Γ. Παπανδρέου από 4ο Συνέδριο ΠΑΣΟΚ: Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα

«Το ζήτημα δεν είναι το τι μπορούμε να κάνουμε. Το ζήτημα είναι το ποιος αποφασίζει και προς όφελος ποιου»

Γ. Παπανδρέου από 4ο Συνέδριο ΠΑΣΟΚ: Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα
(ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ / EUROKINISSI)

Με έντονο ιδεολογικό και πολιτικό στίγμα ξεκίνησε την τοποθέτησή του στο 4ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ ο Γιώργος Παπανδρέου, θέτοντας στο επίκεντρο το δίλημμα της εποχής μέσα από τη γνωστή ρήση του Κορνήλιου Καστοριάδη «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα».

Όπως ανέφερε, πρόκειται για μια φράση που έχει χρησιμοποιήσει και στο παρελθόν, όταν «πολλοί τη νόμισαν υπερβολική», για να προσθέσει ότι «διαψεύστηκαν», υπογραμμίζοντας την επικαιρότητά της.

Αναπτύσσοντας το σκεπτικό του, ο πρώην πρωθυπουργός σημείωσε ότι το βασικό διακύβευμα αφορά την κατεύθυνση που θα ακολουθήσουν οι σύγχρονες κοινωνίες, το εάν θα κινηθούν προς «μια κοινωνία απελευθέρωσης, δικαιοσύνης, δημοκρατικού ελέγχου» ή εάν θα οδηγηθούν «σε μια νέα μορφή βαρβαρότητας». Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι δεν πρόκειται για «επιστροφή στη λίθινη εποχή», αλλά για «κοινωνίες με τεράστια δύναμη, αλλά χωρίς ηθικό και δημοκρατικό έλεγχο πάνω σε αυτή τη δύναμη».

Συνεχίζοντας, ο Γιώργος Παπανδρέου υπογράμμισε τις δυνατότητες που διαθέτει σήμερα η ανθρωπότητα, αναφέροντας ότι υπάρχει «τόσο πλούτο, τόση γνώση, τόσο ισχυρά τεχνολογικά εργαλεία», τα οποία θα μπορούσαν «να εξαλείψει τη φτώχεια», «να πετύχει δίκαιη ενεργειακή μετάβαση», «να προστατεύσει το περιβάλλον» και «να χτίσει κόσμο ειρήνης».

Ωστόσο, όπως τόνισε, αντί αυτές οι δυνατότητες να αξιοποιούνται «σε πρόοδο για τους πολλούς», καταλήγουν να μετατρέπονται «σε ανασφάλεια και απειλή», «σε προνόμια των λίγων» και «σε τεχνολογία για νέους φρικτούς πολέμους».

«Το ζήτημα δεν είναι το τι μπορούμε να κάνουμε. Το ζήτημα είναι το ποιος αποφασίζει και προς όφελος ποιου», συνέχισε.

Η κρίση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς

Στη συνέχεια της ομιλίας του, ο Γιώργος Παπανδρέου επιχείρησε να αποτυπώσει τη βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης που, όπως υποστήριξε, διαπερνά τις σύγχρονες δημοκρατίες, μεταφέροντας και την εμπειρία του από τη Γενεύη. Όπως ανέφερε, προήδρευσε «επιτροπής 130 πρώην ηγετών δημοκρατικών κρατών», η οποία εξέτασε τους λόγους για τους οποίους «καταρρέει η εμπιστοσύνη στους θεσμούς».

Σύμφωνα με τον ίδιο, η απάντηση «έχει πέντε πρόσωπα», με πρώτο την ανισότητα. Επικαλούμενος την Έκθεση Παγκόσμιας Ανισότητας του 2026, σημείωσε ότι «το πλουσιότερο 10% κατέχει το 75% του παγκόσμιου πλούτου», ενώ «το φτωχότερο 50% μόλις το 2%», συμπληρώνοντας ότι «60.000 άνθρωποι, το 0,001% της ανθρωπότητας, έχουν τριπλάσιο πλούτο από τέσσερα δισεκατομμύρια φτωχούς». Όπως υπογράμμισε, η κλιματική κρίση «δεν είναι θέμα πλαστικών καλαμακιών», αλλά «θέμα του παγκόσμιου καπιταλιστικού κεφαλαίου».

