Μητσοτάκης για Αναστάσιο: Υποκλινόμαστε στο μεγαλείο μιας ξεχωριστής προσωπικότητας (VIDEO)

Ως φωτεινό παράδειγμα σοφίας και δράσης περιέγραψε τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας, Αναστάσιο, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, στον επικήδειο μετά την εξόδιο ακολουθία

Μητσοτάκης για Αναστάσιο: Υποκλινόμαστε στο μεγαλείο μιας ξεχωριστής προσωπικότητας (VIDEO)
Glomex

Φωτεινό παράδειγμα σοφίας και δράσης χαρακτήρισε τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, στον επικήδειό του.

Μάλιστα, ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε και στην προσωπική γνωριμία του με τον ιεράρχη, ενώ ανέφερε και το πώς μιλούσε για τον θρησκευτικό ηγέτη ο πατέρας του, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. «Ήταν Άγιος και Σοφός», είπε ειδικότερα.

«Τολμούμε να ελπίζουμε. Στις 3 αυτές λέξεις του συνοψίζεται νομίζω η ζωή και η δράση του ιεράρχη που αποχαιρετούμε σήμερα. Γιατί ακριβώς η τόλμη και η ελπίδα ήταν οι δύο πυξίδες που πάντα οδηγούσαν τον Αναστάσιο σε αυτή τη θαυμαστή διαδρομή του, μια διαδρομή σταθερά δίπλα στον άνθρωπο και τα δικαιώματά του. Πότε ως ταπεινός ιεραπόστολος στην Αφρική των πεινασμένων παιδιών, πότε ως αθόρυβος συμπαράστασης των παιδιών στην Ελλάδα της δικτατορίας. Και βέβαια ως μέγας αναστηλωτής και επίμονος πρωτεργάτης της ορθοδοξίας στην Αλβανία. Σε αυτό το μεγαλείο μιας ξεχωριστής προσωπικότητας υποκλινόμαστε γιατί ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων και πάσης Αλβανίας ήταν ταυτόχρονα ένας διανοούμενος της πίστης και ένας απλός υπηρέτης του πλησίον του. Με άλλα λόγια, ένα φωτεινό παράδειγμα σοφίας και δράσης..», ανέφερε στον επικήδειο που εκφώνησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην κηδεία του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αλβανίας, κυρού Αναστασίου.

«Αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό όχι μόνο στον τόπο του και στην ομογένειά μας, όχι μόνο σε όλα τα μέρη που χτυπά η καρδιά του ελληνισμού για τον οποίον υπήρξε επί δεκαετίες ένας αληθινός φάρος. Φάρος αγάπης και προσφοράς, ευγένειας και απλότητας, πειθούς και αποτελεσματικότας. Φάρος της ορθοδοξίας και την ορθόδοξης χριστιανικής πίστης.

Οι περισσότεροι εδώ γνωρίζουν βέβαια καλά τι πέτυχε ο Αναστάσιος από την πρώτη ώρα που έφτασε στην Αλβανία το μακρινό 1991, σε μια ερημωμένη χώρα ύστερα από το πέρασμα ενός αυταρχικού καθεστώτος, με τους χριστιανούς κυνηγημένους και τους ομογενείς μας στο περιθώριο.

Και όμως, αντλώντας δύναμη από τη βαθιά πίστη του θεμελίωσε την ορθόδοξη αυτοκέφαλη εκκλησία. Ίδρυσε 400 και πλέον ενορίες, έχτισε και ανοικοδόμησε εκατοντάδες ναούς, χειροτονώντας 145 νέους κληρικούς, ενώ παράλληλα, ίδρυσε δεκάδες εκπαιδευτικά, υγειονομικά και φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ένα μικρός ή ίσως ένα μεγάλο θαύμα μέσα στα ερείπια.

Μαζεύουμε τις πέτρες που μας πετούν όσοι πολεμούν το έργο μας, συνήθιζε να λέει πάντα με το χαμόγελο στο πρόσωπό του και με αυτές χτίζουμε εκκλησίες και σχολεία. Το έλεγε και το εννοούσε. Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα τον θρηνούν Έλληνες και Αλβανοί. Αλλά παντού, όπου υπάρχει άνθρωπος, ανεξάρτητα από θρησκεία, ανεξάρτητα από εθνική καταγωγή. Πάντα ο Αρχιεπίσκοπος υπήρξε πράγματι μια γέφυρα φιλίας ανάμεσα στους δύο λαούς μας και ένας κρίκος επικοινωνίας ανάμεσα στα δύο κράτη μας.

Θα μπορούσε λοιπόν δίκαια να χαρακτηριστεί και ο διπλωμάτης της αγάπης σε μια αποστολή μάλιστα την οποία ο ίδιος υπηρέτησε με μέτρο και επίγνωση όμως ταυτόχρονα και με έναν ανυποχώρητο δυναμισμό. Είμαι από τους τυχερούς που εργάστηκα στενά επί χρόνια με τον ιεράρχη μας και δεν θα κρύψω πως θεωρώ αυτή την εμπειρία όχι μόνο κατάθεση πολιτική αλλά και έναν πλούτο προσωπικό καθώς ήταν Άγιος και σοφός, όπως τον είχε αποκαλέσει ο πατέρας μου. Ένα πρόσωπο που σε κατακτούσε με τις γνώσεις του και ένας χαρακτήρας που χωρίς να προσπαθεί ιδιαίτερα, σε καλούσε με το ύφος του να γίνεις καλύτερος. Εκεί άλλωστε συναντιόντουσαν και οι ρόλοι μας, στη δυνατότητα δηλαδή να κατανοεί κανείς τα προβλήματα των πολλών, ιδίως των πιο αδυνάμων και παρά τις δυσκολίες να μάχεται για να βρουν τη λύση τους.

Για τις Ελληνίδες και τους Έλληνες και τους ορθόδοξους στην Αλβανία και απανταχού της γης, ο Αναστάσιος υπήρξε πηγή υπηρηφάνειας, υπήρξε ακούραστος και ταπεινός υπηρέτης, προσφέροντας ελπίδα και πνευματική καθοδήγηση στο ελληνορθόδοξο ποίμνιο. Μέσα από τη σοφία και την ταπεινοφροσύνη του απέδειξε ότι η εκκλησία η ορθόδοξη μπορεί να είναι μια ζωντανή κοινότητα αγάπης και κοινωνικής μέριμνας που ενώνει τους λαούς για αυτό και όλοι μας τώρα νιώθουμε μια βαθιά θλίψη δίπλα στο δέος αλλά και τη βαριά κληρονομιά που αφήνει.

Ως ποιμένας έχτισε εκκλησίες ενώ ως ταγός οικοδόμησε γέφυρες συνεργασίας μεταξύ λαών και θρησκειών.Έδειξε έτσι πως μπορεί να είσαι ταυτόχρονα και αυθεντικά Έλληνας αλλά και οικουμενικός. Είθε το παράδειγμά του να συνεχίσει να μας εμπνέει και το έργο του να βρει ισάξιους συνεχιστές. Τον αποχαιρετώ με το δικό του κάλεσμα με το οποίο και ξεκίνησα: Τολμάμε να ελπίζουμε».