Οι βροχές έγιναν πια καταιγίδες: Η δοκιμασία της ανθεκτικότητας για τη χώρα
Η Byron υπενθυμίζει ότι ο χρόνος πιέζει. Η χώρα δεν μπορεί να περιμένει την επόμενη δοκιμασία για να συζητήσει ξανά τα αυτονόητα.
Οι πλημμύρες του Byron αποκαλύπτουν ξανά τα όρια του κρατικού μηχανισμού απέναντι στα χειμερινά ακραία φαινόμενα. Μπορεί η Ελλάδα επιτέλους να περάσει στη συνεκτική εφαρμογή ανθεκτικότητας; Ή η χώρα θα λειτουργεί μόνο σε ηλιοφάνεια 25 βαθμών κελσίου;
Η κακοκαιρία Byron που πλήττει αυτές τις ημέρες τη χώρα προσφέρει ακόμη μία έντονη υπενθύμιση της ανάγκης για πραγματική ανθεκτικότητα απέναντι στα ακραία χειμερινά φαινόμενα. Οι πλημμυρικές βροχές δοκιμάζουν τις πόλεις, τις κοινότητες και τις υποδομές με τρόπους που πλέον δεν θα έπρεπε να αιφνιδιάζουν. Οι συνέπειες είναι γνωστές, όμως η συζήτηση παραμένει συχνά αποσπασματική, σαν να πρόκειται για μεμονωμένα επεισόδια. Η προετοιμασία για το καλοκαίρι αρχίζει τον χειμώνα, όμως ο ίδιος ο χειμώνας αποτελεί το δυσκολότερο τεστ. Σε αυτό το περιβάλλον, το στοίχημα της ανθεκτικότητας γίνεται πιο πιεστικό από ποτέ.
Οι πλημμύρες ως επίμονη απειλή και η πραγματική εικόνα της διοικητικής ικανότητας
Οι πλημμύρες αποτελούν τη συστημική αδυναμία της χώρας. Μια έντονη βροχόπτωση αρκεί για να εκδηλωθούν υπερχειλίσεις, να πλημμυρίσουν αστικές περιοχές και να τεθούν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στη σφοδρότητα των φαινομένων, αλλά και στις χρόνιες αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης. Οι Δήμοι και οι Περιφέρειες καλούνται να ανταποκριθούν σε συνθήκες για τις οποίες δεν διαθέτουν πάντα επαρκή εξοπλισμό ή τεχνικό προσωπικό. Οι αρμοδιότητες είναι διάχυτες, με αποτέλεσμα η υλοποίηση κάθε έργου και η αντιμετώπιση κάθε κρίσης να απαιτούν συντονισμό πολλών υπηρεσιών που δεν επικοινωνούν πάντα αποτελεσματικά.
Οι χιονοπτώσεις αποτελούν μικρότερη απειλή, αλλά συνεχίζουν να αναδεικνύουν αδυναμίες στον συντονισμό και στη διαχείριση βασικών υποδομών, ιδιαίτερα σε ορεινές περιοχές. Παρότι έχουν γίνει βήματα προόδου, οι χειμερινές πλημμύρες παραμένουν ο κεντρικός άξονας πάνω στον οποίο κρίνεται η ανθεκτικότητα της χώρας.
Το κράτος διαθέτει πλέον εργαλεία και πόρους, όμως η εφαρμογή είναι το κρίσιμο σημείο
Η Ελλάδα έχει αναπτύξει σημαντικές πολιτικές για την πολιτική προστασία και την ανθεκτικότητα. Το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας έχει εκσυγχρονίσει τον μηχανισμό με επιχειρησιακά σχέδια, νέα πρωτόκολλα, αναβαθμισμένο εξοπλισμό και ψηφιακά εργαλεία συντονισμού. Το 112 έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο ενημερώνεται ο πληθυσμός, προσφέροντας έγκαιρες και στοχευμένες προειδοποιήσεις που σώζουν ζωές. Ταυτόχρονα, οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης χρηματοδοτούν κρίσιμες παρεμβάσεις, από αντιπλημμυρικά έργα έως ψηφιακά συστήματα παρακολούθησης και υποστήριξης της επιχειρησιακής ετοιμότητας.