Ως δεύτερη βασική αιτία, ανέδειξε τη μετατροπή του οικονομικού πλούτου σε πολιτική ισχύ. Αναφέρθηκε σε «λόμπι των ισχυρών» και σε «χρήμα που διαφθείρει την πολιτική και τη δικαιοσύνη», κάνοντας λόγο και για ολιγάρχες που «αγοράζουν ΜΜΕ, τράπεζες, δομές υγείας και εκπαίδευσης».

Σε αυτό το πλαίσιο, σημείωσε ότι «οι ισχυροί μένουν υπεράνω νόμου και ο πολίτης γίνεται αδύναμο θύμα», ενώ, όπως είπε, από τη δημοκρατία «απομένει η τυπική κάλπη κάθε τέσσερα χρόνια». Παράλληλα, συνέδεσε την κρίση εμπιστοσύνης με τη γενικευμένη ανασφάλεια που προκαλούν φαινόμενα όπως η κλιματική κρίση, οι πανδημίες, η τεχνητή νοημοσύνη και οι πόλεμοι.

Όπως προειδοποίησε, σε ένα τέτοιο περιβάλλον οι κοινωνίες στρέφονται στην αναζήτηση «σωτήρων», γεγονός που οδηγεί, όπως είπε, σε «αυταρχισμό, διαφθορά, ποδοπατημένα δικαιώματα» και τελικά σε περαιτέρω ενίσχυση των ελίτ.

«Αυτή είναι η “σταθερότητα” του Μητσοτάκη, σταθερότητα αδικίας»

Με αιχμές κατά της κυβέρνησης και προσωπικά του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο Γιώργος Παπανδρέου μετέφερε την κριτική του και στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, υποστηρίζοντας ότι στην Ελλάδα «αυτή η παθολογία έχει πρόσωπο και όνομα».

Όπως ανέφερε, η Νέα Δημοκρατία προβάλλεται ως δύναμη «σταθερότητας και αποτελεσματικότητας», ωστόσο -κατά τον ίδιο- είναι «πολύ αποτελεσματική στο να φροντίζει τους λίγους» και «να ικανοποιεί τις απαιτήσεις εκείνων που έχουν πρόσβαση στο πρωθυπουργικό γραφείο που ελέγχει τη ροή του κοινού πλούτου». Αντίθετα, όπως σημείωσε, «στους πολλούς προσφέρει φόβο και αβεβαιότητα», «επιδόματα αντί για δικαιώματα» και «αυξήσεις με το σταγονόμετρο», ενώ «καλλιεργεί έναν νέο ραγιαδισμό: την προσμονή μήπως κάποιο pass ή κάποιο επίδομα πέσει από ψηλά».

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη διαχείριση των δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων, τονίζοντας ότι τα κονδύλια που «έπρεπε να πάνε σε πράσινη, καινοτόμο, περιφερειακή ανάπτυξη», καταλήγουν «πάλι σε λίγα μεγάλα ολιγαρχικά συμφέροντα». Στο ίδιο πλαίσιο, υποστήριξε ότι «η ενέργεια παραδόθηκε σε λίγες επιχειρηματικές μονάδες», κάνοντας λόγο για απουσία «ενεργειακής δημοκρατίας», ενώ για τις τράπεζες σημείωσε ότι, παρότι «ανακεφαλαιοποιήθηκαν με χρήματα του ελληνικού λαού», σήμερα «αφαιρούν φεουδαρχικούς φόρους για κάθε συναλλαγή» και «το 80% των μερισμάτων τους πηγαίνει σε επενδυτές του εξωτερικού».

Συνεχίζοντας, παρέπεμψε σε συγκεκριμένες υποθέσεις της πρόσφατης περιόδου, αναφέροντας «Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ, υποκλοπές, συμβουλευτικές αβέρτα για φίλους», για να καταλήξει ότι οι θεσμοί απαξιώνονται και ότι το «κράτος δικαίου» αποτελεί «έννοια ασύμβατη με τις επιλογές αυτής της κυβέρνησης». «Αυτή είναι η “σταθερότητα” που μας προσφέρουν. Σταθερότητα αδικίας», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι όσοι «καμαρώνουν και ως “ευρωπαίοι”», με τις πολιτικές τους «έχουν απαξιώσει την Ελλάδα και υπονομεύσει τη δύναμη και τη φωνή μας στην Ευρώπη και διεθνώς». Και κατέληξε: «Ρωτήστε την κυρία Κοβέσι».

