Υπάρχει μέλλον για τον Φρίντριχ Μερτς;

Οι νέες εκλογικές απώλειες πιέζουν τον Γερμανό καγκελάριο, την ώρα που η άνοδος της AfD, η οικονομική δυσφορία και η κλιμάκωση με τη Ρωσία μετατρέπουν τη συζήτηση περί διαδοχής σε πολύ πιο σύνθετη εξίσωση

Υπάρχει μέλλον για τον Φρίντριχ Μερτς;
ΑΠΕ-ΜΠΕ

Οι κάλπες στο Βερολίνο και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τη θέση του Φρίντριχ Μέρτς. Στο δεύτερο κρατίδιο, η AfD κινήθηκε σε επίπεδα που επιβεβαιώνουν την εδραίωσή της ως κυρίαρχης δύναμης σε μεγάλο τμήμα της ανατολικής Γερμανίας, ενώ η CDU βρέθηκε αντιμέτωπη με ιστορικά χαμηλές επιδόσεις. Στο Βερολίνο, από την άλλη πλευρά, η Χριστιανοδημοκρατία έχασε έδαφος σε ένα πολιτικό περιβάλλον όπου η δυσαρέσκεια εκφράστηκε τόσο προς την Αριστερά όσο και προς την AfD.

Τα αποτελέσματα έχουν έντονα τοπικά χαρακτηριστικά, δεν μπορούν όμως να αποσυνδεθούν από τη συνολική εικόνα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Η CDU/CSU έχει υποχωρήσει στις δημοσκοπήσεις, η AfD εμφανίζεται ενισχυμένη σε εθνικό επίπεδο και ο ίδιος ο καγκελάριος καταγράφει εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά αποδοχής. Έπειτα από μια σειρά εκλογικών αποτυχιών, η συζήτηση για το πολιτικό μέλλον του Μέρτς έχει πλέον περάσει από τη θεωρία στο εσωτερικό πρόβλημα της γερμανικής Κεντροδεξιάς.

Το κρίσιμο ερώτημα, πάντως, δεν είναι μόνο αν ο καγκελάριος έχει αποδυναμωθεί. Αυτό θεωρείται πλέον δεδομένο. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η αποχώρησή του θα έλυνε κάποιο από τα προβλήματα που οδήγησαν τη CDU στη σημερινή θέση.

Η κρίση είναι μεγαλύτερη από ένα πρόσωπο

Ο Μέρτς πληρώνει ασφαλώς πολιτικές επιλογές και προσδοκίες που δεν επιβεβαιώθηκαν. Εξελέγη με την υπόσχεση μιας αποφασιστικότερης Κεντροδεξιάς, μιας οικονομίας που θα ξαναέβρισκε δυναμισμό και μιας αυστηρότερης κρατικής στάσης σε ζητήματα όπως η μετανάστευση. Μέχρι στιγμής, η εικόνα που εισπράττει μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι διαφορετική.

Η ακρίβεια εξακολουθεί να επιβαρύνει τα νοικοκυριά, το ενεργειακό κόστος παραμένει υψηλό, οι πιέσεις στη στέγαση είναι οξείες στις μεγάλες πόλεις και η γερμανική βιομηχανία δεν έχει ανακτήσει την αυτοπεποίθηση που χαρακτήριζε προηγούμενες δεκαετίες. Ταυτόχρονα, η συζήτηση γύρω από το ασφαλιστικό, τις συντάξεις και τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις δημιουργεί ένα πρόσθετο αίσθημα κοινωνικής αβεβαιότητας.

Η AfD έχει καταφέρει να συγκεντρώσει διαφορετικές μορφές δυσαρέσκειας μέσα σε ένα ενιαίο πολιτικό αφήγημα. Το μεταναστευτικό παραμένει κεντρικό στοιχείο του, όμως η άνοδός της τροφοδοτείται επίσης από την οικονομική ανασφάλεια, το ενεργειακό κόστος και την αίσθηση ότι η γερμανική οικονομική μηχανή έχει χάσει μέρος της ισχύος της. Στην ανατολική Γερμανία προστίθενται η δημογραφική πίεση, η μακροχρόνια απόσταση από τα δυτικά κρατίδια και μια διαφορετική προσέγγιση απέναντι στη Ρωσία και στην πολιτική στήριξης της Ουκρανίας.

