Ο Άγνωστος Στρατιώτης και η ευθύνη της μνήμης
Γιατί η υπαγωγή του μνημείου στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας μπορεί να αποκαταστήσει τη θεσμική και συμβολική του τάξη
Η απόφαση της κυβέρνησης να μεταφέρει την ευθύνη για το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας πυροδότησε έναν υπόγειο διάλογο για το πού ακριβώς αρχίζει και πού τελειώνει η αρμοδιότητα του κράτους απέναντι στη μνήμη. Για ορισμένους, η πρωτοβουλία μοιάζει με υπερβολική στρατιωτικοποίηση ενός εθνικού συμβόλου.
Για τους περισσότερους όμως, αποτελεί μια καθυστερημένη θεσμική αποκατάσταση, μια προσπάθεια να δοθεί ενότητα και προστασία σ’ έναν χώρο που, επί δεκαετίες, έχει γίνει θύμα γραφειοκρατικής ασάφειας και συμβολικής ανασφάλειας. Αν κανείς εξετάσει τις διεθνείς πρακτικές, η δεύτερη άποψη δείχνει να έχει μεγαλύτερη βάση.
Η Γαλλία, χώρα με εξίσου ισχυρή παράδοση μνήμης, υπήγαγε από νωρίς το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου στη Διεύθυνση Μνήμης και Πολιτισμού του Υπουργείου Ενόπλων Δυνάμεων, με την ευθύνη της τάξης στην Εθνική Αστυνομία. Η Αιώνια Φλόγα συντηρείται καθημερινά από στρατιωτικό προσωπικό, αλλά οι τελετές πραγματοποιούνται σε συνεργασία με το Δημαρχείο Παρισίων και την Ένωση Παλαιών Πολεμιστών. Το κράτος διατηρεί τον πλήρη έλεγχο, χωρίς όμως να αποκλείει την κοινωνία από τη συμμετοχή στη μνήμη. Όταν το 2008 διαδηλωτές προκάλεσαν φθορές γύρω από το μνημείο, η αντίδραση ήταν άμεση: ενίσχυση φωτισμού, νέες κάμερες, αυστηρότερη νομοθεσία για την προσβολή εθνικών συμβόλων. Το κράτος προστάτευσε τον χώρο χωρίς να περιορίσει το δικαίωμα στη διαμαρτυρία, θεσπίζοντας απλώς όρια που καθιστούν τη μνήμη απαραβίαστη.
Παρόμοια λογική ακολουθεί και η Βρετανία. Το Cenotaph του Whitehall, όπου κάθε Νοέμβριο τελείται η Ημέρα Μνήμης, δεν είναι στρατιωτικό μνημείο υπό στενή έννοια αλλά πολιτειακό σύμβολο. Ανήκει στο Crown Estate και συντηρείται από το Υπουργείο Πολιτισμού, ενώ οι τελετές οργανώνονται από το Royal Household και το Υπουργείο Άμυνας. Η φύλαξη είναι αστυνομική και ο χώρος αντιμετωπίζεται με σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια. Το 2020, στη διάρκεια των διαδηλώσεων του κινήματος Black Lives Matter, σημειώθηκαν μικρές φθορές και γκράφιτι στο μνημείο και στο άγαλμα του Τσώρτσιλ. Μέσα σε λίγες ώρες, τα σημάδια είχαν καθαριστεί και τα προστατευτικά καλύμματα είχαν τοποθετηθεί στη θέση τους. Καμία συζήτηση περί «υπερβολής» δεν άνοιξε, καθώς η βρετανική κοινωνία γνωρίζει πως η ιερότητα του χώρου υπερβαίνει τις περιστάσεις.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η λογική είναι διαφορετική αλλά εξίσου σαφής. Το Tomb of the Unknown Soldier στο Arlington υπάγεται απευθείας στον Στρατό των ΗΠΑ, ο οποίος έχει αναθέσει τη φύλαξη στο περίφημο 3ο Τάγμα Πεζικού, τους «Old Guard». Η τελετή αλλαγής φρουράς εκτελείται με απόλυτη πειθαρχία, κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, με ήλιο, βροχή ή χιόνι. Ο χώρος είναι απολύτως απρόσιτος για το κοινό πέρα από συγκεκριμένο σημείο. Η συντήρηση, ωστόσο, δεν είναι στρατιωτική υπόθεση μιας και ανήκει στο Υπουργείο Βετεράνων, που διαχειρίζεται όλα τα εθνικά νεκροταφεία. Με αυτό τον τρόπο διασφαλίζεται η ισορροπία μεταξύ στρατιωτικής τιμής και πολιτικής διαχείρισης. Ο θεσμός είναι καθαρός, λειτουργικός και απαλλαγμένος από εσωτερικές τριβές.
Η Ιταλία ακολουθεί ένα πιο «πολιτιστικό» πρότυπο. Το Altare della Patria στη Ρώμη, όπου εδρεύει ο Άγνωστος Στρατιώτης, ανήκει στο Υπουργείο Πολιτισμού, καθώς αποτελεί και αρχιτεκτονικό μνημείο. Η φύλαξη είναι στρατιωτική και η συντήρηση πολιτική. Όταν το 2011 σημειώθηκαν φθορές από διαδηλωτές, τοποθετήθηκαν διακριτικά κιγκλιδώματα και εγκαταστάθηκαν μόνιμες κάμερες. Το κράτος προστάτευσε το σύμβολο χωρίς να θυσιάσει την προσβασιμότητα του χώρου. Παρόμοιο μοντέλο έχει υιοθετήσει ο Καναδάς, με το National War Memorial στην Οτάβα υπάγεται στο National Capital Commission, ενώ μετά την τρομοκρατική επίθεση του 2014, όταν σκοτώθηκε φρουρός του μνημείου, η φύλαξη αναβαθμίστηκε δραστικά, με παρουσία στρατιωτών και ομοσπονδιακής αστυνομίας.
