Πληρώνουμε το χρέος μας. Πληρώνουμε όμως και αυτούς που κρατούν την οικονομία όρθια;
'Οσο το κράτος βελτιώνει τη διεθνή οικονομική του εικόνα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς τον ιδιωτικό τομέα συνεχίζουν να αυξάνονται
Υπάρχουν στιγμές που οι αριθμοί λένε δύο διαφορετικές ιστορίες ταυτόχρονα. Η πρώτη είναι αυτή που ακούμε συχνά. Η Ελλάδα αφήνει πίσω της την εποχή των μνημονίων, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώνεται σταθερά, οι οίκοι αξιολόγησης αναβαθμίζουν τη χώρα και η δημοσιονομική εικόνα δείχνει σαφώς πιο υγιής από ό,τι πριν λίγα χρόνια.
Και είναι αλήθεια. Το δημόσιο χρέος αντιστοιχούσε στο 180,6% του ΑΕΠ το 2019 και στο τέλος του 2025 είχε υποχωρήσει στο 146,1%. Πρόκειται για μια μείωση 34,5 ποσοστιαίων μονάδων, που δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει. (Πηγές: ΕΛΣΤΑΤ, Eurostat).
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη ιστορία. Πολύ λιγότερο δημοφιλής. Και αυτή αφορά τα χρήματα που το ίδιο το Δημόσιο χρωστά στις ελληνικές επιχειρήσεις.
Γιατί, όσο το κράτος βελτιώνει τη διεθνή οικονομική του εικόνα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς τον ιδιωτικό τομέα συνεχίζουν να αυξάνονται.
Στο τέλος του 2019 ανέρχονταν σε 1,324 δισ. ευρώ. Έξι χρόνια αργότερα, στο τέλος του 2025, είχαν φτάσει τα 2,499 δισ. ευρώ. Δηλαδή σχεδόν διπλασιάστηκαν, παρουσιάζοντας αύξηση περίπου 89%. (Πηγή: Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών – στοιχεία ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων).
Αν μάλιστα προστεθούν και οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων, ύψους 722 εκατ. ευρώ, το συνολικό ποσό που παραμένει απλήρωτο από το Δημόσιο αγγίζει τα 3,221 δισ. ευρώ. (Πηγή: ΥΠΕΘΟΟ).
Και κάπου εδώ γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα.
Πώς γίνεται μια χώρα να εμφανίζει ολοένα καλύτερη δημοσιονομική εικόνα και ταυτόχρονα να αφήνει ολοένα περισσότερους προμηθευτές, επαγγελματίες και επιχειρήσεις να περιμένουν μήνες για να πληρωθούν;
Η απάντηση είναι ότι οι δύο δείκτες δεν μετρούν το ίδιο πράγμα.
Το δημόσιο χρέος είναι ένας μακροοικονομικός δείκτης. Επηρεάζεται από την ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και τα πρωτογενή πλεονάσματα. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές, αντίθετα, αποτυπώνουν κάτι πολύ πιο απλό: αν το κράτος πληρώνει στην ώρα του.
Και αυτό αφορά την πραγματική οικονομία.
Αφορά την επιχείρηση που περιμένει να εξοφληθεί για να πληρώσει μισθούς. Τον προμηθευτή που χρηματοδοτεί, άθελά του, το Δημόσιο. Τον επαγγελματία που βλέπει ένα τιμολόγιο να μένει μήνες απλήρωτο.
Δεν είναι τυχαίο ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτών των οφειλών προέρχεται από τον χώρο της Υγείας. Στο τέλος του 2025, νοσοκομεία και ΕΟΠΥΥ συγκέντρωναν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις 1,628 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου τα δύο τρίτα του συνόλου. (Πηγή: ΥΠΕΘΟΟ).
Η εικόνα, λοιπόν, δεν είναι άσπρο ή μαύρο.
Ναι, η Ελλάδα έχει κάνει σημαντική πρόοδο στη δημοσιονομική της σταθερότητα και αυτό αποτυπώνεται στους διεθνείς δείκτες. Όμως την ίδια στιγμή υπάρχει ένας δείκτης που δεν ακολουθεί την ίδια πορεία: οι υποχρεώσεις του κράτους προς όσους συναλλάσσονται μαζί του.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη πρόκληση της επόμενης ημέρας. Γιατί ένα σύγχρονο κράτος δεν κρίνεται μόνο από το αν μειώνει το χρέος του.
Κρίνεται και από το αν είναι συνεπές απέναντι στους ανθρώπους και στις επιχειρήσεις που στηρίζουν καθημερινά την οικονομία του.