Στα Προσφυγικά της Αλεξάνδρας, η γνώμη των καταληψιών συγκρούεται με τις δημοκρατικές αποφάσεις για τον δημόσιο χώρο

Η ανάπλαση ενός συγκροτήματος με ιστορική σημασία εξελίχθηκε σε σύγκρουση γύρω από τη νομιμοποίηση, τη δημόσια περιουσία και τα όρια της πολιτικής πίεσης

Στα Προσφυγικά της Αλεξάνδρας, η γνώμη των καταληψιών συγκρούεται με τις δημοκρατικές αποφάσεις για τον δημόσιο χώρο
(ΔΑΝΑΗ ΔΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ / EUROKINISSI)

Η αντιπαράθεση γύρω από τα Προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας παρουσιάζεται τις τελευταίες ημέρες ως μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την πόλη. Στην πραγματικότητα όμως το διακύβευμα είναι πολύ ευρύτερο, καθώς στον πυρήνα της υπόθεσης βρίσκεται ένα από τα πιο θεμελιώδη ερωτήματα της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Ποιος αποφασίζει για έναν δημόσιο χώρο και από πού αντλεί τη νομιμοποίησή του να το κάνει;

Τα Προσφυγικά αποτελούν ιστορικό μνημείο συνδεδεμένο με την προσφυγική μνήμη του 1922 και με μια σημαντική σελίδα της κοινωνικής ιστορίας της Αθήνας. Αν και η αρχιτεκτονική αξία τους είναι περιορισμένη, η ιστορική σημασία τους αφορά ολόκληρη την κοινωνία και όχι μόνο όσους κατοικούν ή δραστηριοποιούνται σε αυτά.

Για τον λόγο αυτό, η διατήρηση, η προστασία και η αξιοποίησή τους συνιστούν πεδίο δημόσιας ευθύνης.

Η συζήτηση για την ανάπλαση έρχεται ύστερα από δεκαετίες εγκατάλειψης και φθοράς. Οι εικόνες των κτιρίων κατέγραφαν μια πραγματικότητα που δύσκολα μπορούσε να συνεχιστεί επ’ αόριστον. Η πολιτεία όφειλε κάποια στιγμή να αναλάβει δράση και να δώσει μια προοπτική σε έναν χώρο που αποτελεί μέρος της συλλογικής μας κληρονομιάς, ειδικά από τη στιγμή που αποφασίστηκε η διατήρησή τους.

Η πρωτοβουλία της Περιφέρειας Αττικής και της κυβέρνησης να προχωρήσουν στην αποκατάσταση των κτιρίων και στη μετατροπή τους σε κοινωνική κατοικία αποτελεί απάντηση σε αυτή την ανάγκη. Πρόκειται για μια επιλογή που συνδέει την προστασία του μνημείου με μια συγκεκριμένη κοινωνική αποστολή και επαναφέρει τα Προσφυγικά στον δημόσιο βίο με οργανωμένο και θεσμικό τρόπο.

Η λογική της κατάληψης και το ζήτημα της νομιμοποίησης

Οι καταληψίες και οι συλλογικότητες που δραστηριοποιούνται στον χώρο προβάλλουν το επιχείρημα ότι η πολυετής παρουσία τους δημιουργεί μια ιδιαίτερη σχέση με τα Προσφυγικά και τους δίνει αυξημένο λόγο για το μέλλον τους. Η αντίληψη αυτή διαθέτει συναισθηματικό και πολιτικό φορτίο, καθώς βασίζεται στην εμπειρία ανθρώπων που έζησαν, εργάστηκαν ή συμμετείχαν σε δραστηριότητες μέσα στον χώρο.

Το πρόβλημα αρχίζει τη στιγμή που η εμπειρία μετατρέπεται σε αξίωση πολιτικής κυριότητας. Η δημοκρατική νομιμοποίηση δεν παράγεται από τη φυσική παρουσία σε έναν χώρο ούτε από τη διάρκεια της χρήσης του, αλλά μέσα από θεσμούς, διαδικασίες και κανόνες που ισχύουν για όλους.

