Θαλάσσια πάρκα, κυριαρχία και η νέα γεωπολιτική του Αιγαίου

Η τουρκική πρωτοβουλία για θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο ανοίγει ένα νέο πεδίο ανταγωνισμού, όπου η περιβαλλοντική πολιτική, το διεθνές δίκαιο, οι θαλάσσιες ζώνες και η παρουσία στο πεδίο συνδέονται με τη στρατηγική επιρροή.

Θαλάσσια πάρκα, κυριαρχία και η νέα γεωπολιτική του Αιγαίου
EUROKINISSI

Η ανακοίνωση της Τουρκίας για τη δημιουργία θαλάσσιων πάρκων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως μια περιβαλλοντική πρωτοβουλία, η οποία εξαντλείται στην προστασία οικοσυστημάτων και στην εφαρμογή διεθνών δεσμεύσεων για τη βιοποικιλότητα. Στη γεωπολιτική του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, σχεδόν κάθε διοικητική, περιβαλλοντική ή αναπτυξιακή πράξη που συνδέεται με τον θαλάσσιο χώρο αποκτά ευρύτερη σημασία, επειδή τοποθετείται πάνω σε έναν χάρτη όπου οι αρμοδιότητες, οι θαλάσσιες ζώνες και τα κυριαρχικά δικαιώματα αποτελούν αντικείμενο διαρκούς αντιπαράθεσης.

Το κρίσιμο ερώτημα αφορά το κατά πόσον η τουρκική πρωτοβουλία μπορεί να δημιουργήσει τετελεσμένα σε επίπεδο διεθνούς δικαίου και ποια πρέπει να είναι η ελληνική απάντηση. Η προσέγγιση χρειάζεται ψυχραιμία, νομική ακρίβεια και στρατηγική συνέπεια. Μια μονομερής χαρτογράφηση προστατευόμενων περιοχών δεν μεταβάλλει αυτομάτως τα διεθνή σύνορα ή την έκταση των κυριαρχικών δικαιωμάτων. Παράλληλα, κάθε τέτοια κίνηση μπορεί να αποκτήσει πολιτική σημασία όταν εντάσσεται σε μια ευρύτερη και μακροχρόνια προσπάθεια άσκησης παρουσίας και διαμόρφωσης αντιλήψεων γύρω από αμφισβητούμενες περιοχές.

Όταν η περιβαλλοντική πολιτική συναντά τη γεωπολιτική

Τα θαλάσσια πάρκα αποτελούν σήμερα σημαντικό εργαλείο περιβαλλοντικής πολιτικής. Η προστασία της βιοποικιλότητας, η διαχείριση των αλιευτικών δραστηριοτήτων και η αποκατάσταση θαλάσσιων οικοσυστημάτων έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα, ενώ οι διεθνείς δεσμεύσεις για την επέκταση των προστατευόμενων περιοχών οδηγούν πολλά κράτη σε νέες πρωτοβουλίες.

Η επιλογή της Τουρκίας να προχωρήσει στη δημιουργία αντίστοιχων περιοχών δεν αποτελεί από μόνη της παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Η σημασία της πρωτοβουλίας εξαρτάται από τη γεωγραφική θέση και την έκταση των περιοχών που περιλαμβάνονται στους σχεδιασμούς, καθώς και από το ευρύτερο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών διαφορών.

Στο Αιγαίο, η Τουρκία διατηρεί επί δεκαετίες θέσεις που αμφισβητούν την έκταση των ελληνικών δικαιωμάτων στη θάλασσα. Στην Ανατολική Μεσόγειο, οι διαφωνίες γύρω από την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς η περιοχή συνδέεται με ενεργειακούς πόρους, θαλάσσιες υποδομές και εμπορικούς διαδρόμους.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ένα θαλάσσιο πάρκο μπορεί να αποκτήσει και γεωπολιτική λειτουργία. Η ανακήρυξη μιας περιοχής συνοδεύεται από κανονισμούς, επιστημονική παρακολούθηση, χαρτογράφηση δραστηριοτήτων και παρουσία κρατικών αρχών. Όταν τέτοιες πρακτικές εφαρμόζονται σε περιοχές όπου υπάρχουν αντικρουόμενες διεκδικήσεις, η περιβαλλοντική διοίκηση μπορεί να ενισχύσει την εικόνα μιας συγκεκριμένης κρατικής αρμοδιότητας.

