Συνταγματική Αναθεώρηση με φιλοδοξίες και όρια;

Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας επιχειρεί να μεταφέρει το ελληνικό συνταγματικό πλαίσιο στον 21ο αιώνα, όμως η έκτασή της αναδεικνύει ταυτόχρονα τις δυσκολίες μιας αναθεώρησης που θέλει να απαντήσει σε πολλά διαφορετικά αιτήματα της εποχής

Συνταγματική Αναθεώρηση με φιλοδοξίες και όρια;
ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Πενήντα ένα χρόνια μετά την ψήφιση του Συντάγματος του 1975 και επτά χρόνια μετά την προηγούμενη αναθεωρητική διαδικασία, η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση τριάντα και πλέον συνταγματικών διατάξεων φιλοδοξεί να αποτελέσει τη σημαντικότερη θεσμική παρέμβαση των τελευταίων δεκαετιών. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που εκτείνεται από τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και τη δημόσια διοίκηση έως την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική αλλαγή, την ανώτατη εκπαίδευση και τη στεγαστική πολιτική. Η έκτασή της αποκαλύπτει μια συγκεκριμένη αντίληψη για τον ρόλο του Συντάγματος στη σύγχρονη εποχή. Η κυβερνητική πλειοψηφία θεωρεί ότι ο καταστατικός χάρτης της χώρας οφείλει να ενσωματώνει όχι μόνο τις θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατικής οργάνωσης, αλλά και τις μεγάλες κοινωνικές, τεχνολογικές και οικονομικές προκλήσεις του παρόντος.

Η συζήτηση που ανοίγει η πρόταση δεν περιορίζεται επομένως σε τεχνικά συνταγματικά ζητήματα. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη σχέση μεταξύ πολιτικής, κράτους και κοινωνίας κατά τις επόμενες δεκαετίες. Για τον λόγο αυτό, η αποτίμησή της απαιτεί μια προσέγγιση που θα αναγνωρίζει τις πραγματικές μεταρρυθμιστικές της φιλοδοξίες, χωρίς να παραβλέπει τις αδυναμίες και τις εσωτερικές της αντιφάσεις.

Μια συνεκτική μεταρρυθμιστική φιλοσοφία

Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της πρότασης είναι ότι παρουσιάζει μεγαλύτερη ιδεολογική και θεσμική συνοχή σε σχέση με προηγούμενες αναθεωρήσεις. Στο παρελθόν, αρκετές συνταγματικές μεταβολές προέκυψαν ως αποτέλεσμα συγκυριακών συμβιβασμών μεταξύ κομμάτων ή ως απάντηση σε επιμέρους πολιτικά αιτήματα. Στην παρούσα περίπτωση διακρίνεται μια περισσότερο συγκροτημένη λογική, η οποία συνδέει μεταξύ τους διαφορετικές παρεμβάσεις.

Η έμφαση στην αξιολόγηση της δημόσιας διοίκησης, στην ενίσχυση της λογοδοσίας των πολιτικών προσώπων, στην ενίσχυση της κυβερνητικής σταθερότητας και στην απελευθέρωση πεδίων που παραδοσιακά αντιμετωπίζονταν με καχυποψία από το ελληνικό πολιτικό σύστημα συνθέτει ένα σαφές μεταρρυθμιστικό αφήγημα. Η φιλοσοφία αυτή αντλεί στοιχεία από τον ευρωπαϊκό θεσμικό φιλελευθερισμό και από την ανάγκη προσαρμογής της χώρας σε ένα περιβάλλον όπου η αποτελεσματικότητα των θεσμών αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η πρόταση δεν περιορίζεται σε παραδοσιακά ζητήματα συνταγματικής οργάνωσης. Η αναφορά στην τεχνητή νοημοσύνη, στη διαγενεακή δικαιοσύνη, στην προστασία των επόμενων γενεών και στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης αποτυπώνει την πρόθεση να ενταχθούν στον συνταγματικό διάλογο ζητήματα που ήδη απασχολούν τις ώριμες δημοκρατίες διεθνώς. Ακόμη και αν αρκετές από αυτές τις διατάξεις έχουν περισσότερο προγραμματικό χαρακτήρα, αντανακλούν μια συνειδητή προσπάθεια επικαιροποίησης του συνταγματικού λόγου.

