Όταν η τραγωδία γίνεται εργαλείο: η πολιτική εκτροπή γύρω από τη δίκη του δυστυχήματος των Τεμπών
Από τη θεσμική διεκδίκηση δικαιοσύνης στην επιθετική θεατρικότητα και τον καιροσκοπικό λαϊκισμό
Η τραγωδία των Τεμπών αποτέλεσε ένα από τα πιο σοβαρά συλλογικά τραύματα της σύγχρονης Ελλάδας. Η ένταση του γεγονότος, η απώλεια ανθρώπινων ζωών και η αίσθηση ότι υπήρξαν σοβαρές συστημικές αστοχίες δημιούργησαν ένα εύλογο και βαθύ αίτημα για δικαιοσύνη. Ωστόσο, η εξέλιξη της δημόσιας συζήτησης και κυρίως η στάση ορισμένων προσώπων που έχουν αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο, δείχνουν ότι αυτό το αίτημα κινδυνεύει να υπονομευθεί από πρακτικές που το μετατρέπουν σε πολιτικό εργαλείο.
Η πρόσφατη επανέναρξη της δίκης ανέδειξε με τον πιο καθαρό τρόπο αυτό το πρόβλημα. Η ένταση που δημιουργήθηκε εντός της αίθουσας, η επιθετική συμπεριφορά και η μετατροπή μιας δικαστικής διαδικασίας σε σκηνή πολιτικής αντιπαράθεσης δεν αποτελούν απλώς στιγμιαία εκτροπή. Αντιθέτως, συνιστούν ένδειξη μιας βαθύτερης μετατόπισης, όπου η επιδίωξη εντυπώσεων υπερισχύει της θεσμικής σοβαρότητας.
Η θεατρικοποίηση της σύγκρουσης και η υπονόμευση της διαδικασίας
Η στάση της Ζωής Κωνσταντοπούλου εκτός αλλά και εντός της δικαστικής αίθουσας εντάσσεται σε ένα μοτίβο που δεν είναι νέο, αλλά αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτή τη συγκυρία. Η επιθετική ρητορική, η συνεχής αμφισβήτηση των διαδικασιών και, κυρίως, η επιλογή να μετατραπεί η δίκη σε δημόσιο θέαμα μέσω πρακτικών όπως η βιντεοσκόπηση, δημιουργούν ένα περιβάλλον που απέχει από τις βασικές αρχές μιας σοβαρής δικαστικής διαδικασίας. Η σκηνή της απόπειρας εκφοβισμού της αστυνομικού στην είσοδο του δικαστηρίου είναι εντελώς χαρακτηριστική.
Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των θυμάτων και η επιμονή στην πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης αποτελούν απολύτως θεμιτές και αναγκαίες επιδιώξεις. Ωστόσο, η μορφή που λαμβάνει αυτή η επιμονή έχει τη δική της σημασία. Διότι όταν η παρουσία ενός συνηγόρου μετατρέπεται σε διαρκή σύγκρουση με τους πάντες και τα πάντα, από την έδρα ως και τους υπόλοιπους παράγοντες της δίκης, τότε το επίκεντρο μετατοπίζεται και η προσοχή δεν στρέφεται πλέον στα πραγματικά περιστατικά και στις ευθύνες, αλλά στην ίδια τη σύγκρουση.
Οι θεατρινισμοί επί της διαδικασίας λειτουργεί εις βάρος της ουσίας. Η ένταση μπορεί να δημιουργεί εντυπώσεις και να ενισχύει την εικόνα της αποφασιστικότητας, αλλά ταυτόχρονα υπονομεύει την αξιοπιστία της διαδικασίας. Η δικαιοσύνη δεν απονέμεται μέσα από σκηνές αντιπαράθεσης που θυμίζουν ακραίες συζητήσεις στη Βουλή ή τηλε-παράθυρα εκπομπών. Απαιτεί νηφαλιότητα, τεκμηρίωση και σεβασμό στους κανόνες. Επιπλέον, η συστηματική αμφισβήτηση των θεσμών, όταν δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένα και αποδείξιμα επιχειρήματα, οδηγεί σε μια γενικευμένη καχυποψία που τελικά αποδυναμώνει το ίδιο το αίτημα για δικαιοσύνη. Όταν όλα παρουσιάζονται ως ύποπτα και όλα ως προϊόν συγκάλυψης, η έννοια της ευθύνης χάνει την ακρίβειά της και μετατρέπεται σε γενική καταγγελία.
