Αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ΔΕΗ: Ποιος πληρώνει;
Από τη γιγάντωση στον ολιγοπωλιακό έλεγχο της αγοράς – γιατί η μικρή επιχειρηματικότητα δεν επωφελείται από τις εξελίξεις στο χώρο της ενέργειας
Μια φορά το μήνα, σε κάθε μικρή επιχείρηση, ένας ιδιοκτήτης μελετά αγχωμένος τον τελευταίο λογαριασμό ρεύματος. Δεν ψάχνει τρόπους να επεκταθεί. Ψάχνει τρόπους να αντέξει. Ενώ στην πραγματική οικονομία επικρατεί αυτή η εικόνα, ανακοινώνεται η νέα αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ. Πρόκειται για κίνηση δισεκατομμυρίων ευρώ, που υπόσχεται περαιτέρω επέκταση, απανθρακοποίηση και διεθνοποίηση. Δύο παράλληλοι κόσμοι.
Το εν λόγω φαινόμενο δεν είναι πρωτοφανές. Η χώρα μας (ξανά)επενδύει στη δημιουργία «εθνικών πρωταθλητών»: μεγάλων εξωστρεφών ομίλων, θεωρητικά ικανών να σταθούν με αξιώσεις σε διεθνές επίπεδο. Το πρωτοείδαμε τη δεκαετία του ’90, όταν ελληνικές τράπεζες και κατασκευαστικές εξαπλώνονταν στη Βαλκανική αλλά και στην Ανατολική Μεσόγειο. Εξαπλώνονταν αξιοποιώντας τα υψηλά κέρδη τους από την εσωτερική αγορά.
Εν έτει 2026, από σχεδόν χρεωκοπημένη, η ΔΕΗ σταδιακά μετατρέπεται σε περιφερειακό ενεργειακό κολοσσό, με παρουσία από τη Ρουμανία μέχρι την Πολωνία. Στόχος είναι δεκάδες «πράσινα» γιγαβάτ. Το αφήγημα είναι ομολογουμένως ισχυρό: ενεργειακή ασφάλεια, νέες επενδύσεις, βιώσιμη ανάπτυξη, επαύξηση του ΑΕΠ.
Η φετινή αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, ύψους 4 δισ. ευρώ, χρηματοδοτεί ένα επενδυτικό πλάνο 24 δισ. ως το 2030. Σε αυτό συμμετέχει το Δημόσιο, διεθνή funds (CVC) και έτεροι θεσμικοί επενδυτές. Αυτοί θα αποκομίσουν κέρδη. Όχι η τοπική μικρή επιχείρηση, όχι ο Έλληνας επαγγελματίας, όχι η εσωτερική αγορά. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, αυτοί παραμένουν στην πλευρά της παρατήρησης και της κατανάλωσης, όχι της προσοδοφόρας συμμετοχής.
Εδώ εντοπίζεται η πραγματική ανισορροπία. Η ενέργεια, σε αντίθεση με άλλα αγαθά, δεν είναι ένα ακόμη προϊόν. Είναι συντελεστής κοινωνικής ευμάρειας και οικονομικής ανάπτυξης. Όταν η παραγωγή συγκεντρώνεται σε λίγους ιδιώτες, η αγορά δεν απελευθερώνεται. Ελέγχεται ολιγοπωλιακά, εις βάρος των καταναλωτών. Παρά τη μεγάλη διάδοση των φωτοβολταϊκών, η προσφορά παραμένει περιορισμένη και χειραγωγίσιμη. Εκ των πραγμάτων, οι μικροί ηλεκτροπαραγωγοί παρακολουθούν, ενώ οι μεγάλες επενδύσεις προτεραιοποιούνται. Οι οικονομίες κλίμακας λειτουργούν υπέρ των λίγων. Κατά συνέπεια, η παραγωγή ρεύματος από ΑΠΕ δεν… εκδημοκρατίζεται.
Εν ολίγοις, η «πράσινη μετάβαση» καθίσταται μια άνιση μετάβαση. Τα κέρδη κατευθύνονται σε θεσμικούς μετόχους, ενώ το κόστος διαχέεται σε εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Ειδικά η μικρή επιχείρηση δεν έχει πρόσβαση σε διμερή συμβόλαια. Δεν μπορεί να… κλειδώσει τιμές σε αξιόλογο βάθος χρόνου. Δεν μπορεί καν να καλύψει τις ανάγκες της με δική της ηλεκτροπαραγωγή. Παραμένει εκτεθειμένη στο Χρηματιστήριο Ενέργειας, σε κάθε γεωπολιτική ένταση, σε κάθε απρόβλεπτη διακύμανση. Στην πράξη, χρηματοδοτεί ένα σύστημα το οποίο δεν την ευνοεί.
Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, το ελληνικό κράτος διατηρεί 34% της ΔΕΗ. Έχει δικαίωμα βέτο, εισπράττει μερίσματα, δεν ελέγχει όμως την τιμολόγηση. Η εταιρεία λειτουργεί πλέον με αμιγώς ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Ο ιστορικός κοινωνικός της ρόλος έχει περιοριστεί θεαματικά· βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με εκείνο κάθε μεγάλης επιχείρησης με δραστηριότητα στη χώρα. Κάθε πολιτική παρέμβαση έχει καταστεί εξαίρεση, όχι κανόνας. Με απλά λόγια, 1,3 δισ. πολύτιμων κρατικών αποθεματικών αναμένεται να τοποθετηθεί πρωτίστως σε ξένες επενδύσεις. Αξιοσημείωτη εξαίρεση ένα τεράστιο data center στη Δυτική Μακεδονία της απολιγνιτοποίησης.
Όπως προαναφέρθηκε, όλα αυτά θυμίζουν έντονα την εποχή που ελληνικά κεφάλαια κατευθύνονταν στο -πολλά υποσχόμενο- εξωτερικό, ενώ άφηναν πίσω μια εύθραυστη παραγωγική βάση. Αν και η ιστορία ποτέ δεν επαναλαμβάνεται ακριβώς, συχνά ομοιοκαταληκτεί. Όταν ένα μοντέλο αποτυγχάνει, δύσκολα επιτυγχάνει στην επόμενη προσπάθεια. Εκ μέρους της κυβέρνησης, απαιτείται αναθεώρηση της -εποχής Σημίτη- λογικής.
Η παραγωγική υπερσυγκέντρωση και το υπερβολικά υψηλό ειδικό βάρος του Χρηματιστηρίου Ενέργειας δεν είναι αναπόφευκτη επιλογή. Είναι συγκεκριμένη πολιτική απόφαση, που μπορεί να ανακληθεί. Η κρατική επένδυση στη ΔΕΗ δεν επιτρέπεται να είναι μεμονωμένη. Θα πρέπει να συνδυαστεί με περισσότερη διευκόλυνση ενεργειακών κοινοτήτων, τοπική αποθήκευση, και πρόσβαση μικρών παραγωγών στο δίκτυο μεταφοράς. Δηλαδή, όχι φωτοβολταϊκά… μπαλκονιού ως άλλοθι συμμετοχής, μα ουσιαστική ένταξη της ευρείας κοινωνίας στην ηλεκτροπαραγωγή.
Διαφορετικά, η χώρα θα αποκτήσει έναν διεθνώς ισχυρό ενεργειακό όμιλο, και τίποτα παραπάνω. Σε μια πραγματική οικονομία που ασφυκτιά, η εξέλιξη αυτή δεν χαρακτηρίζεται ανάπτυξη, μα μετατόπιση ισχύος.