Στις πόσες αστοχίες λέτε να σταματήσετε;
Τα λάθη είναι αναπόφευκτα - Το ζήτημα είναι αν υπάρχει συνέπεια στην αντιμετώπισή τους
Υπάρχει ένα σημείο όπου η αστοχία παύει να θεωρείται μεμονωμένο περιστατικό και αρχίζει να αποκτά χαρακτηριστικά κανονικότητας. Όταν τα ίδια μοτίβα επαναλαμβάνονται σε διαφορετικά πεδία, τότε το πρόβλημα δεν είναι η συγκυρία αλλά η λειτουργία.
Τον τελευταίο μήνα, η δημόσια συζήτηση σημαδεύτηκε από συγκεκριμένα περιστατικά που ενίσχυσαν αυτή την αίσθηση. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Άδωνι Γεωργιάδη, ο οποίος βρέθηκε δύο φορές στο επίκεντρο κριτικής όταν τοποθετήσεις και στοιχεία που παρουσίασε δημόσια αποδείχθηκαν ανακριβή, όπως καταγράφηκε και από τα Ellinika Hoaxes. Τα περιστατικά αυτά δεν περιορίστηκαν σε μια απλή διόρθωση, αλλά άνοιξαν ευρύτερη συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο διασταυρώνονται πληροφορίες πριν φτάσουν στον δημόσιο λόγο.
Την ίδια στιγμή, ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα ανέδειξε αδυναμίες σε επίπεδο οργάνωσης. Η έναρξη της δίκης για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη συνοδεύτηκε από έντονες αντιδράσεις σχετικά με την καταλληλότητα των υποδομών. Παρά το γεγονός ότι είχε προηγηθεί μακρά περίοδος προετοιμασίας και σημαντική οικονομική δαπάνη που πλησίασε τα 2 εκατομμύρια ευρώ για τη διαμόρφωση των αιθουσών, οι χώροι κρίθηκαν ανεπαρκείς για τη διεξαγωγή μιας τόσο κρίσιμης διαδικασίας.
Το συγκεκριμένο γεγονός δεν αποτελεί απλώς ένα οργανωτικό πρόβλημα. Αφορά μια υπόθεση με ιδιαίτερο κοινωνικό βάρος, που σχετίζεται με την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη και στη δυνατότητα του κράτους να διαχειρίζεται σοβαρές υποθέσεις με επάρκεια. Όταν σε τέτοιες περιπτώσεις εμφανίζονται ελλείψεις, το ζήτημα αποκτά θεσμική διάσταση.
Αυτά τα δύο παραδείγματα δεν είναι απομονωμένα. Αντιθέτως, συνθέτουν μια ευρύτερη εικόνα όπου η βιασύνη, η ελλιπής προετοιμασία και η απουσία ουσιαστικού ελέγχου οδηγούν σε επαναλαμβανόμενες αστοχίες. Από τον δημόσιο λόγο μέχρι τη διαχείριση κρίσιμων διαδικασιών, η αίσθηση που διαμορφώνεται είναι ότι δεν υπάρχει ο αναγκαίος μηχανισμός πρόληψης και διόρθωσης.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν γίνονται λάθη. Τα λάθη είναι αναπόφευκτα. Το ζήτημα είναι αν υπάρχει συνέπεια στην αντιμετώπισή τους και αν κάθε αστοχία οδηγεί σε βελτίωση. Όταν όμως παρόμοια περιστατικά επανέρχονται, τότε δημιουργείται η εντύπωση ότι το σύστημα δεν μαθαίνει από τις ίδιες του τις εμπειρίες.
Σε ένα περιβάλλον όπου η δημόσια λογοδοσία είναι πιο έντονη από ποτέ, η ακρίβεια, η προετοιμασία και ο θεσμικός σεβασμός δεν αποτελούν απλώς ζητούμενα, αλλά προϋποθέσεις λειτουργίας.
Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα επανέρχεται με τρόπο σχεδόν αυτονόητο.
Στις πόσες αστοχίες λέτε να σταματήσετε; Ή, έστω, να αναρωτηθείτε;