Άλλωστε αν η μακροχρόνια χρήση ενός δημόσιου χώρου αρκούσε για να θεμελιώσει δικαίωμα συναπόφασης για το μέλλον του, τότε κάθε οργανωμένη ομάδα θα μπορούσε να διεκδικήσει αντίστοιχα προνόμια σε οποιαδήποτε δημόσια υποδομή. Μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε ένα παράλληλο σύστημα εξουσίας, μέσα στο οποίο η κατοχή θα αποκτούσε μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα από τη δημοκρατική εκπροσώπηση.

Η συζήτηση για τα Προσφυγικά αναδεικνύει ακριβώς αυτό το ζήτημα. Οι συλλογικότητες μπορεί να έχουν κάθε δικαίωμα να εκφράζουν τις θέσεις τους, να οργανώνουν κινητοποιήσεις και να συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο. Η διαχείριση της δημόσιας περιουσίας, όμως, αποτελεί ευθύνη θεσμών που λογοδοτούν στο σύνολο των πολιτών και όχι σε μια συγκεκριμένη ομάδα, όσο δραστήρια ή οργανωμένη κι αν είναι.

Διαβούλευση σημαίνει συμμετοχή, όχι συγκυριαρχία

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα που προβάλλονται εναντίον της ανάπλασης αφορά την έλλειψη ουσιαστικού διαλόγου. Κάθε δημοκρατική διοίκηση έχει υποχρέωση να ακούει τους πολίτες που επηρεάζονται από τις αποφάσεις της. Η καταγραφή των αιτημάτων, η εξέταση των κοινωνικών δεδομένων και η αναζήτηση λύσεων για επιμέρους προβλήματα αποτελούν στοιχεία σοβαρής δημόσιας διοίκησης.

Η υποχρέωση αυτή αφορά και τα Προσφυγικά. Οι κάτοικοι και οι χρήστες του χώρου δικαιούνται να ακουστούν. Οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να γνωρίζουν ποιοι κατοικούν εκεί, ποιες είναι οι ανάγκες τους και ποιες επιπτώσεις θα έχει η εφαρμογή του σχεδίου.

Η αξία της διαβούλευσης προκύπτει ακριβώς από τη δυνατότητα των πολιτών να επηρεάζουν τον σχεδιασμό και να συμβάλλουν στη βελτίωσή του. Η δημοκρατική διαδικασία, ωστόσο, στηρίζεται και στην ύπαρξη φορέων που αναλαμβάνουν την ευθύνη της τελικής απόφασης. Η ευθύνη αυτή συνοδεύεται από πολιτικό έλεγχο, δημόσια λογοδοσία και αξιολόγηση από τους πολίτες.

Το αίτημα ορισμένων συλλογικοτήτων για καθοριστικό λόγο στο μέλλον των Προσφυγικών όμως οδηγεί τη συζήτηση πέρα από τα όρια της διαβούλευσης. Ουσιαστικά εισάγει μια λογική συγκυριαρχίας σε έναν δημόσιο χώρο, χωρίς αντίστοιχη δημοκρατική νομιμοποίηση και χωρίς ανάληψη της ευθύνης που συνοδεύει τη λήψη αποφάσεων.

Η απεργία πείνας και η μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης

Η περίπτωση του Αριστοτέλη Χαντζή έδωσε στην υπόθεση μια ιδιαίτερα δραματική διάσταση. Ύστερα από περισσότερους από τέσσερις μήνες απεργίας πείνας, η κατάσταση της υγείας του έχει φτάσει σε εξαιρετικά κρίσιμο σημείο, προκαλώντας δικαιολογημένη ανησυχία.

Ο ανθρώπινος πόνος και η προσωπική δοκιμασία ενός ανθρώπου δεν μπορούν παρά να προκαλούν σεβασμό. Η δημόσια συζήτηση, ωστόσο, οφείλει να διατηρεί τη διαύγειά της ακόμη και σε συνθήκες έντονης συναισθηματικής φόρτισης, χωρίς σε καμία περίπτωση να αποτελεί αυτή η ακραία μορφή διαμαρτυρίας σε μέσο εκβιασμού.

Η απεργία πείνας αποτελεί μια μορφή πολιτικής πίεσης που μεταφέρει το κέντρο βάρους της συζήτησης από την αξιολόγηση των επιχειρημάτων στις συνέπειες που μπορεί να έχει η αυτοθυσία ενός ανθρώπου. Όσο επιδεινώνεται η κατάσταση της υγείας του απεργού, τόσο αυξάνεται η ηθική πίεση προς τους θεσμούς και την κοινή γνώμη.

