Ο Άδωνις πέθαινε και αναγεννιόταν…
Απλά στη δική μας περίπτωση, κάθε φορά γίνεται και χειρότερο
Στη μυθολογία ο Άδωνις ήταν η προσωποποίηση του κύκλου της φύσης. Πέθαινε και αναγεννιόταν ξανά και ξανά. Ο θάνατός του, συμβόλιζε τον μαρασμό και η επιστροφή του τη νέα αρχή. Ένας μύθος που μιλούσε για ανανέωση, για επανεκκίνηση, για τη δυνατότητα να ξεκινήσει κάτι από την αρχή.
Στη σύγχρονη ελληνική πολιτική σκηνή, η επανάληψη υπάρχει. Η αναγέννηση επίσης. Μόνο που εδώ, δεν αφορά την άνοιξη. Η επανάληψη αφορά τη γραφικότητα, και η αναγέννηση τη μνήμη.
Ο δικός μας, σύγχρονος Άδωνις, ο Άδωνις Γεωργιάδης φαίνεται να διαθέτει μία σπάνια ικανότητα. Κάθε φορά που μία υπόθεση φαίνεται να τον φέρνει σε δύσκολη θέση, μία νέα αφήγηση γεννιέται και η προηγούμενη φθίνει, ξεχνιέται, αντικαθίσταται.
Η πρόσφατη υπόθεση στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας ήταν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η παρουσία του υπουργού σε ένα δημόσιο νοσοκομείο συνοδεία ΜΑΤ ήταν από μόνη της μια εικόνα που προκαλούσε εύλογα ερωτήματα. Μέχρι σε ένα σημείο όλοι θα συμφωνούσαμε ότι είναι απαράδεκτη η σωματική βία ή και ο τραμπουκισμός, ειδικά από γιατρούς και νοσηλευτές που έχουν δώσει όρκο να βοηθούν και να φροντίζουν, πόσο δε μάλλον όταν γίνεται λόγος για έναν υπουργό, που βάσει λαϊκής ετυμηγορίας εκπροσωπεί ολόκληρο τον λαό, από το δικό του μετερίζι.
Όμως, το μήνυμα που εξέπεμψε ο υπουργός ήταν σαφές: η πολιτική ηγεσία εμφανίζεται για να επιβληθεί, όχι για να ακούσει.
Όσα ακολούθησαν ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο αυτή την αίσθηση. Η προβολή ενός βίντεο ως τεκμήριο «επίθεσης» και η γρήγορη αμφισβήτηση της αυθεντικότητάς του μετέφεραν τη συζήτηση από τα πραγματικά προβλήματα του ΕΣΥ σε ένα γνώριμο πεδίο: την επικοινωνιακή σύγκρουση. Και όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, η ουσία χάθηκε μέσα στον θόρυβο.
Φυσικά, επειδή Άδωνις είσαι, αποφάσισε να επανέλθει στην πρωινή τηλεοπτική εκπομπή «Καλημέρα Ελλάδα» με τους Παναγιώτη Στάθη και Στέφανο Σίσκο για να αναρωτηθεί αυτολεξεί: «Κυκλοφορώ με χειροπέδες;». Όχι, υπουργέ, δεν χρειάστηκε να έχεις εσύ χειροπέδες, γιατί τις είχε η διμοιρία των ΜΑΤ που επέλεξες να πάρεις μαζί σου, και να κάνεις χειραψία σε έναν – έναν ξεχωριστά, πριν συγκρουστείς με τους υγειονομικούς. Ελπίζω να βλέπουμε όλοι το παράδοξο.
Το ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι λίγο νωρίτερα ο ίδιος επέλεξε να σχολιάσει δημόσια – όχι με τον πιο πετυχημένο τρόπο – μια άλλη μεγάλη πολιτική υπόθεση των τελευταίων ετών, το σκάνδαλο των υποκλοπών.
Για να θυμηθούμε το ιστορικό: το καλοκαίρι του 2022 αποκαλύφθηκε ότι η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών παρακολουθούσε τον τότε ευρωβουλευτή και μετέπειτα πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Νίκο Ανδρουλάκη. Η υπόθεση οδήγησε σε πολιτική θύελλα, σε κοινοβουλευτικές συγκρούσεις, σε εξεταστικές επιτροπές και σε μια έντονη δημόσια συζήτηση για τα όρια της κρατικής εξουσίας.
Στο επίκεντρο βρέθηκε η λειτουργία της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και η χρήση – ή η απόπειρα χρήσης – του κακόβουλου λογισμικού Predator, το οποίο συνδέθηκε με παρακολουθήσεις δημοσιογράφων και πολιτικών προσώπων. Το πολιτικό βάρος της υπόθεσης ήταν τέτοιο που οδήγησε ακόμη και σε παραιτήσεις στο πρωθυπουργικό περιβάλλον.
