Μποέμ στο Επταπύργιο, μπορεί να φέρει την όπερα πιο κοντά σε ένα κοινό που ίσως δεν θα πήγαινε εύκολα σε μια κλειστή λυρική σκηνή;
Μια όπερα σαν την Μποέμ έχει τη δύναμη να σε κερδίζει οπουδήποτε, είτε σε κλειστή είτε σε ανοιχτή σκηνή. Η μαγεία που έχει ένας ανοιχτός χώρος σαν του Επταπυργίου ένα καλοκαιρινό βράδυ είναι προφανώς ένα μπόνους. Αυτό όμως που θεωρώ μοναδικό, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς, είναι το οικονομικά τόσο προσιτό εισιτήριο που καταφέρνει να έχει κάθε χρόνο το Φεστιβάλ Επταπύργιου σε συνεργασία με την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, που δίνει έτσι τη δυνατότητα σε πραγματικά ευρύ κοινό να ανακαλύψει αυτό το υπέροχο καλλιτεχνικό είδος, αυτό το παραδείσιο πουλί που λέγεται όπερα!
Ταυτότητα παράστασης
Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης
Μουσική διεύθυνση: Γιώργος Βράνος Σκηνοθεσία-σκηνικά: Αθανάσιος Κολαλάς Κοστούμια: Πένη Ντάνη Φωτισμοί: Σαράντος Ζουρντός Μουσική Προετοιμασία: Δημήτρης Νέπκας, Κωνσταντίνος Κατσούλης Βοηθός ενδυματολόγου: Κυβέλη Λυμπέρη Χατζώκου Βοηθός μαέστρου: RuiJun Ma Μικτή Χορωδία Θεσσαλονίκης διεύθυνση Μαίρη Κωνσταντινίδου Χορωδία Τ.Μ.Ε.Τ. Πανεπιστημίου Μακεδονίας διεύθυνση Μαρία Μελιγκοπούλου Παιδική Χορωδία Ι.Ν.Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου διεύθυνση Ελπίδα Τσάμη Rodolfo Dario Di Vietri Mimi Άννα Στυλιανάκη Marcello Gangsoon Kim Musetta Μαρία Κωστράκη Schaunard Danilo Paludi Colline Davide Procaccini Alcindoro Armando Puklavec Parpignol Φοίβος Κατσάλης Μαρκέτος Τελωνιακός Χρήστος Δημητρούδης
Info: Η Μποέμ του Τζιάκομο Πουτσίνι παρουσιάζεται στις 23, 25, 29 Ιουνίου και 2 Ιουλίου.
Προπώληση εισιτηρίων στο more.com
Τις φωτογραφίες παραχώρησε στο TheOpinion η Μαρία Κωστράκη