Θα κάνει ξανά ο Ρουβίκωνας τη Θεσσαλονίκη πόλη του αντισημιτικού φόβου;
Η εμφάνιση οργανωμένης πολιτικής ομάδας που κινήθηκε στους δρόμους της Θεσσαλονίκης για να στοχοποιήσει επιχειρήσεις εξαιτίας της πραγματικής ή της υποτιθέμενης σχέσης τους με το Ισραήλ αποτελεί μια βαθιά προσβολή της ιστορικής μνήμης της πόλης και μια σοβαρή πρόκληση απέναντι στις αρχές του κράτους δικαίου.
Ο δημόσιος χώρος αποτελεί τον κατεξοχήν χώρο της ελευθερίας, της ισονομίας και της ειρηνικής συνύπαρξης. Για τον λόγο αυτό κάθε οργανωμένη ενέργεια που επιχειρεί να επιβάλει φόβο ή να καθορίσει ποιος δικαιούται να δραστηριοποιείται χωρίς πίεση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η πρόσφατη εμφάνιση μελών του Ρουβίκωνα στη Θεσσαλονίκη, τα οποία κινήθηκαν οργανωμένα επιλέγοντας επιχειρήσεις που, κατά τη δική τους αντίληψη, συνδέονται με το Ισραήλ, υπερβαίνει, τα όρια της στόχευσης οποιασδήποτε πολιτικής διαμαρτυρίας.
Το ουσιαστικό ζήτημα δεν αφορά τον τίτλο που επέλεξαν οι ίδιοι για να περιγράψουν τη δράση τους, αλλά την ίδια την πράξη. Μια οργανωμένη πολιτική συλλογικότητα εμφανίστηκε στους δρόμους μιας μεγάλης πόλης, επέλεξε στόχους, κινήθηκε συντεταγμένα και επιχείρησε να ασκήσει πίεση σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις μέσω της φυσικής της παρουσίας. Μια τέτοια πρακτική παραπέμπει στη λογική μιας αυτόκλητης τρομοκρατικής μιλίτσιας που διεκδικεί ρόλο επιτήρησης στον δημόσιο χώρο, υποκαθιστώντας συμβολικά λειτουργίες που ανήκουν αποκλειστικά στη νόμιμη Πολιτεία και υπόκεινται στο νόμο και τον έλεγχο της δικαιοσύνης.
Η δημοκρατία δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την ιδέα πως ιδιωτικές πολιτικές ομάδες αποφασίζουν ποιες επιχειρήσεις θα βρεθούν στο στόχαστρο της οργανωμένης πίεσης επειδή διαφωνούν με τις απόψεις ή τις πολιτικές τους επιλογές. Η άσκηση πίεσης μέσω οργανωμένης παρουσίας δημιουργεί ένα κλίμα φόβου που αλλοιώνει τον χαρακτήρα του δημόσιου χώρου και πλήττει την ελεύθερη οικονομική και κοινωνική ζωή.
Η Θεσσαλονίκη κουβαλά μια ιστορία που επιβάλλει ευθύνη απέναντι στον αντισημιτισμό
Η συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά πολύ μεγαλύτερο βάρος επειδή εκτυλίχθηκε στη Θεσσαλονίκη. Πρόκειται για την πόλη που επί πέντε αιώνες υπήρξε μία από τις σημαντικότερες εστίες του σεφαραδίτικου εβραϊσμού στον κόσμο. Η εβραϊκή κοινότητα υπήρξε οργανικό στοιχείο της ταυτότητας της πόλης, της οικονομικής της ανάπτυξης και της πολιτιστικής της φυσιογνωμίας.
Η ίδια πόλη γνώρισε το πογκρόμ στη συνοικία Κάμπελ το 1931. Είδε χιλιάδες Εβραίους Θεσσαλονικείς να εξευτελίζονται στην Πλατεία Ελευθερίας το καλοκαίρι του 1942 και λίγο αργότερα σχεδόν ολόκληρη την εβραϊκή της κοινότητα να οδηγείται στα στρατόπεδα εξόντωσης, αφήνοντας πίσω ένα τεράστιο ιστορικό και πολιτιστικό κενό.