Η Άγκυρα έχει δείξει διαχρονικά ότι επιδιώκει να προβάλλει τις θέσεις της μέσα από διαφορετικά πεδία πολιτικής. Έρευνες, NAVTEX, αλιευτικές δραστηριότητες, ενεργειακές πρωτοβουλίες και περιβαλλοντικές ρυθμίσεις μπορούν να ενταχθούν σε μια ευρύτερη στρατηγική παρουσίας. Η περιβαλλοντική διάσταση αποκτά, επομένως, ιδιαίτερη σημασία σε μια περιοχή όπου κάθε μορφή κρατικής δραστηριότητας μπορεί να παράγει πολιτικά αποτελέσματα.

Τα τετελεσμένα δημιουργούνται μέσα από τη διάρκεια

Η μονομερής ανακήρυξη ενός θαλάσσιου πάρκου δεν μπορεί από μόνη της να δημιουργήσει κυριαρχία ούτε να επιλύσει υπέρ του κράτους που το ανακηρύσσει μια διαφορά σχετικά με την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας ή ΑΟΖ. Οι θαλάσσιες ζώνες και τα κυριαρχικά δικαιώματα διέπονται από το διεθνές δίκαιο και, όπου υπάρχουν επικαλυπτόμενες διεκδικήσεις, μια μονομερής διοικητική πράξη δεν δεσμεύει το άλλο ενδιαφερόμενο κράτος.

Η νομική αυτή διαπίστωση, όμως, δεν εξαντλεί την πολιτική διάσταση. Στο διεθνές σύστημα, η δημιουργία τετελεσμένων μπορεί να συνδέεται με τη συσσώρευση ενεργειών, τη διάρκεια μιας πρακτικής και την απουσία αποτελεσματικής αντίδρασης. Η διοικητική παρουσία, η επιβολή κανονισμών, η άσκηση ελέγχων και η διεθνής προβολή μιας περιοχής ως χώρου υπό συγκεκριμένη εθνική διαχείριση μπορούν σταδιακά να επηρεάσουν το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο συζητούνται οι διεκδικήσεις.

Εδώ βρίσκεται η ουσία της ελληνικής πρόκλησης. Η Αθήνα δεν χρειάζεται να αποδώσει στην τουρκική κίνηση μια νομική ισχύ που δεν διαθέτει. Χρειάζεται, όμως, να αποτρέψει τη δημιουργία μιας αντίληψης σύμφωνα με την οποία η Τουρκία ασκεί αρμοδιότητες σε περιοχές όπου η Ελλάδα έχει δικαιώματα ή νόμιμες αξιώσεις.

Η ελληνική αντίδραση οφείλει, επομένως, να είναι έγκαιρη και σαφής. Χρειάζεται νομική τεκμηρίωση που να προσδιορίζει τις περιοχές οι οποίες επηρεάζονται και τα δικαιώματα που ενδέχεται να αμφισβητούνται. Παράλληλα, πρέπει να καθίσταται σαφές ότι η Ελλάδα δεν αποδέχεται, ούτε ρητά ούτε σιωπηρά, οποιαδήποτε ερμηνεία θα μπορούσε να προδικάσει μελλοντικές οριοθετήσεις ή να περιορίσει τα δικαιώματα που απορρέουν από τη γεωγραφία των ελληνικών νησιών.