Η εκλογική ενίσχυση της AfD, επομένως, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με μια αλλαγή προσώπου στην Καγκελαρία.

Η διαδοχή δεν είναι απλή υπόθεση

Το γερμανικό πολιτικό σύστημα έχει σχεδιαστεί ώστε να αποτρέπει τις αιφνίδιες κυβερνητικές ανατροπές. Η εποικοδομητική ψήφος δυσπιστίας επιτρέπει στην Bundestag να απομακρύνει έναν καγκελάριο μόνο εφόσον υπάρχει ταυτόχρονα πλειοψηφία για τον διάδοχό του.

Αυτό έχει μεγάλη σημασία στη σημερινή συγκυρία. Η CDU δεν αρκεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Μέρτς αποτελεί εκλογικό βάρος. Θα πρέπει να συμφωνήσει σε νέο πρόσωπο, να διατηρήσει τη συνοχή της κοινοβουλευτικής ομάδας, να εξασφαλίσει την αποδοχή της CSU και, εφόσον συνεχιστεί ο σημερινός συνασπισμός, να βρει κοινό έδαφος με το SPD.

Μέχρι τώρα δεν έχει εμφανιστεί τέτοια κοινή λύση. Αντίθετα, κορυφαία στελέχη της Χριστιανοδημοκρατίας και πρωθυπουργοί κρατιδίων έχουν επιλέξει δημόσια να στηρίξουν την κυβερνητική σταθερότητα, ακόμη και όταν η κριτική προς τον καγκελάριο στο εσωτερικό του κόμματος γίνεται εντονότερη.

Η στήριξη αυτή δεν αποτελεί λευκή επιταγή. Δείχνει όμως ότι η CDU γνωρίζει πως μια βιαστική απομάκρυνση του Μέρτς μπορεί να ανοίξει εσωκομματικό ανταγωνισμό χωρίς να εξασφαλίσει καλύτερη εκλογική προοπτική.

Βουστ και Ζέντερ απέναντι στην ίδια πραγματικότητα

Ο πρωθυπουργός της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας Χέντρικ Βουστ και ο Βαυαρός ηγέτης της CSU Μάρκους Ζέντερ βρίσκονται αναπόφευκτα στη σχετική συζήτηση. Και οι δύο διαθέτουν κυβερνητική εμπειρία, ισχυρή περιφερειακή βάση και πολιτική αναγνωρισιμότητα. Διαθέτουν επίσης διαφορετικό ύφος από τον σημερινό καγκελάριο, κάτι που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από CDU και CSU ως μήνυμα επανεκκίνησης.

Η βασική δυσκολία παραμένει ότι οποιοσδήποτε διάδοχος θα αναλάμβανε ακριβώς τα ίδια ανοιχτά μέτωπα. Θα έπρεπε να διαχειριστεί την οικονομική στασιμότητα, την ενεργειακή μετάβαση, την κοινωνική δυσαρέσκεια, το μεταναστευτικό και τις συγκρούσεις μέσα στον κυβερνητικό συνασπισμό.

Παράλληλα, η εκλογική εικόνα στο Βερολίνο αποκαλύπτει ότι το γερμανικό πολιτικό σύστημα κατακερματίζεται προς περισσότερες από μία κατευθύνσεις. Η ενίσχυση της Linke στις νεότερες ηλικίες και η μετακίνηση μέρους των συντηρητικών ψηφοφόρων προς την AfD δείχνουν ότι η παραδοσιακή κομματική εκπροσώπηση πιέζεται ταυτόχρονα από τα αριστερά και από τα δεξιά.

Ένας νέος καγκελάριος θα μπορούσε να μεταβάλει την εικόνα της κυβέρνησης. Θα δυσκολευόταν όμως να αναστρέψει μια τόσο βαθιά πολιτική αναδιάταξη χωρίς απτά αποτελέσματα στην οικονομία και στην καθημερινότητα.

