Σκόρπιες σκέψεις για την τέχνη της υπογραφής

Με αφορμή την υπόθεση εμπορίας των πλαστών έργων από συλλέκτη και τις πρόσφατες αποκαλύψεις για την ταυτότητα του Banksy: ένας προβληματισμός για την αγορά της τέχνης.

Σκόρπιες σκέψεις για την τέχνη της υπογραφής
Εργο του Banksy.

Η πρόσφατη υπόθεση του γνωστού γκαλερίστα, με το κατηγορητήριο να αναφέρει ότι από τα 321 έργα που βρέθηκαν στην κατοχή του μόνο τα 7 κρίθηκαν γνήσια, και με τον περιοριστικό όρο να του επιτρέπει ενασχόληση μόνο με πίνακες που έχουν πιστοποιητικό γνησιότητας, προκαλεί, ανάμεσα σε άλλα, συνειρμικά ένα ολόκληρο προβληματισμό προς άλλη κατεύθυνση από την ποινική ιστορία.

Τα της ποινικής ιστορίας, ούτως ή άλλως, αποτελούν αντικείμενο αστυνομικού ρεπορτάζ και όχι αυτής της στήλης. Όμως, ένα διαφορετικό ερώτημα ανακύπτει, το οποίο αφορά την αγορά της τέχνης. Τί ακριβώς αγοράζεται ή, καλύτερα, τι ακριβώς είναι αυτό που διεκδικεί την υψηλότερη τιμή; Το ίδιο το έργο; Η υπογραφή; Το χαρτί που βεβαιώνει την υπογραφή; Ή το κύρος που συνοδεύει την κατοχή τους; Ένα μέρος της αγοράς τέχνης δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την ίδια την τέχνη. Ενδιαφέρεται για το κύρος της κατοχής της. Ο πίνακας γίνεται επένδυση. Κοινωνικό διακριτικό. Αξεσουάρ ισχύος. Τεκμήριο γούστου για κλειστούς κύκλους.

Σε αυτή τη λογική, ο συλλέκτης δεν αγοράζει πάντα μια αισθητική εμπειρία. Άλλωστε, πώς θα μπορούσε; Είναι άυλη εκείνη και δεν αγοράζεται. Αγοράζει, όμως, το δικαίωμα να πει ότι έχει το «αληθινό». Και μαζί με αυτό αγοράζει κάτι ακόμη ακριβότερο – μια συμβολική υπεροχή απέναντι σε όσους δεν το έχουν.

Γι’ αυτό η λεπτομέρεια με το πιστοποιητικό γνησιότητας είναι τόσο αποκαλυπτική. Η αγορά τέχνης δεν εμπορεύεται απλά έργα. Το έργο συνοδεύεται από έναν δεύτερο μηχανισμό, σχεδόν εξίσου πολύτιμο με το ίδιο: τον μηχανισμό που έχει την εξουσία να πει τι είναι αυθεντικό. Κάποτε ο Walter Benjamin δεν περιέγραφε την «αύρα» του έργου τέχνης ως εκείνη τη μοναδική του παρουσία στον χρόνο και τον χώρο, κάτι που δεν αναπαράγεται;

Η επίσης πρόσφατη συζήτηση γύρω από την ταυτότητα του Banksy φωτίζει το ίδιο σημείο από άλλη πλευρά. Η έρευνα του Reuters δεν έδειξε μόνο ποιος μπορεί να είναι ο άνθρωπος πίσω από τον μύθο. Έδειξε και τον ρόλο της Pest Control Office, του φορέα που πιστοποιεί ποιο έργο είναι πράγματι Banksy.

Ένας καλλιτέχνης που ξεκίνησε ως ανώνυμη παρέμβαση στον δρόμο κατέληξε να περιβάλλεται από έναν αυστηρό μηχανισμό πιστοποίησης. Η ανωνυμία του έγινε μέρος της αξίας. Και τελικά μέρος του ίδιου του προϊόντος.

Στην ελληνική υπόθεση, η αγορά φαίνεται να γέμισε με έργα που παρουσιάζονταν ως αυθεντικά χωρίς να είναι. Στην περίπτωση του Banksy, η αγορά στηρίζεται στην ικανότητα ενός μηχανισμού να απονέμει με εγκυρότητα το δικαίωμα του «αυθεντικού». Και στις δύο περιπτώσεις, το κέντρο βάρους μετακινείται από την εικόνα στην υπογραφή.

Αν ρίξουμε μια γρήγορη ματιά στους μεγάλους θεωρητικούς των πολιτισμικών σπουδών, θα θυμηθούμε ότι ο John Berger είχε γράψει ότι ο τρόπος που βλέπουμε ένα έργο επηρεάζεται από το πλαίσιο μέσα στο οποίο το συναντάμε, ενώ ο Pierre Bourdieu, επέμενε ότι το γούστο λειτουργεί συχνά ως κοινωνικό εργαλείο διάκρισης. Η τέχνη, σε αυτή τη συνθήκη, δεν είναι μόνο εμπειρία. Είναι και τρόπος να δείξεις πού ανήκεις.

Η τέχνη, που υποτίθεται πως ανοίγει πεδία εμπειρίας και σκέψης, λειτουργεί ολοένα συχνότερα σαν χρηματοοικονομικό προϊόν με κορνίζα. Το έργο ενδιαφέρει λιγότερο από το όνομα που κουβαλά. Το βλέμμα σταματά στην υπογραφή πριν φτάσει στην εικόνα.

Και μαζί μ’ αυτό αλλάζει και η σχέση του κοινού με την τέχνη. Υπάρχουν κι αυτοί – πόσοι άραγε; – που δεν αγοράζουν ένα έργο για να ζήσουν μαζί του. Το αγοράζουν για να επενδύσουν, να επιδειχθούν, να μπουν στον σωστό κύκλο, να κατοχυρώσουν ένα είδος εκλεπτυσμένου ναρκισσισμού. Η τέχνη εκεί γίνεται καθρέφτης status.

Και ο Banksy, ένας καλλιτέχνης που ξεκίνησε ως ανώνυμη παρέμβαση στον δρόμο και αντι-θεσμική χειρονομία, κατέληξε να περιβάλλεται από έναν μηχανισμό πιστοποίησης που καθορίζει τι μετρά ως αυθεντικό και τι όχι. Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η ανωνυμία του δεν έμεινε ελευθερία, αλλά έγινε brand.

Μήπως τελικά αυτό να είναι το ακριβότερο εμπόρευμα της αγοράς τέχνης σήμερα; Η δυνατότητα του να πεις —και να πείσεις— ότι κατέχεις το αυθεντικό;

Αναφορές: Η Εικόνα και το Βλέμμα, John Berger, εκδ. Μεταίχμιο Η διάκριση, Pierre Bourdieu, εκδ. Πατάκης Για το έργο τέχνης – Τρία δοκίμια, Walter Benjamin, εκδ. Πλέθρον