Η Ελλάδα χρειάζεται δική της στρατηγική

Η Αθήνα έχει ήδη κινηθεί προς την κατεύθυνση της δημιουργίας θαλάσσιων πάρκων, εντάσσοντας την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος σε μια ευρύτερη εθνική στρατηγική. Η επιλογή αυτή μπορεί να προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα, εφόσον συνδεθεί με την επιστημονική γνώση, την ευρωπαϊκή πολιτική και τη συστηματική διαχείριση του ελληνικού θαλάσσιου χώρου.

Η ελληνική στρατηγική χρειάζεται θετικό και αυτόνομο περιεχόμενο. Κάθε τουρκική πρωτοβουλία δεν μπορεί να οδηγεί αυτομάτως σε μια αντίστοιχη ελληνική ανακοίνωση χωρίς συνολικό σχεδιασμό. Η χώρα χρειάζεται ένα συνεκτικό δίκτυο προστατευόμενων θαλάσσιων περιοχών, το οποίο θα στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα και θα συνδέεται με τη βιώσιμη αλιεία, τον τουρισμό, την έρευνα και την προστασία των οικοσυστημάτων.

Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό πλεονέκτημα ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως χώρα που συμμετέχει πλήρως στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς περιβαλλοντικής πολιτικής. Η αξιοποίηση αυτού του πλεονεκτήματος προϋποθέτει συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη μέλη και τους διεθνείς οργανισμούς που ασχολούνται με τη θαλάσσια προστασία.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η χαρτογραφική διάσταση. Οι χάρτες που κατατίθενται σε διεθνείς οργανισμούς, οι γεωγραφικές αποτυπώσεις προστατευόμενων περιοχών και τα στοιχεία που ενσωματώνονται σε διεθνείς βάσεις δεδομένων αποκτούν πολιτική βαρύτητα. Η Ελλάδα χρειάζεται συνεχή παρακολούθηση αυτών των διαδικασιών, ώστε να παρεμβαίνει έγκαιρα όταν επιχειρείται να εμφανιστούν αμφισβητούμενες περιοχές ως χώροι αποκλειστικής τουρκικής αρμοδιότητας.

Η περιβαλλοντική πολιτική μπορεί έτσι να αποτελέσει πεδίο ενίσχυσης της ελληνικής θέσης, εφόσον εφαρμόζεται με συνέπεια και μακροχρόνιο σχεδιασμό. Η προστασία του φυσικού πλούτου του Αιγαίου μπορεί να συνδεθεί με μια συνολική πολιτική παρουσίας, μέσα από την οποία η Ελλάδα θα επιβεβαιώνει στην πράξη την ικανότητά της να διαχειρίζεται και να προστατεύει τον θαλάσσιο χώρο της.

Το διεθνές δίκαιο χρειάζεται και πρακτική εφαρμογή

Η επίκληση του διεθνούς δικαίου αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ελληνικής στρατηγικής. Η αποτελεσματικότητά της ενισχύεται όταν συνοδεύεται από συνεπή παρουσία και από την πρακτική δυνατότητα εφαρμογής των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτό.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περιοχή όπου η θεωρητική συζήτηση για τις θαλάσσιες ζώνες συνδέεται άμεσα με την καθημερινή πραγματικότητα της ναυσιπλοΐας, της αλιείας, της επιστημονικής έρευνας, της διάσωσης και της προστασίας του περιβάλλοντος. Η άσκηση αρμοδιοτήτων σε όλα αυτά τα πεδία αποτελεί μέρος της συνολικής εικόνας ενός κράτους που παρακολουθεί και διαχειρίζεται αποτελεσματικά τον θαλάσσιο χώρο του.

Η νομική απάντηση στην τουρκική πρωτοβουλία χρειάζεται, επομένως, να συνοδεύεται από επιχειρησιακή συνέπεια. Το Λιμενικό Σώμα, οι περιβαλλοντικές υπηρεσίες, οι επιστημονικοί φορείς και, όπου απαιτείται, οι αρμόδιες κρατικές αρχές μπορούν να ενισχύσουν την ελληνική παρουσία στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους.