«Την κρίση χρεοκοπίας δεν την έφερε το ΠΑΣΟΚ»

Ο πρώην πρωθυπουργός επιχείρησε επίσης να αντικρούσει το αφήγημα που, όπως είπε, αναμένεται να επανέλθει ενόψει εκλογών σχετικά με την περίοδο της οικονομικής κρίσης, τονίζοντας την ανάγκη «να πούμε επιτέλους τα πράγματα με το όνομά τους».

Όπως ξεκαθάρισε, «την κρίση χρεοκοπίας δεν την έφερε το ΠΑΣΟΚ», αλλά «τα τεράστια ελλείμματα της ΝΔ», ενώ υποστήριξε ότι και τα μνημόνια «δεν ήταν αποτέλεσμα διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ», αλλά «αποτέλεσμα χρόνων κατασπατάλησης και λεηλασίας από τη Δεξιά». Στο ίδιο πλαίσιο, απέδωσε την αναξιοπιστία της χώρας στις «στατιστικές αλχημείες και την αδιαφάνεια που υπηρετούσε για χρόνια η ΝΔ».

Αναφερόμενος στο ζήτημα της διαφθοράς, αντιπαρέβαλε τις θεσμικές πρωτοβουλίες των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ με τη σημερινή εικόνα, σημειώνοντας ότι «η διαφθορά δεν άνθισε επί ΠΑΣΟΚ», καθώς «εμείς φέραμε τη Διαύγεια, την ηλεκτρονική συνταγογράφηση, τις ανεξάρτητες ελεγκτικές αρχές, την ψηφιακή διαχείριση». Αντίθετα, όπως είπε, «η διαφθορά άνθισε και ανθίζει επί ΝΔ».

Δεν παρέλειψε να ασκήσει κριτική και προς την παραδοσιακή Αριστερά, υποστηρίζοντας ότι «το γνώριζαν και επέλεξαν να το συγκαλύψουν», καθώς «ξέπλυναν τη Δεξιά για να χτυπήσουν το ΠΑΣΟΚ», κάνοντας λόγο για «εύκολο οπορτουνισμό σε βάρος της αλήθειας και τελικά σε βάρος και του λαού».

Κλείνοντας, συνέδεσε την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας με την προοπτική μιας νέας προοδευτικής σύγκλισης, επισημαίνοντας ότι το ΠΑΣΟΚ επιδιώκει «την ενότητα των ευρύτερων δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων», αλλά «όχι στη βάση μιας ψεύτικης ανάγνωσης της ιστορίας». Όπως ανέφερε, «δεν ζητάμε τη συγγνώμη τους», αλλά «κάτι πιο ουσιαστικό: να κατανοήσουμε όλοι τα πραγματικά αίτια», προσθέτοντας ότι σήμερα «η ίδια αυταρχική, πελατειακή και ληστρική λογική της Δεξιάς ξαναχτυπά» και πως «ο ελληνικός λαός ήδη ξαναπληρώνει τον λογαριασμό».

Σύμφωνα με τον ίδιο, «η παραδοχή της αλήθειας για την οικονομική και θεσμική κρίση» μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μια νέα πορεία ενότητας, «όχι συμφερόντων, αλλά αρχών, ριζοσπαστικής, δημοκρατικής, αληθινής».

«To ΠΑΣΟΚ μπορεί και πρέπει να διαμορφώσει το πλαίσιο και τις προϋποθέσεις για τη συνεργασία»

Ο πρώην πρωθυπουργός τόνισε την ανάγκη συσπείρωσης και ενότητας των δημοκρατικών δυνάμεων επισημαίνοντας πως «δεν αντέχει ούτε ο λαός ούτε η χώρα τη διακυβέρνηση της ΝΔ» και υπογράμμισε πως το ΠΑΣΟΚ «μπορεί και πρέπει να διαμορφώσει το πλαίσιο και τις προϋποθέσεις» για αυτή τη συνεργασία, «με όποιο οργανωτικό τρόπο μπορεί να προκύψει».