Παράλληλα, η πρόταση ασχολείται με ζητήματα που βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης εδώ και χρόνια. Η κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, οι δυσλειτουργίες της δημόσιας διοίκησης, η ποιότητα της ανώτατης εκπαίδευσης και η στεγαστική πίεση που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές αποτελούν πραγματικά κοινωνικά προβλήματα. Υπό αυτή την έννοια, η αναθεώρηση δεν μοιάζει αποκομμένη από τις ανάγκες της εποχής.

Οι μεγάλες τομές και η σημασία τους

Ανάμεσα στις επιμέρους προτάσεις, ορισμένες ξεχωρίζουν λόγω της θεσμικής τους βαρύτητας.

Η αναθεώρηση του άρθρου 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών αποτελεί ίσως την πιο αναμενόμενη παρέμβαση. Εδώ και δεκαετίες, το ειδικό καθεστώς μεταχείρισης των κυβερνητικών στελεχών λειτουργούσε ως σημείο τριβής μεταξύ πολιτών και πολιτικού συστήματος. Η αίσθηση ότι οι πολιτικοί απολαμβάνουν ιδιαίτερα προνόμια απέναντι στον νόμο υπονόμευσε την αξιοπιστία των θεσμών. Η ενίσχυση του ρόλου της δικαστικής λειτουργίας στη διερεύνηση πιθανών ποινικών ευθυνών επιχειρεί να αποκαταστήσει μέρος αυτής της χαμένης εμπιστοσύνης.

Αντίστοιχα σημαντική είναι η πρόταση για το άρθρο 16. Το ζήτημα της ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων συνοδεύει τη μεταπολιτευτική ιστορία επί δεκαετίες και έχει μετατραπεί σε ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα της απόκλισης μεταξύ της ελληνικής συνταγματικής πραγματικότητας και των ευρωπαϊκών δεδομένων. Η δυνατότητα λειτουργίας πανεπιστημίων με δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα υπό κρατική εποπτεία αντανακλά μια περισσότερο ανοικτή αντίληψη για την ανώτατη εκπαίδευση και επιχειρεί να αντιμετωπίσει τη συνεχή εκροή φοιτητών προς το εξωτερικό.

Σημαντική είναι και η συνταγματική κατοχύρωση της αξιολόγησης στο Δημόσιο. Πρόκειται για ένα θέμα που συνδέεται με μια βαθύτερη συζήτηση σχετικά με τον χαρακτήρα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Η μονιμότητα αποτέλεσε ιστορικά μια σημαντική κατάκτηση για την προστασία των δημοσίων υπαλλήλων από πολιτικές παρεμβάσεις. Ταυτόχρονα, η απουσία ουσιαστικών μηχανισμών αξιολόγησης περιόρισε συχνά τα κίνητρα βελτίωσης της απόδοσης και της αποτελεσματικότητας. Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας επιδιώκει να μετατοπίσει την ισορροπία προς μια κουλτούρα λογοδοσίας και μέτρησης αποτελεσμάτων.

Στο ίδιο πνεύμα κινούνται και οι ρυθμίσεις που αφορούν την επιστολική ψήφο, τη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων και τη θεσμική θωράκιση ανεξάρτητων αρχών. Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των παρεμβάσεων είναι η επιδίωξη μεγαλύτερης θεσμικής σταθερότητας και η μείωση πεδίων όπου η κομματική αντιπαράθεση παράγει δυσλειτουργίες.

Όταν το Σύνταγμα επιχειρεί να χωρέσει τα πάντα

Η φιλόδοξη έκταση της πρότασης δημιουργεί, ωστόσο, και ορισμένα προβλήματα, με το πρώτο αφορά τον ίδιο τον χαρακτήρα του Συντάγματος. Ιστορικά, τα συντάγματα λειτουργούν ως πλαίσια αρχών και κανόνων που οργανώνουν την πολιτική κοινότητα. Όσο περισσότερες επιμέρους πολιτικές επιλογές ενσωματώνονται στο συνταγματικό κείμενο, τόσο περισσότερο αυξάνεται ο κίνδυνος να μετατραπεί σε ένα είδος γενικού πολιτικού προγράμματος.

Η πρόβλεψη για την προσιτή στέγη, η ειδική αναφορά στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η αξιοποίηση εγκαταλελειμμένων κτηρίων, η διαχείριση των υδάτινων πόρων και μια σειρά άλλων παρεμβάσεων αντανακλούν ασφαλώς υπαρκτές ανάγκες. Παραμένει όμως ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο όλες αυτές οι θεματικές απαιτούν συνταγματική κατοχύρωση ή μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της κοινής νομοθετικής διαδικασίας.

