Βαρτζόπουλος: «Η εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στον εσωτερικό κομματικό ανταγωνισμό δεν πρέπει να επαναληφθεί»

Ο βουλευτής της ΝΔ έθεσε ερωτήματα για την αξιολόγηση των στοιχείων στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ

Βαρτζόπουλος: «Η εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στον εσωτερικό κομματικό ανταγωνισμό δεν πρέπει να επαναληφθεί»

Στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και στη διαχείριση των στοιχείων που έχουν διαβιβαστεί από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αναφέρθηκε ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Δημήτρης Βαρτζόπουλος, κατά την ομιλία του στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του κόμματος.

Ο κ. Βαρτζόπουλος στάθηκε ιδιαίτερα στο ζήτημα της επιλογής των στοιχείων που περιλαμβάνονται στη δικογραφία, θέτοντας ερωτήματα για τον τρόπο αξιολόγησης των απομαγνητοφωνήσεων και για το αν υπήρξε μονομερής αναφορά σε πρόσωπα από τον χώρο της κυβέρνησης.

«Πρόεδρε, θέσατε τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων, λέγοντας ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία “φάνηκε να εμπλέκεται στον εσωτερικό κομματικό ανταγωνισμό”. Προφανώς το νοσηρό αυτό φαινόμενο δεν πρέπει να επαναληφθεί», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Όπως υποστήριξε, αυτό μπορεί να αποφευχθεί μόνο «όταν ανακαλυφθούν εγκαίρως και απαλειφθούν τα συμπτώματα» μιας τέτοιας εμπλοκής, υποστηρίζοντας ότι βασικό ζήτημα αποτελεί η απουσία αναφορών σε βουλευτές της αντιπολίτευσης.

«Το πρώτο και πιο παθογνωμονικό σύμπτωμα αυτής της εμπλοκής είναι η ανυπαρξία βουλευτών της αντιπολίτευσης σε οποιαδήποτε ενέργεια της Εισαγγελίας. Πώς είναι αυτό δυνατόν; Όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη αιτημάτων βουλευτών άλλων κομμάτων προς τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ας ρωτήσει τον κ. Μελά, να του πει αυτός με χαρτί και καλαμάρι ονόματα και στοιχεία», σημείωσε.

Ο βουλευτής της ΝΔ έθεσε σειρά ερωτημάτων σχετικά με τη διαδικασία αξιολόγησης των συνομιλιών που καταγράφηκαν. «Ποιος έκανε την αξιολόγηση των απομαγνητοφωνήσεων; Σε ποιο στάδιο ενεπλάκησαν οι εισαγγελείς; Δηλαδή, απλοελληνιστί, ποιος εξαίρεσε τους βουλευτές των άλλων κομμάτων; Είναι μόνον οι εισαγγελείς; Αν ναι, τότε αυτό δείχνει του λόγου του πρωθυπουργού το αληθές», ανέφερε.

Παράλληλα, αναφέρθηκε και σε νομικά ζητήματα που, όπως είπε, έχουν τεθεί από νομικούς σχετικά με τη χρήση τυχαίων ευρημάτων από νόμιμες υποκλοπές. «Υπάρχει εδώ ένα ουσιαστικό ζήτημα σχετικά με την απαγόρευση έναρξης οποιασδήποτε τέτοιας αξιολόγησης αυτών των ευρημάτων χωρίς την έγκριση της Βουλής. Σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να αποστέλλεται ο πλήρης κατάλογος όλων των επαφών των υπευθύνων του ΟΠΕΚΕΠΕ με βουλευτές αμελλητί στη Βουλή ευθύς εξ αρχής», είπε, προσθέτοντας πως «δεδομένου ότι συνεχίζονται οι έρευνες, θα πρέπει να ζητηθεί άμεσα η γνωμοδότηση του Αρείου Πάγου».

Ο κ. Βαρτζόπουλος αναφέρθηκε επίσης στην έκταση της ζημίας που αποδόθηκε αρχικά στην υπόθεση, κάνοντας λόγο για αναθεώρηση των εκτιμήσεων μετά την ειδική πραγματογνωμοσύνη. «Το δεύτερο παθογνωμονικό σύμπτωμα είναι η ανεπάρκεια του κατηγορητηρίου που αποκάλυψε η ειδική πραγματογνωμοσύνη. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα η μείωση της υποτιθέμενης συνολικής ζημιάς από το 1 εκατ. στο 1/10 του ποσού», ανέφερε.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η αρχική εκτίμηση βασίστηκε σε λανθασμένη μεθοδολογία, καθώς «ο αρχικός τεχνικός σύμβουλος αντί να παραμείνει στην υποτιθέμενη ζημία του έτους ελέγχου την πολλαπλασίασε επί τον αριθμό των ετών μέχρι σήμερα». «Ποιος είναι ο υπεύθυνος που επέλεξε ως επαρκή τεχνικό σύμβουλο έναν υπάλληλο, ο οποίος δεν γνωρίζει ότι οι δηλώσεις ΟΣΔΕ είναι ετήσιες διοικητικές πράξεις, οι οποίες μπορούν να διαφοροποιούνται ουσιωδώς ανά έτος; Και πώς αφήνεται αυτός ο υπάλληλος να αθροίζει, να κατασκευάζει κακουργήματα και να διασύρει χωρίς συνέπειες;», διερωτήθηκε.

Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο βουλευτής της ΝΔ υποστήριξε ότι η αναθεώρηση των δεδομένων της υπόθεσης θα έπρεπε να έχει οδηγήσει σε διοικητικές διαδικασίες ελέγχου. «Η πλήρης κατάρριψη του πρώτου κατηγορητηρίου από την ειδική πραγματογνωμοσύνη έπρεπε ήδη να έχει οδηγήσει σε παραιτήσεις ή τουλάχιστον σε μια στοιχειώδη διοικητική έρευνα», ανέφερε.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η παρέμβαση της Πολιτείας θα πρέπει να είναι θεσμική και να αφορά τη λειτουργία των υπηρεσιών που συνδράμουν τις ευρωπαϊκές αρχές. «Η Ελλάς είναι πρότυπο κράτους Δικαίου και σέβεται απαρεγκλίτως τους Κανονισμούς της ΕΕ. Η Ελληνική Πολιτεία όμως θα πρέπει να εγγυηθεί θεσμικώς τους τρόπους επιλογής, ελέγχου και διασφαλίσεως της επάρκειας όλων των εθνικών υπηρεσιών και υπαλλήλων που καλούνται να συνδράμουν την Εισαγγελία στο έργο της», κατέληξε.