Μέσα σε αυτό το ήδη φορτισμένο πλαίσιο, ο κ. Γεωργιάδης στην ίδια εκπομπή σχολίασε αυτολεξεί τα εξής: «Όποιος κύριε Στάθη κάνει τη δική μου τη δουλειά και δεν πιστεύει ότι του παρακολουθούν το τηλέφωνο, δεν κάνει γι’ αυτή τη δουλειά. Αδιάφορο θέμα. Τελείως. Μηδέν. Να προσέχεις το τηλέφωνο να μην έχεις τίποτα που να μην έχει σημασία».
Επί της ουσίας εδώ ο κ. Γεωργιάδης, μας προβάλει ως κάτι απολύτως φυσιολογικό να παρακολουθούνται πολιτικά πρόσωπα. Οι δηλώσεις αυτές έγιναν την Δευτέρα 16 Μαρτίου. Δύο μέρες αργότερα, την Τετάρτη 18 Μαρτίου, ο κ. Γεωργιάδης επιτέθηκε στη Ζωή Κωνσταντοπούλου, η οποία τον βιντεοσκόπησε μέσα στη Βουλή να τρώει κρακεράκια. Ζήτησε, μάλιστα, να διαγράψει το βίντεο. Η ένταση που προκάλεσε (ο ίδιος υπουργός που δεν έχει κανένα πρόβλημα να τον παρακολουθούν με ένα κακόβουλο λογισμικό χωρίς τη συγκατάθεσή του) ήταν τέτοια που χρειάστηκε να διακοπεί η συζήτηση που βρισκόταν σε εξέλιξη στη Βουλή.
Άρα τι έχουμε; Έχουμε έναν υπουργό που επιχειρεί να παρουσιάσει ως σχεδόν αυτονόητη την ιδέα ότι οι παρακολουθήσεις πολιτικών προσώπων αποτελούν ένα «αναμενόμενο ρίσκο» της δημόσιας ζωής, αλλά ταυτόχρονα εξανίσταται όταν καταγράφεται δημόσια μια απολύτως αθώα στιγμή του μέσα στο Κοινοβούλιο. Με άλλα λόγια, η παραβίαση της ιδιωτικότητας μέσω ενός κατασκοπευτικού λογισμικού αντιμετωπίζεται περίπου ως επαγγελματική συνθήκη, ενώ ένα βίντεο με κρακεράκια στη Βουλή μετατρέπεται σε λόγο θεσμικής αγανάκτησης.
Η αντίφαση δεν είναι απλώς επικοινωνιακή αλλά βαθιά πολιτική. Γιατί όταν ένας υπουργός εμφανίζεται να υποβαθμίζει ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα θεσμικής λειτουργίας που έχουν ανακύψει τα τελευταία χρόνια – την υπόθεση των υποκλοπών – τότε το μήνυμα που εκπέμπεται δεν είναι η ψυχραιμία ή ο ρεαλισμός. Είναι η κανονικοποίηση μιας πρακτικής που σε μια δημοκρατία θα έπρεπε να προκαλεί ακριβώς το αντίθετο. Δηλαδή, θεσμική ανησυχία, διαφάνεια και αυστηρή λογοδοσία.
Ακόμη περισσότερο, η εικόνα ενός πολιτικού που δηλώνει ότι «όποιος κάνει αυτή τη δουλειά πρέπει να θεωρεί δεδομένο ότι τον παρακολουθούν», ενώ την ίδια στιγμή ζητά να κατέβει ένα βίντεο από το εσωτερικό της Βουλής επειδή τον ενοχλεί, αποκαλύπτει μια ιδιαίτερα επιλεκτική αντίληψη για το τι σημαίνει ιδιωτικότητα και δημόσια έκθεση.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η δημόσια παρουσία του κ. Γεωργιάδη κινείται ανάμεσα στην υπερβολή, την ένταση και την επικοινωνιακή αντιστροφή. Αυτό που γίνεται όλο και πιο εμφανές, όμως, είναι ότι κάθε τέτοιο επεισόδιο μετακινεί λίγο ακόμη τα όρια του «φυσιολογικού» στην πολιτική συζήτηση, με την ανεκτικότητα, πάντα, του ίδιου του πρωθυπουργού (που δεν συμπαθούσε και ιδιαίτερα μέχρι το 2011). Όταν οι υποκλοπές αντιμετωπίζονται ως λεπτομέρεια και ένα στιγμιότυπο μέσα στη Βουλή ως σοβαρή προσβολή, τότε η κλίμακα της πολιτικής ευαισθησίας φαίνεται να έχει αντιστραφεί, με τον ίδιο τρόπο που αντιστράφηκε όταν ο κ. Γεωργιάδης προσπάθησε να θυματοποιήσει τον εαυτό του με ένα ψευδές βίντεο.
Μέσα σε λίγες μόνο ημέρες, είδαμε ξανά τον ίδιο γνώριμο κύκλο: μια δήλωση που υποβαθμίζει ένα σοβαρό ζήτημα, μια νέα σύγκρουση που μετατοπίζει τη συζήτηση και μια δημόσια αντιπαράθεση που τελικά θολώνει την ουσία.
Και κάπως έτσι, στη δική μας σύγχρονη εκδοχή ο Άδωνις «πεθαίνει» και «αναγεννιέται». Απλά στη δική μας περίπτωση, κάθε φορά γίνεται και χειρότερο.