Η εικόνα οργανωμένων πολιτικών ομάδων να κινούνται σήμερα στους ίδιους δρόμους του κέντρου και του Ρεζή Βαρδάρ, επιλέγοντας πρόσωπα και επιχειρήσεις εξαιτίας της σχέσης τους με το Ισραήλ, φέρνει μνήμες υπαρκτές ακόμα και σήμερα στην Θεσσαλονίκη. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται αυτούσια, όμως η ιστορική μνήμη επιβάλλει αυξημένη ευαισθησία απέναντι σε κάθε πρακτική συλλογικής στοχοποίησης.
Ο αντισιωνισμός ως πολιτικό περίβλημα
Η κριτική προς την κυβέρνηση του Ισραήλ αποτελεί απολύτως θεμιτό στοιχείο του δημόσιου διαλόγου. Το ίδιο ισχύει για την υπεράσπιση της παλαιστινιακής υπόθεσης, της αντίθετης ή και οποιασδήποτε πολιτικής άποψης. Η στοχοποίηση προσώπων και επιχειρήσεων όμως λόγω της πραγματικής ή της υποτιθέμενης σχέσης τους με το Ισραήλ αποτελεί παρόντα και ενεργό αντισημιτισμό, ο οποίος επιχειρεί να αποκτήσει πολιτική νομιμοποίηση μέσα από ένα αριστερό ιδεολογικό περίβλημα και την επίκληση του αντισιωνισμού.
Η επίκληση δε, πολιτικών απόψεων χάνει το ηθικό της κύρος όταν συνοδεύεται από πρακτικές τρομοκρατίας και δημόσιας στοχοποίησης. Η ελευθερία της έκφρασης προστατεύεται από το Σύνταγμα, όμως η κοινωνία οφείλει να διακρίνει την πολιτική διαμαρτυρία από πρακτικές που επιδιώκουν να επιβάλουν φόβο σε πολίτες και επαγγελματίες.
Η Πολιτεία οφείλει να εξετάσει την εφαρμογή του αντιρατσιστικού νόμου
Η ελληνική Πολιτεία οφείλει να εξετάσει με ιδιαίτερη σοβαρότητα κατά πόσον πρακτικές όπως η συγκεκριμένη εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του αντιρατσιστικού νόμου. Ο αντιρατσιστικός νόμος θεσπίστηκε ακριβώς για να προστατεύει ομάδες και πρόσωπα από πρακτικές που καλλιεργούν το μίσος, τη συλλογική ενοχοποίηση και την κοινωνική στοχοποίηση, ανεξάρτητα από την ιδεολογική ταυτότητα όσων τις υιοθετούν. Για τον λόγο αυτό οι αρμόδιες εισαγγελικές αρχές οφείλουν να εξετάσουν αν τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας.
Η ίση εφαρμογή του νόμου αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση της δημοκρατίας. Καμία ιδεολογία, καμία πολιτική ταυτότητα και κανένας δηλωμένος σκοπός δεν θα έπρεπε, να λειτουργεί ως λόγος επιείκειας όταν εξετάζονται πρακτικές που ενδέχεται να θίγουν θεμελιώδη δικαιώματα πολιτών.
Η ιστορική μνήμη δεν επιτρέπει αδιαφορία
Η Θεσσαλονίκη έχασε σχεδόν ολοκληρωτικά την εβραϊκή της κοινότητα, ύστερα από πέντε αιώνες αδιάλειπτης παρουσίας. Η μνήμη του Κάμπελ, της Πλατείας Ελευθερίας και του Ολοκαυτώματος δεν αποτελεί μόνο ιστορική γνώση, αλλά διαρκή υπενθύμιση του πού μπορεί να οδηγήσει η συλλογική στοχοποίηση όταν η κοινωνία συνηθίζει εικόνες εκφοβισμού και αποκλεισμού.
Η συγκεκριμένη υπόθεση όφειλε να προκαλέσει πολύ ευρύτερη πολιτική και κοινωνική αντίδραση. Οι δρόμοι της Θεσσαλονίκης, στους οποίους γράφτηκαν ορισμένες από τις πιο τραγικές σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, δεν μπορούν να μετατρέπονται σε πεδίο οργανωμένων ενεργειών που στοχοποιούν ξανά τους Εβραίους, όπως έκαναν οι τριεψιλίτες του μεσοπολέμου και οι ναζί στο Ολοκαύτωμα. Η δημοκρατία προστατεύεται όταν η Πολιτεία εφαρμόζει τους νόμους με συνέπεια, όταν η κοινωνία υπερασπίζεται τη μνήμη της και όταν καμία μορφή πολιτικού εκφοβισμού δεν αποκτά ανοχή λόγω της αριστερής ιδεολογικής της προέλευσης.