Από τη διεκδίκηση στη πολιτική κεφαλαιοποίηση
Παράλληλα με αυτή τη θεσμική εκτροπή, αναπτύσσεται ένα δεύτερο φαινόμενο που είναι ακόμη πιο προβληματικό. Η πολιτική πρωτοβουλία της Μαρίας Καρυστιανού, η οποία επέλεξε να παρουσιαστεί την ημέρα της επανέναρξης της δίκης ως αυθόρμητη έκφραση της κοινωνίας, φέρει τα χαρακτηριστικά ενός εγχειρήματος που επιχειρεί να μετατρέψει ένα τραγικό γεγονός σε προσωπικό πολιτικό κεφάλαιο.
Η απώλεια και ο πόνος δεν μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτηση. Ωστόσο, η μετάβαση από αυτή την εμπειρία στη συγκρότηση πολιτικού φορέα εγείρει εύλογα ερωτήματα. Η χρονική συγκυρία, η έλλειψη συγκεκριμένου προγράμματος και η έμφαση σε γενικές έννοιες όπως η δικαιοσύνη και η αξιοπρέπεια δείχνουν ότι πρόκειται για μια κίνηση που βασίζεται περισσότερο στο συναίσθημα παρά σε συγκροτημένη πολιτική πρόταση.
Η πολιτική δεν μπορεί να οικοδομηθεί αποκλειστικά πάνω στην αγανάκτηση. Χρειάζεται σαφήνεια ως προς τις προτεραιότητες, τις επιλογές και τις συνέπειες αυτών των επιλογών. Όταν αυτά απουσιάζουν, το αποτέλεσμα είναι ένα σχήμα που μπορεί να κινητοποιήσει πρόσκαιρα, αλλά δυσκολεύεται να αποκτήσει διάρκεια.
Πέρα από αυτό, υπάρχει και ένα ζήτημα ηθικής τάξης. Η αξιοποίηση μιας τραγωδίας ως αφετηρία για πολιτική δραστηριοποίηση δημιουργεί την εντύπωση ότι το γεγονός λειτουργεί ως μέσο και όχι ως σκοπός. Ακόμη και αν οι προθέσεις δεν είναι κυνικές, το αποτέλεσμα μπορεί να εκληφθεί ως τέτοιο. Σε μια κοινωνία που ήδη χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα δυσπιστίας, αυτή η εντύπωση ενισχύει τον κυνισμό και αποδυναμώνει την εμπιστοσύνη.
Ο λαϊκιστικός χαρακτήρας του εγχειρήματος γίνεται εμφανής από τον τρόπο με τον οποίο δομείται ο λόγος του. Η αντιπαράθεση ανάμεσα σε έναν «καθαρό» λαό και ένα «διεφθαρμένο» σύστημα, χωρίς συγκεκριμένες αναφορές και αποχρώσεις, δημιουργεί ένα απλοϊκό σχήμα που μπορεί να είναι επικοινωνιακά αποτελεσματικό, αλλά δεν συμβάλλει στην κατανόηση των πραγματικών προβλημάτων.
Η διάχυση της αγανάκτησης και οι κίνδυνοι για το πολιτικό σύστημα
Τα δύο αυτά φαινόμενα, αν και διαφορετικά ως προς τη μορφή τους, συνδέονται σε ένα κοινό πλαίσιο. Και τα δύο αξιοποιούν ένα ισχυρό συναίσθημα κοινωνικής αγανάκτησης και επιχειρούν να το μετατρέψουν σε πολιτική δυναμική. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ύπαρξη της αγανάκτησης, η οποία είναι σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένη, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτή διοχετεύεται.
Η μετατροπή της πολιτικής σε πεδίο ηθικής καταγγελίας χωρίς σαφές περιεχόμενο οδηγεί σε μια μορφή αποπολιτικοποίησης. Οι έννοιες γίνονται γενικές και αόριστες, ενώ οι συγκεκριμένες ευθύνες και οι ρεαλιστικές λύσεις παραμένουν στο περιθώριο. Αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο η ένταση αυξάνεται, αλλά η ουσία χάνεται.