Όπως τόνισε, καταθέτει στο Συνέδριο «πρόταση δημοκρατικής, ριζοσπαστικής ανασυγκρότησης της χώρας», ένα -όπως εξήγησε- «πλαίσιο διαλόγου για μια παράταξη μεγάλη, ενωτική και νικηφόρα». «Το ΠΑΣΟΚ δεν επιστρέφει για να διαχειριστεί καλύτερα αυτό που υπάρχει. Επιστρέφει για να αλλάξει τον τρόπο που λειτουργεί η χώρα», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Μάλιστα, τόνισε πως το κόμμα δεν επιδιώκει να γίνει «καλύτερος διαχειριστής του πελατειακού συστήματος», αλλά δύναμη ανατροπής του. «Δεν είμαστε καλύτεροι διαχειριστές του πελατειακού συστήματος. Είμαστε εκείνοι που θέλουν να το ανατρέψουν», σημείωσε χαρακτηριστικά.

«Βίβλος Δημοκρατικών Μεταρρυθμίσεων»

Ο Γιώργος Παπανδρέου αποκάλεσε «Βίβλο Δημοκρατικών Μεταρρυθμίσεων» την πρότασή του για τη συνταγματική αναθεώρηση και εξήγησε πως αυτή εκτείνεται σε τρεις βασικούς άξονες. Στον πρώτο άξονα, έθεσε στο επίκεντρο την προστασία του εθνικού πλούτου και το συμφέρον των επόμενων γενεών, προτείνοντας τη συνταγματική κατοχύρωση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας. Όπως τόνισε, «αιγιαλοί, δάση, βυθοί και δημόσια γη δεν μπορούν να πουληθούν», ενώ υποστήριξε ότι το Υπερταμείο πρέπει να μετασχηματιστεί «από παθητικό διαχειριστή πωλήσεων σε δημοκρατικά και εθνικά ελεγχόμενο Εθνικό Αναπτυξιακό Θεσμό». Στο ίδιο πλαίσιο, ανέδειξε τη σημασία της διαγενεακής δικαιοσύνης, ζητώντας να κατοχυρωθεί ρητά στο άρθρο 24 «το δικαίωμα των μελλοντικών γενεών σε υγιές, καθαρό, κλιματικά σταθερό περιβάλλον».

Περνώντας στον δεύτερο άξονα, που αφορά την κοινωνική δικαιοσύνη, επισήμανε ότι «το ΑΕΠ δεν μετράει τη μοναξιά, τη στεγαστική αγωνία, την κατάθλιψη των νέων, ούτε αν ο οικογενειάρχης μπορεί να πληρώσει τους λογαριασμούς πριν το τέλος του μήνα». Σε αυτό το πλαίσιο, πρότεινε την καθιέρωση υποχρεωτικής «Έκθεσης Κοινωνικής Ευημερίας» που θα συνοδεύει κάθε κρατικό Προϋπολογισμό.

Παράλληλα, εισηγήθηκε την ενίσχυση της συνταγματικής κατοχύρωσης του «δικαιώματος στην κατοικία» και του «δικαιώματος στην ενέργεια», με το κράτος να αναλαμβάνει δεσμευτική ευθύνη για τη μετάβαση στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και την ενεργειακή αυτονομία της χώρας. «Ούτε τα LNG ούτε η Chevron θα μας προστατεύσουν», σημείωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η Ελλάδα, αξιοποιώντας «τον ήλιο, τον άνεμο, τη γεωθερμία και τη γεωγραφία της», μπορεί να απεξαρτηθεί από κρίσιμες ενεργειακές εξαρτήσεις.

Τέλος, αναφέρθηκε και στην ανάγκη ενίσχυσης της «δημοκρατικής παιδείας», υποστηρίζοντας ότι η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, της ενεργού συμμετοχής και του σεβασμού στα ανθρώπινα δικαιώματα πρέπει να αποτελέσει «βασικός πυρήνας του εκπαιδευτικού σκοπού», καθώς, όπως τόνισε, «η δημοκρατία δεν κληρονομείται, καλλιεργείται».