Μια δημοκρατική πολιτεία οφείλει να προστατεύει το δικαίωμα στη διαμαρτυρία. Οφείλει επίσης να διαφυλάσσει την αρχή ότι οι δημόσιες πολιτικές διαμορφώνονται μέσα από θεσμικές διαδικασίες που ισχύουν για όλους. Η μετατροπή της αυτοθυσίας σε παράγοντα καθορισμού δημόσιων αποφάσεων θα δημιουργούσε ένα εξαιρετικά προβληματικό προηγούμενο για κάθε μελλοντική κοινωνική και πολιτική διαμάχη.

Η υπόθεση των Προσφυγικών αφορά ένα ιστορικό μνημείο, δημόσιους πόρους και μια συγκεκριμένη πολιτική επιλογή. Η αξιολόγηση αυτών των ζητημάτων απαιτεί θεσμικά κριτήρια και πολιτικά επιχειρήματα. Η συναισθηματική φόρτιση που προκαλεί μια ανθρώπινη τραγωδία δεν αρκεί για να υποκαταστήσει αυτή τη διαδικασία.

Από τη διαμαρτυρία στη στοχοποίηση

Η ένταση των τελευταίων μηνών οδήγησε και σε φαινόμενα που προκαλούν ιδιαίτερο προβληματισμό. Η προχθεσινή επίθεση στο σπίτι του Περιφερειάρχη Αττικής Νίκου Χαρδαλιά αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας επικίνδυνης μετατόπισης.

Οι δημοκρατικές κοινωνίες διαθέτουν πολυάριθμα μέσα διαμαρτυρίας. Διαδηλώσεις, δημόσιες παρεμβάσεις, κινητοποιήσεις, εκστρατείες ενημέρωσης και πολιτική κριτική αποτελούν εργαλεία που επιτρέπουν την αμφισβήτηση των αποφάσεων της εξουσίας.

Η στοχοποίηση ιδιωτικών κατοικιών αιρετών εκπροσώπων κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση. Δημιουργεί ένα περιβάλλον προσωπικής πίεσης και επιχειρεί να μεταφέρει την πολιτική αντιπαράθεση από τον δημόσιο χώρο στην ιδιωτική ζωή. Η πρακτική αυτή αποδυναμώνει τον ίδιο τον δημόσιο διάλογο και καλλιεργεί μια κουλτούρα εκφοβισμού που δεν συνάδει με τις αρχές της δημοκρατικής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Η δημοκρατία προϋποθέτει ευθύνη

Το πραγματικό διακύβευμα στην υπόθεση των Προσφυγικών δεν αφορά μόνο την τύχη ενός ιστορικού συγκροτήματος. Αφορά τη σχέση ανάμεσα στη συμμετοχή και στη λογοδοσία, ανάμεσα στη διεκδίκηση και στην ευθύνη, ανάμεσα στη δημόσια έκφραση και στη δημοκρατική νομιμοποίηση.

Η κοινωνία έχει κάθε λόγο να ακούσει τις απόψεις των κατοίκων και των συλλογικοτήτων που δραστηριοποιούνται στον χώρο. Η Πολιτεία έχει υποχρέωση να καταγράψει τα αιτήματά τους, να εξετάσει τα δεδομένα και να επιδείξει κοινωνική ευαισθησία κατά την εφαρμογή του σχεδίου.

Η ευθύνη της τελικής απόφασης ανήκει στους θεσμούς που διαχειρίζονται τη δημόσια περιουσία και λογοδοτούν για τις επιλογές τους. Εκεί βρίσκεται η ουσία της δημοκρατικής νομιμοποίησης. Η ανάπλαση των Προσφυγικών αποτελεί έκφραση αυτής της ευθύνης και συνδέεται με την προστασία της ιστορικής μνήμης, την αξιοποίηση ενός δημόσιου αγαθού και την άσκηση κοινωνικής πολιτικής με όρους που αφορούν το σύνολο των πολιτών.

Μια ώριμη δημοκρατία ακούει όλες τις φωνές. Οι αποφάσεις της, όμως, λαμβάνονται μέσα από θεσμούς που λογοδοτούν στην κοινωνία και όχι μέσα από σχέσεις κατοχής, συμβολικού ελέγχου ή πολιτικής πίεσης που επιχειρούν να υποκαταστήσουν τη δημοκρατική διαδικασία.