Παράλληλα, ενισχύεται μια κουλτούρα σύγκρουσης που δυσκολεύει τη λειτουργία των θεσμών. Όταν κάθε διαδικασία αντιμετωπίζεται ως ύποπτη και κάθε θεσμικός παράγοντας ως εν δυνάμει ένοχος, η δυνατότητα για σοβαρή και αποτελεσματική διαχείριση κρίσεων περιορίζεται. Η καχυποψία μετατρέπεται σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ευθύνη των πολιτικών δρώντων είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Η επιλογή ανάμεσα στην ενίσχυση της έντασης και την προσπάθεια για συγκροτημένη παρέμβαση δεν είναι ουδέτερη. Έχει άμεσες συνέπειες για τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος και για την ποιότητα της δημοκρατίας.
Η Ελλάδα έχει ήδη βιώσει περιόδους κατά τις οποίες η πολιτική κυριαρχήθηκε από την αγανάκτηση και τον λαϊκισμό. Τα αποτελέσματα αυτών των περιόδων δείχνουν ότι η ένταση, όταν δεν συνοδεύεται από σοβαρή πολιτική επεξεργασία, οδηγεί σε αδιέξοδα. Η επανάληψη αυτού του μοτίβου σε ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα εγκυμονεί σημαντικούς κινδύνους.
Η ανάγκη επιστροφής στη θεσμική σοβαρότητα
Η υπόθεση των Τεμπών απαιτεί κάτι διαφορετικό από αυτό που παρατηρείται σήμερα. Απαιτεί μια προσέγγιση που θα συνδυάζει την επιμονή στη διερεύνηση των ευθυνών με τον σεβασμό στους θεσμούς. Απαιτεί πολιτικές παρεμβάσεις που θα στηρίζονται σε τεκμηρίωση και όχι σε συναισθηματική υπερφόρτιση.
Η κριτική προς τους θεσμούς είναι αναγκαία όταν υπάρχουν ενδείξεις αποτυχίας. Ωστόσο, αυτή η κριτική πρέπει να είναι συγκεκριμένη και να στοχεύει στη βελτίωση και όχι στην απαξίωση. Η γενικευμένη καταγγελία μπορεί να δημιουργεί πρόσκαιρη ικανοποίηση, αλλά μακροπρόθεσμα υπονομεύει την ίδια τη δυνατότητα αλλαγής.
Αντίστοιχα, η πολιτική δραστηριοποίηση γύρω από ένα τραυματικό γεγονός οφείλει να διέπεται από αίσθηση ευθύνης. Η μετάβαση από το προσωπικό στο συλλογικό επίπεδο δεν είναι απλή υπόθεση. Απαιτεί επίγνωση των συνεπειών και προσεκτική διαχείριση του δημόσιου λόγου.
Το ζητούμενο δεν είναι η αποσιώπηση της αγανάκτησης, αλλά η μετατροπή της σε δημιουργική δύναμη. Αυτό προϋποθέτει τη συγκρότηση συγκεκριμένων προτάσεων και τη διάθεση για ουσιαστικό διάλογο. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, η αγανάκτηση κινδυνεύει να παραμείνει ένα συναίσθημα που καταναλώνεται πολιτικά χωρίς να οδηγεί σε ουσιαστικά αποτελέσματα.
Η τραγωδία των Τεμπών δεν μπορεί να αποτελέσει απλώς ένα ακόμη επεισόδιο πολιτικής αντιπαράθεσης. Το μέγεθος του γεγονότος επιβάλλει μια διαφορετική στάση, η οποία θα τιμά τη μνήμη των θυμάτων και θα συμβάλλει στην αποτροπή αντίστοιχων καταστάσεων στο μέλλον. Οτιδήποτε λιγότερο συνιστά αποτυχία όχι μόνο πολιτική, αλλά και ηθική.
Σε αυτή τη συγκυρία, η επιλογή ανάμεσα στη θεσμική σοβαρότητα και τον εύκολο εντυπωσιασμό αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η κατεύθυνση που θα επιλεγεί θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο την εξέλιξη της συγκεκριμένης υπόθεσης, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία θα αντιμετωπίσει παρόμοιες κρίσεις στο μέλλον.