Ωστόσο, το κεντρικό ζήτημα δεν βρίσκεται στην ύπαρξη των σχεδίων, αλλά στην εφαρμογή τους. Η διοικητική πραγματικότητα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από πολλαπλότητα αρμοδιοτήτων και από ένα σύστημα στο οποίο η ευθύνη για την πρόληψη και την αντιμετώπιση μιας καταστροφής δεν συγκεντρώνεται σε έναν ενιαίο φορέα. Η υλοποίηση έργων καθυστερεί λόγω διαδικασιών που απαιτούν χρόνια, ενώ ταυτόχρονα οι ανάγκες των τοπικών κοινωνιών είναι άμεσες. Ο εξοπλισμός δεν συντηρείται πάντα με συνέπεια και τα επιχειρησιακά σχέδια συχνά μένουν σε θεωρητικό επίπεδο επειδή οι υπηρεσίες δεν διαθέτουν το αναγκαίο προσωπικό ή τις δομές για να τα εφαρμόσουν.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι ΣΔΙΤ μπορούν να προσφέρουν λύσεις. Ο ιδιωτικός τομέας έχει αποδείξει ότι μπορεί να υλοποιεί έργα γρηγορότερα και να διασφαλίζει τη μακροχρόνια λειτουργικότητα υποδομών που απαιτούν συνεχή παρακολούθηση. Στον τομέα της ανθεκτικότητας, αυτό μεταφράζεται σε σύγχρονα αντιπλημμυρικά έργα, σε δίκτυα αισθητήρων στα υδατορέματα, σε ψηφιακές πλατφόρμες real time δεδομένων και σε συστήματα έγκαιρης εκτίμησης κινδύνου. Τα έργα που υλοποιούνται μέσω συνεργασιών κράτους και ιδιωτών έχουν τη δυνατότητα να ξεπερνούν τα διοικητικά εμπόδια και να προσφέρουν αξιόπιστες λύσεις.
Το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας έχει παρουσιάσει φιλόδοξες πρωτοβουλίες, όμως αυτές πρέπει να διαχυθούν στην καθημερινή λειτουργία όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Δεν αρκεί να υπάρχουν καλά σχέδια στα κεντρικά γραφεία. Χρειάζεται να αφομοιωθούν από τις Περιφέρειες, τους Δήμους, τα τοπικά κλιμάκια και τις τεχνικές υπηρεσίες. Η χώρα πρέπει να αποκτήσει μια διοίκηση με συνέχεια, όπου η γνώση δεν χάνεται σε κάθε αλλαγή προσωπικού και όπου οι υπηρεσίες επικοινωνούν μεταξύ τους με σταθερότητα.
Η κακοκαιρία Byron δείχνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο. Διαθέτει τους πόρους, τα εργαλεία, τα συστήματα και τις χρηματοδοτήσεις για να γίνει πραγματικά ανθεκτική. Αυτό που λείπει είναι η ενιαία εφαρμογή, η σταθερή διοικητική ροή και η υπέρβαση των γραφειοκρατικών εμποδίων που καθυστερούν συστηματικά κάθε προσπάθεια. Η ανθεκτικότητα δεν είναι υπόθεση επικοινωνιακών ανακοινώσεων, αλλά καθημερινής λειτουργίας. Η πραγματική προστασία των πολιτών εξαρτάται από μια διοίκηση που λειτουργεί πριν από την κρίση και μετά την κρίση, όχι μόνο κατά τη διάρκειά της.
Η Byron υπενθυμίζει ότι ο χρόνος πιέζει. Η χώρα δεν μπορεί να περιμένει την επόμενη δοκιμασία για να συζητήσει ξανά τα αυτονόητα. Χρειάζεται συνέπεια, τεχνική επάρκεια και διοικητική συνέχεια ώστε οι επενδύσεις, οι πολιτικές και οι ψηφιακές δυνατότητες να μετατραπούν σε πραγματική ασφάλεια για όλους.