ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ: Η μνήμη ως χρέος και η αφήγηση ως αντίσταση στη λήθη
Tο έργο της Πέλας Ατματζίδου «Η Ιστορία του Πατέρα μου» λειτουργεί σχεδόν ως πράξη αντίστασης. Γράφει ο Διονύσης Ασημιάδης.
Στην εποχή της ταχύτητας και της αποσπασματικότητας, το έργο της Πέλας Ατματζίδου «Η Ιστορία του Πατέρα μου» λειτουργεί σχεδόν ως πράξη αντίστασης: αντίστασης απέναντι στη λήθη, στη σιωπή, αλλά και σε κάθε είδους απλοποίηση του παρελθόντος.
Πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν προσφέρεται για επιπόλαιη ανάγνωση. Αντίθετα, απαιτεί προσοχή, συγκέντρωση και κυρίως, ενσυναίσθηση. Ενσυναίσθηση, όχι με την επιφανειακή της έννοια, ως στιγμιαία συγκίνηση, αλλά ως ουσιαστική διάθεση να σταθεί ο αναγνώστης μπροστά στην εμπειρία του Άλλου χωρίς προκατάληψη, χωρίς την αλαζονεία της αποστασιοποιημένης ματιάς. Το κείμενο της συγγραφέως δεν απαιτεί απλώς την ανάγνωση αλλά απαιτεί τη συμμετοχή. Καλεί τον αναγνώστη να αποχωριστεί για λίγο τη βεβαιότητα του παρόντος και να εισχωρήσει σε μια εποχή όπου τα γεγονότα δεν ήταν «ιστορία», αλλά καθημερινότητα.
Αυτό το κάλεσμα δεν είναι ρητορικό, δεν είναι φορτισμένο με συναισθηματικές υπερβολές· είναι ήσυχο και σταθερό, σαν ηθικό καθήκον. Γιατί, όπως κάθε αληθινή αφήγηση που προέρχεται από τον κόπο της μνήμης και όχι από την ευκολία του εντυπωσιασμού, το κείμενο δεν επιδιώκει να καταγγείλει· επιδιώκει να μαρτυρήσει. Και η μαρτυρία, όταν είναι ειλικρινής, δεν προϋποθέτει την ύπαρξη εχθρού· προϋποθέτει μονάχα ακροατή πρόθυμο να ακούσει.
Η δύναμη του έργου δεν έγκειται μόνο στο τι λέγεται, αλλά κυρίως στον τρόπο που επιλέγεται να ειπωθεί. Δεν υπάρχει ρητορική οργή, δεν υπάρχουν μεγάλοι χαρακτηρισμοί· υπάρχει μια σχεδόν σπαρακτική απλότητα, εκείνη που χαρακτηρίζει τα λόγια των ανθρώπων που βίωσαν πολλά και επέλεξαν να μη θορυβήσουν. Και ίσως αυτή η σιωπηλή δύναμη να είναι και το πιο φιλοσοφικά γόνιμο στοιχείο του βιβλίου· διότι η σιωπή, όταν δεν είναι αδυναμία αλλά επιλογή, μετατρέπεται σε μορφή γνώσης. Σε υπαρξιακή κατανόηση του γεγονότος ότι το ανθρώπινο δράμα δεν χρειάζεται στόμφο για να γίνει αντιληπτό. Αρκεί να ειπωθεί με αλήθεια.
Η συγγραφέας επιχειρεί να χαρτογραφήσει τη ζωή του πατέρα της, ενός ανθρώπου σημαδεμένου από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα του 20ού αιώνα, και κυρίως από την προσωπική του περιπέτεια. Μέσα από την αφήγηση αυτής της βιωμένης ιστορίας, η Πέλα Ατματζίδου δεν αφηγείται μονάχα τη μοίρα ενός ανθρώπου· αντ’ αυτού, ανοίγει διακριτικά ένα παράθυρο στη συλλογική μνήμη: στους αγώνες, τις εξορίες, τα βασανιστήρια, αλλά και στην αξιοπρέπεια, στην πίστη, στη δύναμη ενός εσωτερικού αξιακού συστήματος που δεν καταλύθηκε.
Το ύφος της είναι λιτό, αλλά ταυτόχρονα βαθιά φορτισμένο. Δεν υπάρχει ρητορική εξιδανίκευση μόνο μια βαθιά ανάγκη κατανόησης και αποτύπωσης. Ο πατέρας δεν παρουσιάζεται ως ήρωας με τον παραδοσιακό ένδοξο τρόπο. Αντίθετα, είναι ένας άνθρωπος με φόβους, με αμφιβολίες, με σιωπές ένας άνθρωπος που αντέχει, που επιλέγει να μην ξεχνά, αλλά και να μην κραυγάζει.
Το σημαντικότερο επίτευγμα του βιβλίου έγκειται, ίσως, στην ικανότητά του να γεφυρώνει τον χρόνο· να φέρνει το παρελθόν στο παρόν με τρόπο που δεν το καθιστά απλώς κατανοητό, αλλά σχεδόν οικείο. Μέσα από την προσωπική αφήγηση δεν αναδεικνύεται μονάχα η ατομική εμπειρία. Προβάλλεται ταυτόχρονα μια υπόγεια ηθική απαίτηση. Να μην αδιαφορεί κανείς για τις ρίζες του. Να μην αποστρέφεται το τραύμα, αλλά να το αναγνωρίζει, να το περιεργάζεται, και τελικά να το μεταπλάθει σε γνώση και, ίσως, σε κάτι που μπορεί να θεωρηθεί σοφία.
Η «Ιστορία του Πατέρα μου» δεν είναι μόνο μια μαρτυρία· είναι ένα δοκίμιο μνήμης και συνείδησης, ένα στοχαστικό βλέμμα πάνω στην Ιστορία και την ανθρώπινη αντοχή. Είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί αργά, με σεβασμό, σαν να κρατάμε στα χέρια μας ένα εύθραυστο τεκμήριο ζωής.