Το πολιτικό slow motion που εξέθεσε τους πάντες
Σε μια εποχή που όλοι μιλούν για λογοδοσία, το πιο δύσκολο πράγμα παραμένει το πιο απλό
Υπάρχει μια παρεξήγηση στην ελληνική πολιτική που επαναλαμβάνεται με θρησκευτική ευλάβεια. Ότι τα λάθη είναι πάντα συλλογικά, αλλά η ευθύνη κάπως χάνεται στον δρόμο. Ότι φταίει το σύστημα, οι συνθήκες, η επικοινωνία, η αντιπολίτευση, ο κακός καιρός αν χρειαστεί, αλλά ποτέ εκείνος που βρίσκεται στο επίκεντρο.
Και κάπου εκεί έρχεται η περίπτωση του Μακάριου Λαζαρίδη να μας θυμίσει ότι τελικά υπάρχει και κάτι που λέγεται προσωπική ευθύνη. Απλώς πρέπει κάποιος να αποφασίσει να την αναλάβει.
Γιατί, ας το πούμε απλά, κανείς δεν τον υποχρέωσε να καθυστερήσει. Κανείς δεν του είπε να μετατρέψει μια ξεκάθαρη υπόθεση σε πολυήμερο σίριαλ. Η επιλογή να μείνει, να επιμείνει, να προσποιηθεί ότι υπάρχει περιθώριο διαχείρισης εκεί που δεν υπήρχε, ήταν καθαρά δική του. Και αυτή η επιλογή είναι που τελικά τον εκθέτει περισσότερο από το ίδιο το γεγονός.
Σε μια κανονική πολιτική πραγματικότητα, το αυτονόητο λειτουργεί σχεδόν αυτόματα. Προκύπτει ένα ζήτημα, αναλαμβάνεις την ευθύνη, αποχωρείς, τελειώνει η υπόθεση. Εδώ είχαμε το ακριβώς αντίθετο. Είχαμε μια συνειδητή καθυστέρηση, μια προσπάθεια να κερδηθεί χρόνος, λες και ο χρόνος λειτουργεί υπέρ εκείνου που ήδη έχει χάσει το πολιτικό έδαφος. Και όσο περνούσαν οι ώρες, το πρόβλημα δεν μίκραινε. Μεγάλωνε.
Το αποτέλεσμα ήταν διπλό. Από τη μία, ο ίδιος ο Λαζαρίδης φάνηκε να αδυνατεί να αντιληφθεί το βάρος της στιγμής. Από την άλλη, εξέθεσε συνολικά την κυβέρνηση και προσωπικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Γιατί όταν ένας στενός συνεργάτης σου δεν παίρνει την αυτονόητη απόφαση εγκαίρως, τότε το πρόβλημα δεν είναι πια ατομικό. Μετατρέπεται σε πολιτικό ζήτημα διαχείρισης.
Και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα. Γιατί η σιωπή μεταφράζεται ως αδυναμία και η καθυστέρηση ως έλλειψη ελέγχου. Μια υπόθεση που θα μπορούσε να κλείσει γρήγορα, μετατράπηκε σε φθορά με διάρκεια. Και αυτή η διάρκεια έχει πάντα αποτύπωμα. Όχι μόνο στον πρωταγωνιστή, αλλά σε όλο το πολιτικό περιβάλλον που τον περιβάλλει.
Δεν είναι τυχαίο ότι άρχισαν να εμφανίζονται αποστάσεις από το εσωτερικό. Η Ντόρα Μπακογιάννη, με την εμπειρία που διαθέτει, δεν χρειάστηκε πολλά για να στείλει το μήνυμα. Μια ήπια αλλά σαφής διαφοροποίηση ήταν αρκετή για να καταλάβουν όλοι ότι το περιθώριο είχε τελειώσει. Όταν οι πιο ψύχραιμες φωνές αρχίζουν να αδειάζουν, τότε το τέλος δεν είναι κοντά. Έχει ήδη έρθει.
Και πριν από αυτό, είχε προηγηθεί η πιο κομψή αλλά και πιο ουσιαστική κριτική. Η Δόμνα Μιχαηλίδου έθεσε το ζήτημα εκεί που πραγματικά πονάει. Στο επίπεδο, στην επάρκεια, στην ανάγκη οι άνθρωποι που βρίσκονται σε θέσεις ευθύνης να έχουν τα στοιχειώδη εφόδια. Χωρίς φωνές, χωρίς επιθέσεις, αλλά με μια καθαρότητα που δεν άφηνε πολλά περιθώρια παρερμηνείας.
Όμως όλα αυτά είναι δευτερεύοντα μπροστά στο βασικό. Ότι ο ίδιος ο Λαζαρίδης είχε την ευκαιρία να κλείσει την υπόθεση γρήγορα και δεν το έκανε. Ότι προτίμησε να εξαντλήσει τον χρόνο αντί να προστατεύσει την πολιτική του αξιοπρέπεια. Και αυτό είναι που τελικά μένει. Όχι το λάθος, αλλά η διαχείρισή του.
Στο τέλος, η παραίτηση ήρθε. Όπως έρχεται πάντα όταν δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Αλλά τότε δεν έχει την ίδια αξία. Δεν είναι πράξη ευθύνης. Είναι απλώς η καθυστερημένη παραδοχή ενός λάθους που όλοι είχαν ήδη καταγράψει.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ειρωνικό στοιχείο της υπόθεσης. Ότι σε μια εποχή που όλοι μιλούν για λογοδοσία, το πιο δύσκολο πράγμα παραμένει το πιο απλό.
Να αναλάβεις την προσωπική σου ευθύνη την ώρα που πρέπει. Όχι όταν σε προλάβει η πραγματικότητα. Όσο γλυκιά και να είναι η αυλή…