Από το «Δεξιά ή Αριστερά» στο «ορθολογισμός ή ανορθολογισμός» το δίλημμα της κυβέρνησης προς τις εκλογές

Από το «Δεξιά ή Αριστερά» στο «ορθολογισμός ή ανορθολογισμός» το δίλημμα της κυβέρνησης προς τις εκλογές
ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI

Με το βλέμμα στραμμένο στις εθνικές εκλογές του 2027, το κυβερνητικό επιτελείο επιχειρεί να μετατοπίσει το κεντρικό πολιτικό δίλημμα από την παραδοσιακή αντιπαράθεση Δεξιάς–Αριστεράς και να απευθυνθεί σε ένα ευρύτερο ακροατήριο.

Το τρίπτυχο «σταθερότητα, συνέπεια» και «μετρήσιμα αποτελέσματα» προβάλλεται ως αντίβαρο απέναντι σε ένα πολιτικό τοπίο που περιγράφεται ως κατακερματισμένο, συγκρουσιακό και συχνά «τοξικό».

Κυβερνητικά στελέχη τονίζουν πως πλέον η επιλογή δεν είναι ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά αλλά ανάμεσα στον «ορθολογισμό και τον ανορθολογισμό».

Η τοποθέτηση αυτή σηματοδοτεί την προσπάθεια της κυβέρνησης να θέσει το πλαίσιο της πολιτικής σύγκρουσης σε μια περίοδο κατά την οποία θέλει να εμφανίζεται ως «φορέας κανονικότητας» μιας διακυβέρνησης που, όπως λένε κυβερνητικά στελέχη, εργάζεται συστηματικά, φέρνει αποτελέσματα και ευθυγραμμίζεται με «ευρωπαϊκές πρακτικές». Απέναντι, στο κάδρο μπαίνουν η δημαγωγία, οι υπερβολές, οι θεωρίες συνωμοσίας, αντιλήψεις που αντανακλούν «ψεκασμένες» θεωρίες.

Η «δεξαμενή του ορθολογισμού» και η «γκρίζα ζώνη» του ΠΑΣΟΚ

 Στο ίδιο πλαίσιο, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης άφησε ανοικτή –έστω «εν μέρει»– την πόρτα για το ΠΑΣΟΚ ως κομμάτι του «μετώπου του ορθολογισμού», για να προσθέσει όμως μια αιχμή: ότι έχει την τάση να «εγκαταλείπει τον εαυτό του» και να ρέπει προς την υπερβολή. Αφενός επιδιώκει να διαχωρίσει το ΠΑΣΟΚ από τις πιο «ακραίες» εκδοχές αντιπολίτευσης, αφετέρου να το πιέσει πολιτικά, υπονοώντας ότι όσο υιοθετεί υψηλούς τόνους τόσο απομακρύνεται από την εικόνα της υπεύθυνης εναλλακτικής.

Παράλληλα, το κυβερνητικό στρατόπεδο επαναφέρει ένα επιχείρημα που θεωρεί «κλειδί» για το 2027: το ζήτημα δεν είναι να πάρει η ΝΔ μια «τρίτη τετραετία» αλλά να μη «γυρίσει η χώρα πίσω» κατά «τρεις τετραετίες». Το σκεπτικό συμπληρώνεται από μια κριτική στην αντιπολίτευση ως προς τη δυνατότητα διακυβέρνησης: δεν θέλει να συνεργαστεί με τη ΝΔ, αλλά «ούτε και μεταξύ της». Άρα, πώς μπορεί να εμφανίζεται ως πειστική εναλλακτική;

«Σταθερότητα» με αριθμούς – και με ονοματεπώνυμα

 Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, έθεσε το δίλημμα της σταθερότητας μέσα από μια απολογιστική λογική: ο πολίτης, λέει, θα ζυγίσει την κυβέρνηση με βάση το «τι παραλάβαμε – τι κάναμε – τι μένει». Επέλεξε μάλιστα να αναδείξει συγκεκριμένους δείκτες: μέσο μισθό πλήρους απασχόλησης πάνω από 1.500 ευρώ και σχεδόν 600.000 νέες θέσεις εργασίας, επιμένοντας ότι υπάρχει ακόμη χρόνος για διορθώσεις και εφαρμογή πολιτικών έως το 2027.

Η κυβέρνηση επιδιώκει να αποφύγει την παγίδα του «όλα πάνε τέλεια», αναγνωρίζοντας ρητά ότι «λάθη πρέπει να διορθωθούν» και απορρίπτοντας ότι «τα υπόλοιπα είναι χάος». Την ίδια στιγμή, το Μέγαρο Μαξίμου προσωποποιεί την αντιπαράθεση και κατονομάζει ευθέως τους βασικούς αντιπάλους που –όπως λέει– συνιστούν τις «υπαρκτές επιλογές» της επόμενης ημέρας: Νίκο Ανδρουλάκη, Ζωή Κωνσταντοπούλου, Σωκράτη Φάμελλο και Κυριάκο Βελόπουλο, με την υπόμνηση ότι πιθανόν θα προστεθούν κι άλλοι.

Η κόντρα για «υστερία», «χυδαιότητα» και το πολιτικό ύφος

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται πλέον όχι μόνο στις πολιτικές προτάσεις, αλλά και στο ύφος της αντιπαράθεσης. Ο Παύλος Μαρινάκης ξεκαθάρισε ότι «δεν είναι όλα τα κόμματα ίδια», αλλά μίλησε για συγκεκριμένες δυνάμεις που υπερβαίνουν «όχι μόνο τα όρια της υστερίας, αλλά και της χυδαιότητας».

Από την πλευρά του, ο Κωστής Χατζηδάκης, σχολιάζοντας τις παρεμβάσεις και την ένταση στη Βουλή των Ελλήνων, επέμεινε στη διάσταση του «παιδευτικού ρόλου» της πολιτικής: η υποχρέωση είναι να διατηρείται όσο γίνεται υψηλό επίπεδο, ακόμη κι όταν υπάρχουν προκλήσεις, διακοπές και προσβλητικές εκφράσεις. Και έστειλε το μήνυμα προς όσους επενδύουν στον εντυπωσιασμό τονίζοντας ότι μπορεί να αποδίδει βραχυπρόθεσμα, αλλά δεν χτίζει μακροχρόνια πολιτική επιβίωση.

Συνολικά, το κυβερνητικό αφήγημα προς το 2027 «δένει» τρεις άξονες: απολογισμό με αριθμούς, δίλημμα σταθερότητας απέναντι στον κατακερματισμό και ένα κάλεσμα για ορθολογισμό έναντι της πόλωσης. Στο τέλος, βέβαια, το κρίσιμο τεστ για την κυβέρνηση θα είναι η καθημερινότητα: αν οι βελτιώσεις που επικαλείται η κυβέρνηση γίνουν αισθητές σε μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας – και αν οι «διορθώσεις» που υπόσχεται γίνουν πράξη, πριν η προεκλογική περίοδος μετατρέψει οριστικά την πολιτική σκηνή σε αρένα.