Στον τρίτο άξονα της πρότασής του, ο Γιώργος Παπανδρέου έδωσε έμφαση στη δημοκρατία στην ψηφιακή εποχή, κάνοντας λόγο για «τις πιο πρωτοποριακές προτάσεις». Μεταξύ αυτών περιέγραψε νέο άρθρο για τη «διαβουλευτική – συμμετοχική δημοκρατία», με μόνιμες κληρωτές συνελεύσεις πολιτών, συμμετοχικούς προϋπολογισμούς και ψηφιακή πλατφόρμα διαβούλευσης για κάθε νομοσχέδιο. «Η Βουλή θα πρέπει να αιτιολογεί δημόσια γιατί δεν ακολουθεί τις γνώμες των πολιτών», σημείωσε χαρακτηριστικά, και ανέφερε παραδείγματα όπως αυτά της Ιρλανδίας, της Ισλανδίας, της Ταϊβάν και της Γαλλίας.

«Το ΠΑΣΟΚ δεν επιστρέφει για να διαχειριστεί καλύτερα αυτό που υπάρχει, αλλά για να αλλάξει τον τρόπο που λειτουργεί η χώρα»

Κλείνοντας την ομιλία του, ο Γιώργος Παπανδρέου εστίασε στο βασικό πολιτικό αφήγημα που, όπως είπε, θα προβάλλει η Νέα Δημοκρατία ενόψει των επόμενων εκλογών, προειδοποιώντας ότι «θα μας μιλήσει για σταθερότητα και ασφάλεια», αλλά «μην παρασυρθεί κανείς».

Όπως υποστήριξε, αυτή η «σταθερότητα της αδικίας» δεν θωρακίζει την κοινωνία, αλλά «αποδυναμώνει τον πολίτη», τονίζοντας ότι η πραγματική ασφάλεια είναι «ασφάλεια δικαιωμάτων, δημοκρατίας και δικαίου». Σύμφωνα με τον ίδιο, δεν ταυτίζεται με «την αναζήτηση σωτήρων κάθε τέσσερα χρόνια», αλλά με μια κοινωνία όπου «η φωνή του καθενός ακούγεται δυνατά και ουσιαστικά» και όπου ο φόβος αντικαθίσταται από την αλληλεγγύη και τη συλλογική δράση.

Στο ίδιο πλαίσιο, επικαλέστηκε σύγχρονους διανοητές και οικονομολόγους, σημειώνοντας ότι ο Piketty και ο Zucman προειδοποιούν πως «χωρίς φορολογική δικαιοσύνη και συμμετοχικό σοσιαλισμό η δημοκρατία αδειάζει από νόημα», ενώ, όπως ανέφερε, οι Acemoglu και Robinson αναδεικνύουν την ανάγκη για «συμπεριληπτικούς θεσμούς» που θα ανατρέψουν «τους μηχανισμούς που απομυζούν τους πολλούς για τους λίγους».

Επανερχόμενος στον Κορνήλιο Καστοριάδη, υπογράμμισε ότι, αν δεν θέλουμε «τη βαρβαρότητα», απαιτείται να ξαναγίνουμε «αυτοθεσπίζουσα κοινωνία», η οποία δεν καθορίζεται «ούτε από εσωτερικούς ούτε από εξωτερικούς προστάτες», αλλά «συμμετέχει, διεκδικεί, αποφασίζει και νομοθετεί για τον εαυτό της».

«Αυτό ας είναι το νέο μας κοινωνικό συμβόλαιο», ανέφερε, προσθέτοντας ότι αυτός συνιστά «ο νέος μας πατριωτισμός». Και κατέληξε με το πολιτικό του μήνυμα: «Το ΠΑΣΟΚ δεν επιστρέφει για να διαχειριστεί καλύτερα αυτό που υπάρχει. Επιστρέφει για να αλλάξει τον τρόπο που λειτουργεί η χώρα», ώστε «η λέξη Δημοκρατία να γίνει ξανά επικίνδυνη για τα κατεστημένα και λυτρωτική για τους πολλούς».