Η δυσκολία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν επιχειρείται η συνταγματική ρύθμιση πεδίων που εξελίσσονται ταχύτατα. Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι τεχνολογικές εξελίξεις μεταβάλλονται με ρυθμούς που δύσκολα μπορούν να προβλεφθούν από ένα συνταγματικό κείμενο το οποίο προορίζεται να διατηρήσει τη σημασία του επί δεκαετίες. Η συνταγματική αναφορά μπορεί να λειτουργήσει ως κατευθυντήρια αρχή, όμως η πραγματική διαχείριση των προκλήσεων θα εξαρτηθεί από τη νομοθεσία και τις δημόσιες πολιτικές που θα ακολουθήσουν.

Ένα δεύτερο ζήτημα αφορά την απουσία ορισμένων μεγάλων θεσμικών μεταρρυθμίσεων. Παρά το εύρος της αναθεώρησης, ζητήματα όπως η αποκέντρωση, η αναβάθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης, η σχέση μεταξύ κυβέρνησης και Βουλής ή οι θεσμοί συμμετοχικής δημοκρατίας δεν βρίσκονται στον πυρήνα της πρότασης. Η επιλογή αυτή δείχνει ότι η κυβέρνηση δίνει προτεραιότητα στη βελτίωση της λειτουργίας των υφιστάμενων θεσμών και λιγότερο στην ανακατανομή εξουσιών εντός του πολιτικού συστήματος.

Η ισορροπία ανάμεσα στον φιλελεύθερο εκσυγχρονισμό και την συντηρητική ταυτότητα

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της πρότασης είναι η προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών αξιακών αναφορών. Δίπλα στις διατάξεις που σχετίζονται με την τεχνολογία, την αξιολόγηση και την ανώτατη εκπαίδευση συναντώνται παρεμβάσεις για την προστασία της ελληνικής γλώσσας και την αναγνώριση της ελληνικής σημαίας ως συμβόλου του έθνους.

Οι αναφορές αυτές έχουν κυρίως συμβολικό χαρακτήρα και επιδιώκουν να εντάξουν την εθνική και πολιτισμική διάσταση στον αναθεωρητικό σχεδιασμό. Αποτυπώνουν την αντίληψη ότι η συνταγματική τάξη δεν αποτελεί μόνο ένα σύστημα κανόνων, αλλά και μια κοινότητα αξιών και ιστορικών αναφορών.

Η επιλογή αυτή θα συζητηθεί έντονα κατά την αναθεωρητική διαδικασία. Ορισμένοι θα θεωρήσουν ότι πρόκειται για εύλογη υπενθύμιση στοιχείων που συγκροτούν τη συλλογική ταυτότητα της χώρας. Άλλοι θα εκτιμήσουν ότι η συνταγματική αναθεώρηση όφειλε να επικεντρωθεί αποκλειστικά σε ζητήματα θεσμικής λειτουργίας. Σε κάθε περίπτωση, οι συγκεκριμένες διατάξεις δεν αποτελούν τον πυρήνα της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, ούτε είναι εκείνες που θα καθορίσουν τη μακροπρόθεσμη επίδρασή της.

Τελικά, η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας αποτυπώνει μια φιλόδοξη προσπάθεια προσαρμογής του ελληνικού συνταγματισμού στις συνθήκες του 21ου αιώνα. Περιλαμβάνει ορισμένες ουσιαστικές τομές που έχουν καθυστερήσει επί δεκαετίες και επιχειρεί να απαντήσει σε πραγματικά προβλήματα του πολιτικού συστήματος και της κοινωνίας. Ταυτόχρονα, η έκτασή της δημιουργεί τον κίνδυνο να χαθεί η εστίαση σε εκείνες τις παρεμβάσεις που διαθέτουν πραγματικά ιστορικό βάρος.

Η επιτυχία της αναθεώρησης δεν θα κριθεί μόνο από τις διατάξεις που θα ψηφιστούν. Θα εξαρτηθεί και από το κατά πόσο οι νέες συνταγματικές προβλέψεις θα συνοδευτούν από θεσμούς, διαδικασίες και πολιτικές πρακτικές που θα τους δώσουν ουσιαστικό περιεχόμενο. Η ιστορία του ελληνικού συνταγματισμού έχει δείξει πολλές φορές ότι η ποιότητα των θεσμών δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το κείμενο των κανόνων, αλλά και από την πολιτική κουλτούρα που τους περιβάλλει. Εκεί θα δοκιμαστούν τελικά και οι φιλοδοξίες της σημερινής αναθεωρητικής πρότασης.