Η Ρωσία προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα

Η εσωτερική πολιτική κρίση συμπίπτει με μια περίοδο δραματικής έντασης στις σχέσεις της Ευρώπης με τη Ρωσία. Η γερμανική κυβέρνηση αντιμετωπίζει πλέον ως μείζον ζήτημα ασφαλείας τις κυβερνοεπιθέσεις, τις απόπειρες δολιοφθοράς, τη δράση drones και τις επιχειρήσεις που στοχεύουν κρίσιμες υποδομές.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για μια χώρα που αποτελεί κεντρικό πυλώνα της ευρωπαϊκής στήριξης προς την Ουκρανία και ταυτόχρονα έναν από τους βασικούς παράγοντες της προσπάθειας ενίσχυσης της ευρωπαϊκής άμυνας.

Μια αλλαγή καγκελαρίου δεν θα σήμαινε αυτομάτως αλλαγή στρατηγικής απέναντι στη Μόσχα. Οι δεσμεύσεις της Γερμανίας μέσα στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία και η ευρύτερη στρατηγική της χώρας δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από ένα πρόσωπο.

Θα άνοιγε όμως μια περίοδο εσωτερικής πολιτικής αναδιάταξης ακριβώς τη στιγμή που το Βερολίνο χρειάζεται ταχύτητα αποφάσεων και σταθερότητα. Αυτή η παράμετρος λειτουργεί αναπόφευκτα υπέρ όσων θεωρούν ότι η όποια συζήτηση διαδοχής πρέπει να γίνει χωρίς να οδηγήσει τη Γερμανία σε παρατεταμένη κυβερνητική αβεβαιότητα.

Η τελευταία ευκαιρία του Μέρτς

Ο Μέρτς βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια αντίφαση που μπορεί να καθορίσει τους επόμενους μήνες. Η εκλογική του θέση έχει επιδεινωθεί αισθητά, όμως η πολιτική εξίσωση γύρω από την αποχώρησή του παραμένει εξαιρετικά δύσκολη.

Η παραμονή του δεν θα κριθεί μόνο από το αν θα συνεχίσει να διαθέτει την τυπική κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Θα εξαρτηθεί από το αν μπορεί να επαναφέρει την ατζέντα στα ζητήματα όπου η κυβέρνηση χρειάζεται απτά αποτελέσματα: ανάπτυξη, ενεργειακό κόστος, μετανάστευση, κοινωνική ασφάλεια και προστασία των κρίσιμων υποδομών.

Εκεί βρίσκεται και το πραγματικό πεδίο αντιπαράθεσης με την AfD. Η προσπάθεια αντιγραφής της ρητορικής της έχει περιορισμένα περιθώρια, καθώς οι ψηφοφόροι που αναζητούν την αυθεντική σκληρή εκδοχή έχουν ήδη έναν πολιτικό φορέα που την προσφέρει. Η CDU χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορεί να προσφέρει κυβερνητική αποτελεσματικότητα εκεί όπου σήμερα κυριαρχεί το αίσθημα ανασφάλειας.

Κάπως έτσι, το βασικό ερώτημα αντιστρέφεται. Η συζήτηση στο Βερολίνο δεν αφορά μόνο το πόσο ακόμη μπορεί να αντέξει ο Φρίντριχ Μέρτς. Αφορά το αν υπάρχει σήμερα κάποιος που μπορεί να αναλάβει χωρίς να κληρονομήσει αμέσως όλα τα προβλήματα που τον έφεραν στη σημερινή θέση.

Ο Μέρτς διαθέτει ακόμη πολιτικό χρόνο, όμως αυτός έχει πλέον σαφή όρια. Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν αν μπορεί να τον χρησιμοποιήσει για να αλλάξει το κλίμα ή αν οι σημερινές εκλογικές απώλειες θα καταγραφούν ως το σημείο από το οποίο άρχισε πραγματικά η συζήτηση για την επόμενη ημέρα της γερμανικής Κεντροδεξιάς.