Η ελληνική περίπτωση, σε αντίθεση με όλα τα παραπάνω, παραμένει θεσμικά διαιρεμένη. Το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, έργο του Φωκίωνα Ρωκ, βρίσκεται μπροστά από τη Βουλή των Ελλήνων, φυλάσσεται από την Προεδρική Φρουρά, η οποία υπάγεται στο Γενικό Επιτελείο Στρατού, αλλά η ευθύνη για τον περιβάλλοντα χώρο και τη συντήρηση μοιράζεται ανάμεσα στη Βουλή, το Υπουργείο Πολιτισμού και το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, ενώ η καθαριότητα του πεζοδρομίου υπάγεται στον Δήμο Αθηναίων. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκής γραφειοκρατική ασάφεια: ποιος εγκρίνει τις εργασίες συντήρησης; ποιος παρεμβαίνει όταν σημειώνονται φθορές; Ποιος έχει λόγο για το φωτισμό ή την ασφάλεια της πλατείας; Αυτή η θεσμική σύγχυση έχει επιτρέψει, όλα αυτά τα χρόνια, σκηνές που θα ήταν αδιανόητες σε άλλες χώρες: πυρπόληση των φυλακίων, βανδαλισμούς με μπογιές, καταστροφές πλακών, και προσβολές του χώρου κατά τη διάρκεια απεργιακών ή πολιτικών συγκεντρώσεων. Ο Άγνωστος Στρατιώτης, το κατεξοχήν σύμβολο εθνικής ενότητας, έχει γίνει αρκετές φορές άθελά του σκηνικό πολιτικής αντιπαράθεσης ή κοινωνικής έντασης.
Η κυβερνητική πρόθεση να μεταφέρει τη συνολική ευθύνη στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας επιχειρεί να βάλει τέλος σε αυτή την ασάφεια. Δεν πρόκειται για στρατιωτικοποίηση, αλλά για θεσμικό εξορθολογισμό. Ο στρατός είναι ο μόνος φορέας που διαθέτει την πειθαρχία, τη συνέχεια και την υποδομή για να διαχειριστεί έναν χώρο που απαιτεί τελετουργική ακρίβεια και αυξημένα μέτρα ασφαλείας. Εφόσον διασφαλιστεί ότι η συντήρηση θα παραμείνει υπό την τεχνική εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού και ότι οι τελετές θα τελούνται υπό την πολιτειακή αιγίδα της Βουλής και της Προεδρίας, τότε η υπαγωγή στο ΥΠΕΘΑ δεν αναιρεί αλλά ενισχύει τον εθνικό χαρακτήρα του μνημείου.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τα εθνικά κενοτάφια δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απλοί δημόσιοι χώροι. Είναι χώροι ιερότητας, όπου η πολιτεία οφείλει να συνδυάζει την τελετουργία, τη συντήρηση και την ασφάλεια. Η μνήμη χρειάζεται φύλακες, όχι διαχειριστές. Και σε μια εποχή όπου η δημόσια σφαίρα κατακλύζεται από την ευκολία της προσβολής και της απαξίωσης, η θεσμική προστασία των συμβόλων αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία.
Η πρωτοβουλία της κυβέρνησης, λοιπόν, κινείται στη σωστή κατεύθυνση, υπό μία προϋπόθεση: να μη μετατραπεί το μνημείο σε «στρατιωτικό ακίνητο» αλλά να παραμείνει εθνικό σύμβολο. Η διοικητική ενότητα δεν πρέπει να σβήσει τη δημοκρατική του διάσταση αλλά αντίθετα, πρέπει να την προστατεύσει από την αταξία και την αδιαφορία. Ένα μνημείο όπως αυτό του Άγνωστου Στρατιώτη δεν ανήκει στους στρατιωτικούς, ούτε στους πολιτικούς, ούτε στους πολίτες μεμονωμένα, αλλά ανήκει στην Πολιτεία, ως ολότητα. Και η Πολιτεία, όταν το προστατεύει με σοβαρότητα και νομιμότητα, δεν επιδεικνύει αυταρχισμό, δείχνει σεβασμό απέναντι στην ίδια της την ιστορία.
Η μεταφορά της ευθύνης στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για μια ευρύτερη πολιτική της μνήμης, που θα επαναφέρει την αξιοπρέπεια σε όλους τους εθνικούς τόπους τιμής, από τα στρατιωτικά νεκροταφεία μέχρι τα μνημεία των εκστρατειών. Η Ελλάδα δεν έχει να φοβηθεί τη θεσμική καθαρότητα· έχει μόνο να κερδίσει από αυτήν. Ο Άγνωστος Στρατιώτης, που τιμά τους αφανείς όλων των πολέμων, αξίζει επιτέλους μια πολιτεία ικανή να τον φυλά όχι μόνο ως σύμβολο, αλλά και ως χώρο ιερότητας, ασφάλειας και εθνικής αυτογνωσίας.