Στο διπλωματικό επίπεδο, η Αθήνα χρειάζεται να εξηγήσει στους εταίρους και στους συμμάχους της ότι το ζήτημα αφορά τη μονομερή άσκηση αρμοδιοτήτων σε περιοχές όπου υπάρχουν αντικρουόμενες θέσεις. Η τεκμηρίωση αυτής της διάστασης είναι αναγκαία, επειδή η διεθνής κοινότητα αντιμετωπίζει συχνά τις περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες ως κατεξοχήν θετικές, χωρίς να εξετάζει πάντοτε τη γεωπολιτική τους διάσταση.

Η Ελλάδα έχει συμφέρον να διαχωρίζει την πραγματική περιβαλλοντική συνεργασία από κάθε προσπάθεια αξιοποίησης της οικολογικής πολιτικής για την προώθηση μονομερών διεκδικήσεων. Η προστασία του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου αποτελεί κοινό συμφέρον των χωρών της περιοχής και μπορεί να προσφέρει πεδίο συνεργασίας, εφόσον αυτή στηρίζεται σε αμοιβαία αποδεκτούς κανόνες και στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου.

Ένας ανταγωνισμός που μεταφέρεται σε νέα πεδία

Η συζήτηση για τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα αποκαλύπτει μια ευρύτερη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται ο ανταγωνισμός στην περιοχή. Οι γεωπολιτικές διεκδικήσεις μεταφέρονται σε νέα πεδία, όπου η σύγκρουση δεν εμφανίζεται πάντοτε με τη μορφή μιας άμεσης κρίσης. Η περιβαλλοντική πολιτική, ο ενεργειακός σχεδιασμός, η επιστημονική έρευνα και ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός μπορούν να διαμορφώσουν πολιτικά δεδομένα με μακροχρόνια επίδραση.

Η Ελλάδα χρειάζεται να προετοιμαστεί για αυτή τη μορφή ανταγωνισμού μέσα από μόνιμους μηχανισμούς παρακολούθησης και συντονισμό μεταξύ των αρμόδιων υπουργείων και φορέων. Χρειάζεται επίσης να ολοκληρώνει τους δικούς της σχεδιασμούς με θεσμική συνέχεια. Τα θαλάσσια πάρκα, ο χωροταξικός σχεδιασμός, οι προστατευόμενες περιοχές και οι ενεργειακές δραστηριότητες αποτελούν τμήματα μιας ευρύτερης εικόνας, η οποία καθορίζει τη σχέση της χώρας με τον θαλάσσιο χώρο.

Η τουρκική πρωτοβουλία δεν μεταβάλλει από μόνη της το διεθνές νομικό καθεστώς του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Η σημασία της βρίσκεται στη δυνατότητα που μπορεί να έχει, εφόσον ενταχθεί σε μια διαρκή πρακτική, να ενισχύσει πολιτικές διεκδικήσεις και να επηρεάσει τη διεθνή αντίληψη για περιοχές όπου υφίστανται ανοιχτά ζητήματα.

Απέναντι σε αυτή τη διαδικασία, η Ελλάδα χρειάζεται μια στρατηγική που θα συνδυάζει το διεθνές δίκαιο, την ενεργητική διπλωματία και την ουσιαστική παρουσία στο πεδίο. Χρειάζεται να επενδύσει στην πραγματική προστασία του περιβάλλοντος, να ενισχύσει την επιστημονική και διοικητική της ικανότητα και να αξιοποιήσει το ευρωπαϊκό πλαίσιο με τρόπο που θα υπηρετεί μια συνεκτική εθνική στρατηγική.

Στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, οι χάρτες, οι ανακοινώσεις και οι νομικές θέσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία. Καθοριστική παραμένει, όμως, η ικανότητα ενός κράτους να μετατρέπει τις θέσεις του σε σταθερή, ειρηνική και αποτελεσματική πολιτική παρουσία. Σε αυτή τη διάρκεια και σε αυτή τη συνέπεια θα κριθεί τελικά και η αξία της ελληνικής απάντησης απέναντι στη νέα τουρκική πρωτοβουλία.